Είναι πολύ εύκολο να ξεχωρίσεις τα ζαρκάδια μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Παίζουν την τυφλόμυγα ή το «Δεν περνάς κυρα-Μαρία» γύρω από ένα δέντρο. Αν δεν υπάρχει δέντρο, τότε το θηλυκό πάει και κρύβεται στην πυκνή βλάστηση και σφυρίζει στο αρσενικό να έρθει. Τόσο απλά γίνονται τα πράγματα στον ελαφόκοσμο. Ούτε ανάγκη για επίδειξη, ούτε υποσχέσεις, ούτε κεράσματα.
Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο το θηλυκό έχει κάψες αλλά επειδή θέλει να το διασκεδάσει παίζει και το «ένα φράγκο η βιολέτα» γύρω από το δόλιο το δέντρο.
Με τον τρόπο αυτόν θέλει να δοκιμάσει και την αφοσίωση του αρσενικού καθώς τα ζαρκάδια είναι ζώα της οικογενείας και κυκλοφορούν στο βουνό μαμά, μπαμπάς και παιδιά. Δεν συνάπτουν δηλαδή ευκαιριακές σχέσεις. Οταν όμως περάσει ένας χρόνος, η μαμά διώχνει τα παιδιά σε μεγάλη απόσταση που κάποιοι λένε ότι μπορεί να είναι και 50 χιλιόμετρα, λες και τους κάνει ασφαλιστικά μέτρα δηλαδή.
Είναι όμως για το καλό τους, όπως και για το καλό των δέντρων είναι το «Δεν περνάς κυρα-Μαρία» αφού μόλις τελειώσει το πανηγυράκι, ο κορμός τριγύρω έχει σκαφτεί τόσο πολύ ώστε το δέντρο αναπνέει. Το ζαρκάδι είναι το πιο μικρό από τα ζώα που συνθέτουν την ευρύτερη οικογένεια των ελαφιών και ζει στους ορεινούς όγκους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στην Πελοπόννησο δεν θα δείτε ζαρκάδι. Θα μπορούσε να πάει τα παλιότερα χρόνια όταν οι δρόμοι ήταν λιγότεροι και το κυκλοφοριακό χάος μικρότερο, αλλά φοβόταν τις καμήλες που λιάζονταν στον Ισθμό.
Το μήκος του σώματός του δεν ξεπερνά το 1,4 μέτρα και το βάρος του τα 50 κιλά. Τα αρσενικά έχουν κέρατα με διακλαδώσεις που πέφτουν κάθε χρόνο και φυτρώνουν καινούργια. Τα πίσω πόδια είναι ψηλότερα από τα μπροστινά και το φαγητό του αποτελείται από πλατύφυλλα, πόες, θάμνους, βατόμουρα, σφενδάμους.
Εκτός των άλλων, λέγεται ότι είναι και πολύ καλός κολυμβητής. Το ερώτημα είναι πού πηγαίνει κολυμπώντας. Από τη μία άκρη της λίμνης στην άλλη ή κάνει κατάβαση στον ποταμό για να κόψει δρόμο; Επιπλέον, έχει δει ποτέ κανείς πλοίο της γραμμής να φρενάρει απότομα επειδή πέρασε από μπροστά του ένα κοπάδι από ζαρκάδια που το ‘βαλαν για τις Σποράδες;