Υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες που είναι τόσο εμβληματικές ώστε έχουν περάσει στη συλλογική μνήμη. Οπως η εικόνα του άνδρα που στέκεται μπροστά σε μια φάλαγγα κινεζικών αρμάτων μάχης κοντά στην Πλατεία Τιενανμέν. Ή εκείνη με τον Τσε Γκεβάρα στο γραφείο του, να καπνίζει ένα πούρο αγέρωχος. Ή το διάσημο πορτρέτο του κοριτσιού από το Αφγανιστάν, με την κόκκινη φορεσιά και τα πράσινα μάτια που τρυπούν τον φακό. Μερικές από αυτές και πολλές ακόμη ενδεχομένως να μην είχαν τραβηχτεί ποτέ, αν το 1947 ο Ρόμπερτ Κάπα, ο Ντέιβιντ «Σιμ» Σέιμουρ, ο Τζορτζ Ρότζερ και ο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν δεν είχαν ανταποκριθεί στην ιδέα του πρώτου για μια (όπως την περιέγραψε ο τελευταίος) «κοινότητα σκέψης, μια κοινή ανθρώπινη ποιότητα, μια περιέργεια και σεβασμό για το τι συμβαίνει στον κόσμο και μια επιθυμία να το μεταγράψουμε σε εικόνα». Το πρακτορείο ή πιο σωστά η διεθνής φωτογραφική κοινοπραξία Magnum ιδρύθηκε στο Παρίσι, πάνω από ένα μπουκάλι σαμπάνιας ομώνυμου μεγέθους, με στόχο να ελέγχεται από τα ίδια τα μέλη του, να διασφαλίζει ότι τα πνευματικά δικαιώματα των φωτογραφιών τους θα παραμένουν σε αυτά και με όραμα να αποτυπώσει εικόνες από όλον τον κόσμο, δίνοντας έμφαση «όχι μόνο σε αυτό που φαίνεται, αλλά και στον τρόπο που το έβλεπε κανείς».
Χώρισαν τον πλανήτη σε περιοχές ευθύνης: ο Μπρεσόν κάλυπτε την Ινδία και την Απω Ανατολή, ο Ρότζερ την Αφρική, ο Σιμ την Ευρώπη και ο Κάπα όποιο μέρος ήθελε. Οταν οι δύο τελευταίοι σκοτώθηκαν στο καθήκον, το Magnum δικαιολογούσε ήδη το όνομά του και είχε αρχίσει να προσελκύει νέα μέλη. Στις αρχές της δεκαετίας του '50 έγιναν δεκτοί οι Βέρνερ Μπίσοφ και Ερνστ Χάας, ενώ ακολούθησαν η Ιβ Αρνολντ, ο Ελιοτ Εργουιτ, ο Ρενέ Μπιούρι, αλλά και ο Κωνσταντίνος Μάνος ή ο Μπρους Ντέιβιντσον. Στη δεκαετία του '70 το ενδιαφέρον των εντύπων για το φωτορεπορτάζ αυξήθηκε και φωτογράφοι του Magnum όπως ο Ζόζεφ Κουντέλκα, η Σούζαν Μεϊσέλας ή ο Ζιλ Περές υπερτέρησαν πολλών συναδέλφων τους.
Η ώρα της αντιπροσώπευσης του πρακτορείου στην Ελλάδα ήρθε στο τέλος της δεκαετίας του '80, λίγο πριν από την είσοδο στο διεθνές ρόστερ και του Νίκου Οικονομόπουλου. Υπεύθυνος της συνεργασίας ήταν ο φωτογράφος Γιάννης Δήμου, ο οποίος έχοντας γίνει γνωστός με δουλειές όπως «Η Ελλάδα που χάνεται» ή «Σκιές σιωπής» και διατηρώντας φιλίες με μέλη του Magnum δέχτηκε την πρότασή τους για τη δημιουργία ενός ελληνικού πρακτορείου που θα τους αντιπροσώπευε στα ελληνικά έντυπα. Η Apeiron έγινε το κανάλι για τα φωτογραφικά χαρακτηριστικά που, σύμφωνα με τον διευθυντή της, έλειπαν τότε από την Ελλάδα: «Διαπεραστική και ανθρωπιστική ματιά, κάλυψη σημαντικών πολιτικών γεγονότων με επίκεντρο τον άνθρωπο και με διάθεση αποκρυπτογράφησής του». Μεταξύ άλλων, το 1995 πραγματοποίησε την πρώτη έκθεση του διεθνούς πρακτορείου στη χώρα, με φωτογραφίες του Κουντέλκα από τα γυρίσματα της ταινίας «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θ. Αγγελόπουλου. Λίγο αργότερα διοργάνωσε μια αναδρομική του Magnum από το 1968 με τόση επιτυχία που οι απεσταλμένοι του την προτίμησαν από όλες τις ανά τον κόσμο εκδοχές της. Τα ρεπορτάζ του εμπλούτιζαν τα ανερχόμενα τότε περιοδικά, τα οποία για χάρη του έβαζαν βαθιά το χέρι στην τσέπη. Κάποτε, θυμάται ο Δήμου, το «Ενα» έκλεισε μια «φοβερή συμφωνία» για δημοσίευση μιας σειράς του φωτογράφου Σεμπαστιάο Σαλγκάδο με εργάτες όλου του κόσμου για 25.000 δολάρια.
Σήμερα, ασχέτως της οικονομικής συγκυρίας, τα πράγματα στην παγκόσμια φωτογραφία - άρα και στο Magnum - είναι λίγο διαφορετικά. «Η κυριαρχία της τηλεόρασης, η μείωση των πληρωμένων από τα περιοδικά αποστολών, η έμφαση των γκαλερί σε πιο εικαστικές φωτογραφίες, αλλά και η είσοδος στο Magnum φωτογράφων όπως ο Μάρτιν Παρ ή ο Γιάκομπ Ο' Σόμπολ, που βασίζονται περισσότερο στην καθημερινότητα, άλλαξαν ήδη από τη δεκαετία του '90 τον παλαιό χαρακτήρα του», λέει ο Δήμου, χωρίς να εννοεί «ότι αυτό είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά διαφορετικό». Ισως λοιπόν το σκεπτικό ήταν να βρεθεί ο διαχειριστής αυτών των αλλαγών, όταν το Magnum ανακήρυσσε πρόσφατα έναν γενικό διευθύνοντα σύμβουλο για όλα τα γραφεία του σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Τόκιο. Ο οποίος μάλιστα έπρεπε να έχει και καλλιτεχνικά και επιχειρηματικά ταλέντα. Ο Τζιόρτζιο Ψαχαρόπουλο, με έλληνα προπάππο, ιταλική υπηκοότητα και σπουδές στους δύο προαπαιτούμενους τομείς, νιώθει, όπως λέει, «μεγάλη τιμή» που ανέλαβε το μάνατζμεντ «του πιο περίβλεπτου πρακτορείου, πλούσιου σε πνευματικές δυνάμεις και με τους καλύτερους φωτογράφους του κόσμου στις τάξεις του». Γνωρίζει ότι η αγορά αλλάζει ραγδαία, έχει εμπιστοσύνη «στις δυνατότητες και στις ιδέες της ομάδας» και βασισμένος σε αυτές εργάζεται για τη σύσταση νέου τμήματος web 2.0, που θα παράγει περιεχόμενο τόσο για έντυπα όσο και ιστοσελίδες ή που μέσω της κοινωνικής δικτύωσης θα ενισχύει τη σχέση του πρακτορείου με την κοινότητα των φίλων του. «Το Magnum αλλάζει», λέει, «αλλά διατηρεί αναλλοίωτη την ψυχή του, στην οποία η τέχνη και η κοινωνική υπευθυνότητα πάνε μαζί. Προσαρμόζεται, αλλά κρατά τον πυρήνα του ζωντανό, σαν ένας νομάς που κοιτάζει μπροστά αλλά ξέρει το παρελθόν του». Εξάλλου, όσο κρατάει ταυτόχρονα στους κόλπους του φωτογράφους όπως ο Αμπάς, ο Πάολο Πελεγκρίν ή η Ολίβια Αρθουρ τόσο θα επιβεβαιώνει την ιδιοσυγκρασία του, την οποία κάποτε ο Μπρεσόν συνόψισε μπροστά στους συνεργάτες του με τις λέξεις «ζήτω η διαρκής επανάσταση».

Κωνσταντίνος Μάνος
«Καλή φωτογραφία είναι εκείνη που δεν
θα τραβηχτεί ξανά»
Ο πρώτος έλληνας φωτογράφος του Magnum, γεννημένος στη Νότια Καρολίνα από έλληνες μετανάστες, ήταν μόλις 13 χρόνων όταν ζήτησε για δώρο από τη μητέρα του μια πλαστική Kodak. Αυτό δεν θα οδηγούσε πουθενά, αν ο Μάνος δεν παρακολουθούσε το σχολικό σεμινάριο φωτογραφίας με την παθιασμένη δασκάλα, αν δεν αγόραζε καλύτερη μηχανή, αν δεν εργαζόταν στην εφημερίδα «The State» της Κολούμπια, αν δεν ανακάλυπτε το έργο του Μπρεσόν και αν δεν ήθελε να μπει στο Magnum τόσο που, όταν κάποτε γνώρισε σε ένα μπαρ τον γιο του Ρόμπερτ Κάπα, τον Κορνέλ, παρήγγειλε ό,τι και εκείνος από μετεφηβικό ενθουσιασμό. Ιδιο σχεδόν με αυτόν που ένιωσε όταν προσελήφθη από τη Φιλαρμονική της Βοστώνης όχι ως βοηθός, όπως νόμιζε, αλλά ως επίσημος φωτογράφος της.
Στην Ελλάδα ήρθε τέλος του 1961, με όνειρο να βρει την προσωπική του ματιά αλλά και ένα μικρό διαμέρισμα-εργαστήριο που θα του επέτρεπε να εξορμά στην ελληνική επαρχία για να φωτογραφίσει αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν «Greek Portfolio». Ποιο ήταν το στοίχημα αυτού του πρότζεκτ; «Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα φωτογραφίζω μόνο χωριά όπου δεν έχει φτάσει το ρεύμα», λέει σήμερα και θυμάται ότι στη συνέχεια, ενώ το ημερολόγιο έγραφε 1962 ή 1963, πήγε με αυτές τις εικόνες στο γραφείο του Magnum στο Παρίσι, τις άφησε και επέστρεψε στη δουλειά του στην Ελλάδα - στην Ολυμπο της Καρπάθου, για την ακρίβεια. Εκεί διάβασε λίγο αργότερα, γεμάτος χαρά την οποία δεν είχε με ποιον να μοιραστεί, το γράμμα που του ανακοίνωνε την αποδοχή του από το σημαντικότερο πρακτορείο του κόσμου. «Η πρώτη μου σοβαρή αποστολή και αυτή που απόλαυσα πιο πολύ ήταν στις νότιες αμερικανικές Πολιτείες, στον αγώνα για τα δικαιώματα των μαύρων», λέει σήμερα. «Οι περισσότεροι όμως φωτογράφοι του Magnum αναλαμβάνουν αποστολές για βιοποριστικούς λόγους. Πραγματικά περήφανοι είμαστε για τα δικά μας stories». Με αυτά τα μυαλά, τα «stories» του Μάνου βρίσκονται σήμερα στις μόνιμες συλλογές μουσείων όπως το Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, βιβλιοθηκών όπως της Εθνικής του Παρισιού και ιδρυμάτων όπως του Τζορτζ Ιστμαν. Ο ίδιος πάντως θαυμάζει και δουλειές συναδέλφων του: «ο Πάολο Πελεγκρίν είναι σπουδαίος», λέει, «ο Μπρους Ντέιβιντσον επίσης». Και για τους νεότερους, οι οποίοι θαυμάζουν τον ίδιο, έχει μια συμβουλή, αν θέλουν και εκείνοι να περάσουν τις πόρτες του Magnum: «Να τραβήξουν εικόνες που βγαίνουν από την καρδιά τους, για τον εαυτό τους, όχι τη φήμη ή τα χρήματα. Ανθρώπινες στιγμές, που δεν τις έχουμε ξαναδεί. Καλή φωτογραφία είναι εκείνη που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να τραβηχτεί ξανά».
Νίκος Οικονοµόπουλος
«Πάντα η φωτογραφία ήταν για µένα ένας τρόπος να πάρω χαρά»
Μπήκε στο Magnum όχι εντελώς τυχαία, ούτε όμως και έπειτα από επίπονες αναζητήσεις της απόλυτης εικόνας. Ενα βράδυ του 1988, κάπου στην οδό Αραχώβης, και αφού τον είχε πείσει ο Πλάτων Ριβέλης, παρουσίασε τη δουλειά του στον Κωνσταντίνο Μάνο που τότε βρισκόταν στην Ελλάδα. Εκείνος είχε εκτιμήσει τη ματιά του και του είχε προτείνει, όταν ολοκλήρωνε το πρότζεκτ που είχε ξεκινήσει σε Ελλάδα και Τουρκία, να του στείλει μια τελική επιλογή. Επειτα από λίγο ο Μάνος έλαβε έναν φάκελο που τον παρουσίασε στα γραφεία του Magnum στη Νέα Υόρκη και εκείνα με τη σειρά τους ενημέρωσαν το αρμόδιο γραφείο του Παρισιού για τη νέα υποψηφιότητα. Ο Οικονομόπουλος μάλλον δύσκολα τα φανταζόταν όλα αυτά όταν γύρω στο τέλος της δεκαετίας του '70 και χωρίς να έχει πρόθεση να ασχοληθεί με τη φωτογραφία έπεσε πάνω σε ένα λεύκωμα με εικόνες του Μπρεσόν, που του αποκάλυψε ότι η φωτογραφία δεν ήταν απλώς ένα μέσο διαχειριστικής εικονογράφησης εντύπων. Αναζήτησε και άλλα τέτοια λευκώματα, αναζήτησε και μια καλή μηχανή και σύντομα βγήκε στον δρόμο «σχεδόν νομοτελειακά», χωρίς να τον ενδιαφέρει τόσο η επικαιρότητα. Ακόμη και ως μέλος του Magnum δεν ενθουσιαζόταν με τις αποστολές και συνειδητοποίησε ότι τα περιοδικά ήθελαν άλλες εικόνες από αυτές που άρεσαν σε εκείνον. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ταξιδέψει στα Βαλκάνια ερευνώντας τις εσωτερικές εντάσεις και τα κοινωνικά ή θρησκευτικά τελετουργικά τους. Ούτε να φωτογραφίσει, μεταξύ άλλων, τη φτώχεια και τον αποκλεισμό στην Ευρώπη, με έμφαση στους έλληνες Ρομά, τους λιγνιτωρύχους ή τους μουσουλμάνους της Ελλάδας, τους κατοίκους της κυπριακής πράσινης γραμμής, τους νεαρούς κατοίκους του Τόκιο, τα ελληνοτουρκικά σύνορα, τη φυγή των Αλβανών του Κοσόβου. «Πάντα η φωτογραφία ήταν ένας τρόπος να πάρω χαρά», λέει σήμερα και εξηγεί ότι το καλό με το Magnum «είναι η απόλυτη ελευθερία. Είσαι σαν freelancer και ό,τι τραβήξεις θα προσπαθήσει να το πουλήσει. Ποιος δεν θα ήθελε τέτοια πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά; Ποιος δεν θα ήθελε να ψηφιστεί από σημαντικούς ιστορικά φωτογράφους;». Οχι ότι όλα αυτά καθησυχάζουν έναν φωτογράφο. Τα τελευταία χρόνια ο Οικονομόπουλος παραδίδει όλο και περισσότερα μαθήματα φωτογραφίας σε όλον τον κόσμο, ενώ στη δική του τέχνη είναι πρόθυμος για αλλαγές. «Πλέον δεν κάνω ασπρόμαυρο, μόνο χρώμα», λέει. «Δεν ξέρω, ήθελα κάτι να μου αυξήσει την περιέργεια. Αισθάνομαι ότι έχω να μάθω και άλλα πράγματα».