Σε ένα χωριό της Βρετάνης, ο Πολ Γκογκέν και ο μαθητής του Μέγερ ντε Χάαν κονταροχτυπιούνται για να γοητεύσουν την ωραία ταβερνιάρισσα Μαρί Ανρί
Φινιστέρ, Βρετάνη 1889-1890. Η ιστορία τοποθετείται σε μια περιοχή όπου υπάρχουν ακόμη οι παραδοσιακές φορεσιές, έναν τόπο που προσελκύει τους ζωγράφους χάρη στο φως, τη γραφική, άγρια φύση και τα πάμφθηνα θέρετρα. Κρύβει μια μυστική αγάπη που εκτυλίσσεται με μισόλογα μέσα στην τραπεζαρία ενός πανδοχείου στη διάρκεια του χειμώνα της Βρετάνης και ολοκληρώνεται με ένα αριστοτεχνικό πορτρέτο, μια αναχώρηση δίχως επιστροφή και ένα νόθο παιδί. Η ιστορία έχει τρεις ήρωες. Πρωταγωνιστούν δύο ζωγράφοι. Ο πρώτος είναι ένας τρομερός καλλιτέχνης, ένας Παριζιάνος γεννημένος για την περιπέτεια, ο οποίος εγκατέλειψε τον συζυγικό βίο για να ζωγραφίσει και να ταξιδέψει. Είναι ο Πολ Γκογκέν, το απένταρο ταλέντο της σχολής του Ποντ-Αβέν. Ο δεύτερος είναι γιος μιας οικογένειας Ολλανδών, επιφανής ακαδημαϊκός στο Αμστερνταμ: ανακάλυψε το παρισινό αβανγκάρντ χάρη στον Τέο Βαν Γκογκ και αναζητά έναν μέντορα για να μεταμορφωθεί. Ονομάζεται Μέγερ ντε Χάαν. Η γυναίκα της ιστορίας είναι ταβερνιάρισσα στο Πουλντί. Είναι ωραία και θαρραλέα. Τη λένε Μαρί Ανρί.

Ας ξεκινήσουμε από τον ηττημένο. «Οταν τα τσόκαρα αντηχούν πάνω στο γρανιτένιο έδαφος, ακούω τον υπόκωφο, σκοτεινό και δυνατό ήχο που αναζητώ στη ζωγραφική», γράφει την άνοιξη του 1888 ο Γκογκέν στον ζωγράφο Εμίλ Σιφενεκέρ. Ανδρας «ανεξάρτητος και ισχυρός», ο Γκογκέν είναι 41 ετών. Ηδη κουβαλάει στις αποσκευές του το παρελθόν του ναυτικού που έκανε τον γύρο του κόσμου πέντε φορές, παιδικές αναμνήσεις από το Περού, ένα οξύ πνεύμα που τον βοηθά να μετουσιώσει σε καλλιτεχνική έμπνευση όλα όσα βλέπει, μια ισχυρή προσωπικότητα που τον οδηγεί προς τη βία. Σίγουρος για τις πράξεις του και για την επιρροή του στους άλλους, περιγράφει σε αυτή την αλληλογραφία έναν συγκεκριμένο τύπο γυναίκας που πρόσεξε στο απόκρημνο Πουλντί, ένα απομονωμένο, τότε, χωριουδάκι στις εκβολές του παραπόταμου Λαϊτά. Καμιά εικοσαριά σπιτάκια ψαράδων από γρανίτη στα χρώματα της ώχρας και του γκρίζου, ντυμένα με πλάκες σχιστόλιθου που άστραφταν στη βροχή. Υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο ένας οδηγεί στην ακτή απ΄ όπου οι χωρικοί φορτώνουν τα θαλάσσια φύκια που θα χρησιμοποιήσουν ως λίπασμα και την άμμο που θα χρειαστούν για να χτίσουν τοίχους. Ο άλλος δρόμος προχωρά προς το πέρασμα του Λαϊτά, προς τον μεγάλο ποταμό, προς το Λοριάν. Στη διασταύρωση αυτών των δύο δρόμων υπάρχει ένα μαγαζάκι για να φας και να πιεις. Το «Μαγαζάκι της Ακτής» ανήκει στη Μαρί Ανρί, την οποία αποκαλούν Μαρί Πουπέ, δηλαδή κούκλα, για την ομορφιά της. «Μια ωραία, κάπως πληθωρική μελαχρινή με ροδαλή σάρκα, γέννημα-θρέμμα αυτής της γωνιάς της Βρετάνης που φημίζεται για την ομορφιά και την ευσέβεια των γυναικών της», την περιγράφει ο Γιανίκ Ντουαγιέν, γκαλερίστας από τη Βαν με ειδίκευση στη σχολή του Ποντ-Αβέν. Απόδειξη, το πορτρέτο: ο Ολλανδός ντε Χάαν θα ζωγραφίσει τη Μαρί Ανρί ως εκθαμβωτική «μητέρα με παιδί» στο αριστούργημά του «Μητρότητα», το 1889, μια εικόνα σεμνότητας με αισθησιακά ζυγωματικά σαν δροσερά μήλα. «Ηταν ένα κορίτσι-μητέρα στην αυστηρά καθολική περιοχή της Βρετάνης. Εξυπνη και τολμηρή, κρατά μόνη της το μαγαζί της, χτίζει το σπίτι της. Ποτέ δεν αποκάλυψε την ταυτότητα του πατέρα τής πρωτότοκης κόρης της, ΜαρίΛεά», συνοψίζει ο ιστορικός Αντρέ Καριού.

Τον Ιούνιο του 1889, ο Γκογκέν εγκαταλείπει το ακμάζον ΠοντΑβέν και την τουριστική βοή του, την εβδομαδιαία αγορά του, το μεγάλο παζάρι του κάθε μήνα, τους δεκαπέντε μύλους του που γυρνούν ασταμάτητα, τους άγγλους τουρίστες του και τους ζωγράφους του που έρχονται ακόμα και από την Αμερική. Απομακρύνεται από αυτούς τους ακαδημαϊκούς ζωγράφους που κοντεύουν τους εκατό, ζουν σε μια αποικία και ζωγραφίζουν σε φυσικό περιβάλλον. Ο Γκογκέν δεν επέλεξε τη Βρετάνη από ρομαντισμό και αγάπη για τις ερημικές ακτές της. Πραγματιστής, ως παράγοντας αλλαγής, ήρθε «να κάνει τέχνη μέσα σε μια τρύπα».

Το Πουλντί είναι όσο απομονωμένο θέλει κανείς, με ένα εργατικό χρώμα. Οι πρώτες καρτ ποστάλ, γύρω στο 1890, απεικονίζουν μια άδεια ακτή, ένα τόξο από απότομα βράχια, μόνο ένα σπίτι να ατενίζει τη θάλασσα. Γραφική, αλλά άγρια εικόνα. Ακολουθώντας τις συμβουλές του φίλου και συμπατριώτη του, του εμπόρου έργων τέχνης Τέο Βαν Γκογκ, ο ντε Χάαν επιχείρησε να εργαστεί «ως ιμπρεσιονιστής» στο Ποντ-Αβέν. Ξεχασμένος ώς την πρόσφατη έκθεση του Μουσείου του Ορσέ, αυτός ο «άγνωστος δεξιοτέχνης» είναι ο γιος μιας πλούσιας εβραϊκής οικογένειας του Αμστερνταμ, της οποίας ο άζυμος άρτος θρέφει μια κοινότητα 150.000 ατόμων. Τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 1889, αυτός ο εύπορος άνδρας που αναζητούσε έναν δάσκαλο για πρωτοποριακά μαθήματα συναντά τον άπορο Γκογκέν στο Πουλντί.

«Ο Γκογκέν, που ήθελε να ιδρύσει εκεί μια κοινότητα ζωγράφων, ένα “εργαστήρι του Βορρά”, αναπαράγοντας τις ιδέες του Βίνσεντ Βαν Γκογκ στην Αρλ, σχεδιά ζει να συγκεντρώσει τον Ανρί Μορέ, τον Σαρλ Λαβάλ, τον Εμίλ Μπερνάρ και τον Μέγερ ντε Χάαν στη βίλα Μοντουί, την οποία θα νοίκιαζε ο Ολλανδός, ο μόνος που διέθετε τους απαραίτητους πόρους», αφηγείται ο Αντρέ Καριού. Ο ξένος όμως δεν είναι το μάννα εξ ουρανού, όπως έλπιζε. Επειτα από έναν μήνα στο Πουλντί με τον ντε Χάαν, ο Γκογκέν επιστρέφει στο Ποντ-Αβέν, για να επανέλθει τον Οκτώβριο και να εγκατασταθεί στο σπίτι της Μαρί Ανρί. Οταν ο ντε Χάαν νοικιάζει επιτέλους τη βίλα Μοντουί, ο Γκογκέν πηγαίνει κοντά του και γράφει στον Σιφενεκέρ: «Είναι υπέροχα με τις καταιγίδες. Εδώ δουλεύω με έναν Ολλανδό που είναι μαθητής μου και πολύ καλό παιδί». Υστερα από ενάμιση μήνα, έπειτα από διαμαρτυρίες των γειτόνων, οι δύο ζωγράφοι εγκαταλείπουν τα μεγάλα παράθυρα με τις τζαμαρίες που δέσποζαν στην ακτή Γκραν Σαμπλ και εγκαθίστανται στο ταπεινό πανδοχείο της Μαρί Ανρί. Είναι σχεδόν συνομήλικοι, δέκα χρόνια μεγαλύτεροι από εκείνη. Η συγκατοίκησή τους εκείνο τον χειμώνα πυροδοτεί την ερωτική αντιπαλότητά τους, ενώ παράλληλα μεταμορφώνουν την τραπεζαρία σε μπαλέτο που κινείται σε έντονους ζωγραφικούς ρυθμούς, από τις «Τailleuses de lin» (Ράφτρες του λινού) του ντε Χάαν ως τη «Χήνα» («L΄ oie») και την «Υφάντρα» («La fileuse») του Γκογκέν. Διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Ο ζωγράφος των νησιών είναι ένας άξεστος που βλέπει τη σεξουαλικότητα ως θέμα υγιεινής, που συχνάζει στον οίκο ανοχής της Αρλ και που θα ζήσει με το δεκατριάχρονο μοντέλο του Τεχούρα στην Ταϊτή. Χτυπημένος από φυματίωση των οστών από την παιδική του ηλικία, ο ντε Χάαν είναι «ένα αδύνατο, ραχιτικό, παραμορφωμένο, φιλάσθενο πλάσμα, σχεδόν ανάπηρος», όπως τον περιγράφει η Μαρί Ανρί. Πρόκειται για έναν διανοούμενο, έναν τέκτονα παθιασμένο με τη λογοτεχνία και την πνευματικότητα. Τότε ο Γκογκέν τον μελετά, τον σχεδιάζει και τον ζωγραφίζει υπό το κίτρινο φως μιας λάμπας ως παράξενο πλάσμα ή κακό πνεύμα με τα βιβλία του για συντροφιά.

«Οι δυο τους βρίσκονται κλεισμένοι επί μήνες μαζί με μία νέα κι όμορφη γυναίκα που ήδη έχει ένα παιδί. Κι αυτός που κερδίζει είναι ο καμπούρης», σχολιάζει ο Αντρέ Καριού. «Η Μαρί Πουπέ απεχθανόταν τον Γκογκέν. Μάλιστα, κράτησε τους 25 πίνακές του ως πληρωμή για τα 300 φράγκα που της χρωστούσε». Ο Γκογκέν ονειρεύεται ταξίδια και την Ταϊτή. Ο ντε Χάαν σκέφτεται να τον ακολουθήσει, όταν η οικογένειά του τον απειλεί ότι θα πάψει να τον συντηρεί. Φεύγει στις 8 Οκτωβρίου του 1890 από το Πουλντί, αφήνοντας πίσω του περίπου 30 πίνακες και τη Μαρί Ανρί έγκυο σε ένα παιδί που εκείνος δεν θα δει ούτε θα αναφέρει ποτέ, ούτε καν στην αλληλογραφία του. Γιατί;

Παραμένει μυστήριο. Αραγε το ήξερε; Ούτε εκείνη ούτε εκείνος θα πουν κουβέντα σχετικά. Το πάντρεμά τους βασιζόταν στις αντιθέσεις. Η χωριάτισσα κι ο αστός. Η καθολική και ο ορθόδοξος Εβραίος. Η γυναίκα της γης κι ο καλλιτέχνης.

Η Μαρί Ανρί πέθανε το 1942 στον βομβαρδισμό της Τουλόν. Η μελαχρινή κόρη της Ιντα, η οποία έγινε δασκάλα, γυναίκα δασκάλου και μητέρα πέντε παιδιών, επρόκειτο να φυλάξει τους πίνακες αυτού του άγνωστου πατέρα μέχρι το 1959 και να υπερασπιστεί τη μνήμη του. Στις νήσους Μαρκησίες το 1902, δηλαδή επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Ολλανδού, ο Γκογκέν θα ζωγράφιζε τον ντε Χάαν ως κοκκινοτρίχη διάβολο, με γαμψή μύτη, στραβά χέρια κι εξαρθρωμένα πόδια στα «Βαρβαρικά παραμύθια» του («Contes barbares»). Ομως, η «Μητρότητα», το αριστούργημα του ντε Χάαν, αυτός ο θησαυρός του Μουσείου του Εσεν, είναι μια μικρή εκδίκηση που αξίζει χρυσό.

Οι δυο τους βρίσκονται κλεισμένοι επί μήνες μαζί με μία νέα κι όμορφη γυναίκα που ήδη έχει ένα παιδί.

Κι αυτός που κερδίζει είναι ο καμπούρης