Οι λέξεις δεν είναι ποτέ µόνες, µπορούν όµως να φέρουν κοντά ή και να αποµακρύνουν τους ανθρώπους, λέει ο γλωσσολόγος καθηγητής µε αφορµή το νέο του βιβλίο µε… «Διαλογισµούς»
«Η γλώσσα ενώνει και χωρίζει, ενώνει και διαχωρίζει τους ανθρώπους – πρόκειται για εγγενές γνώρισµά της», λέει ο γλωσσολόγος Γιώργος Μπαµπινιώτης. «Μία γλώσσα, λ.χ., ενώνει αυτούς που τη µιλούν και τους διαχωρίζει από εκείνους που δεν τη µιλούν».

Στο νέο του βιβλίο, µε τίτλο «Διαλογισµοί για τη γλώσσα και τη γλώσσα µας», ο γνωστός καθηγητής υπογράφει 62 νέα, σύντοµα κείµενα για τη γλώσσα, βασισµένα σε σηµειώσειςκαι παρατηρήσεις µέσα από τηνενασχόληση σαράντα χρόνων µε το αντικείµενο αυτό.

Θέµατα ποικίλα και ενδιαφέροντα, από το αν η γλώσσα έχει µία ηθική ή ποια είναι η έννοιατης συµµετρίας– αλλάκαιτου χρόνου – στη γλώσσα,µέχρι τη γλώσσα του Ευαγγελίου, την οποία ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης χαρακτήρισε ως «πρώτο δηµοτικισµό».

Είναι χαρακτηριστικό, όπως γράφει στο σχετικό του κείµενο ο Γιώργος Μπαµπινιώτης, ότι ήδη από τον 1ο αι. π.Χ. υπήρξε το πρόβληµα της διγλωσσίας, καθώς έκανε την εµφάνισή του ο αττικισµός, η γλωσσική µίµηση δηλαδή της αττικής διαλέκτου της κλασικής περιόδου. Ο γλωσσικός διχασµός αποτυπώθηκε και στα θρησκευτικά κείµενα, κυνηγώντας µας µέχρι τον 20ό αιώνα. Η γλώσσα του Ευαγγελίου ήταν η προφορική µετεξέλιξη της αττικής διαλέκτου, η οποία βαθµιαία είχε επικρατήσει µε αντίστοιχη υποχώρηση των άλλων διαλέκτων. Η γλώσσα του Ευαγγελίου υπήρξε η πρώτη πραγµατικά κοινή ελληνική γλώσσα, της οποίας εξέλιξη υπήρξε η απλή προφορική γλώσσα, η δηµοτική, που διαρκώς µεταβαλλόµενη χρησιµοποιείται µέχρι σήµερα. «Το ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας υιοθέτησαν την αττικιστική γλώσσα αντί της γλώσσας του Ευαγγελίου ήταν µια καθοριστική αιτία για να εγκαταλειφθεί στον γραπτό λόγο η Κοινή του Ευαγγελίου», λέει ο Γ. Μπαµπινιώτης. «Ετσι χάθηκε µια καλή ευκαιρία να αποκτήσουν οι Ελληνες ενιαία µορφή γλώσσας, γραπτή και προφορική, ήδη από τα χρόνια του Χριστού».

Στη γεµάτη από κόσµοαίθουσα της Στοάς του Βιβλίου, όπου έγινεη παρουσίαση, ο Γ. Μπαµπινιώτης ανέφερε ότι τα κείµενα αυτά «είναι γραµµένα για να διαβάζονται και να κατανοούνται», και ότι πρόκειται για«γλωσσολογικά πετραδάκια σε έναν διάλογο µε τον εαυτό µου και µε τον νοητό αναγνώστη».

Στα θέµατά του περιλαµβάνεται ακόµα και η… συντροφικότητα των λέξεων. «Οι λέξεις δενείναι ποτέ µόνες.

Κάθε λέξη είναι από τη φύση της συντροφική», τόνισε,εξού και θεωρεί ατελέσφορη τη ροπή ορισµένων δασκάλων να επιµένουν σε πολύ παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας, όπου κάθε γραµµατικό φαινόµενο εξετάζεται χωριστά, αποκοµµένο εντελώς από την ευρύτερη γλωσσική του χρήση.

«Κάθε αλλαγή στη γλώσσα ξεκινάει ως απόκλιση», ήταν µια άλλη ενδιαφέρουσα αποστροφή του πιο γνωστού γλωσσολόγου – και λεξικογράφου – της σηµερινής Ελλάδας. «Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποτε ο τύπος “θα γράφω” δεν υπήρχε. Υπήρχε µόνο ο τύπος “θα γράψω” που είχε και τις δύο έννοιες», εξηγεί. «Μετά πέρασε στη γλώσσα, στην αρχή ως λάθος, κατ’ αναλογία µε τον παρατατικό».

Σε ονόµατα όπως οι Γεώργιος Χατζιδάκις, Γιάννης Ψυχάρης, Γεώργιος Κουρµούλης αλλά και Φερντινάν ντε Σοσίρ και Νόαµ Τσόµσκι, είναι αφιερωµένα τα κείµενα του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου.

Για τον Γιάννη Ψυχάρη, ο Γ. Μπαµπινιώτης γράφει: «Θα είχαµε, άραγε, φτάσει ποτέ σε λύση τουγλωσσικού, αν δεν είχε υπάρξει η µαχητική πρωτοπόρος παρουσία του Γιάννη Ψυχάρη; Η απάντηση, αντικειµενικά, δεν µπορεί παρά να είναι αρνητική. Χωρίς τον Ψυχάρη θα είχαµε µείνειίσως µόνο σε εµπειρικές ή βιωµατικές διακηρύξεις υπέρ της δηµοτικής.

Η συµβολή του έγκειται στο ότι είναι η πρώτη επιστηµονική φωνή και συγχρόνως η πρώτη στέρεη επιχειρηµατολογία υπέρ της γενίκευσης τηςχρήσης της δηµοτικής και ωςεπίσηµης γραπτής γλώσσας. Υποστήριξε το προβάδισµα της προφορικήςέναντι της γραπτής. Δίδαξε ότι ηµητροδίδακτη προφορική γλώσσα, έστωκι αν δεν ήταν ακόµη πολύ καλλιεργηµένη από εφαρµογές στον επίσηµολόγο (επιστήµη, διοίκηση, εκπαίδευση), ήταν εξελίξιµη και η µόνη που θα µπορούσε να λειτουργήσει ως επίσηµηεθνική γλώσσα».

Και προσθέτειµεταξύ άλλων:«Ο,τι εζηµίωσε τον Ψυχάρη ήτανοι υπερβολές του, τόσο στη γλώσσα όσο και στη συµπεριφορά του απέναντι στους αντιπάλους του, ενίοτε και στους συναγωνιστές του – είναι γνωστή η επιθετική και προσβλητική στάση του απέναντι στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που δήθεν πρόδωσε τον αγώνα των δηµοτικιστών επειδή τάχθηκε υπέρ µιας ηπιότερης δηµοτικής».

< INFO

Γιώργιος Μπαµπινιώτης, «Διαλογισµοί για τη γλώσσα και τη γλώσσα µας», Εκδ.
Καστανιώτη, σελ. 222, τιµή:
14,77 ευρώ.

«Ανήθικοι» οµιλητές και ακροατές

«Η γλώσσα είναι εξ ορισµού “συνάντηση ανθρώπου µε άνθρωπο”», λέει ο καθηγητής Γιώργος Μπαµπινιώτης. Και σε αυτό το πλαίσιο τίθεται το θέµα της «εντιµότητας της επικοινωνίας» ως κοµµάτι της ηθικής της γλώσσας. «Για να επικοινωνήσεις, κοινωνείς µηνύµατα που πρόθεσή σου είναι να απο-καλύψουν κάποιες σκέψεις σου ή να κατανοήσεις τις σκέψεις των άλλων. Αυτό γεννά και ορισµένες επικοινωνιακές υποχρεώσεις: ειλικρίνειας, σαφήνειας, ευπρέπειας, καλοπροαίρετης ερµηνείας. Αν, αντιθέτως, αντί να απο-καλύπτεις συγ-καλύπτεις τις σκέψεις και τις προθέσεις σου, τότε παραβιάζεται η ηθική της επικοινωνίας και τραυµατίζεται το ήθος της γλώσσας, αλλά και η αξιοπρέπεια και η αξιοπιστία του οµιλητή. Τότε η επικοινωνία είναι οριστικά µαταιωµένη και η συνάντηση αναπότρεπτα προδοµένη», γράφει στο βιβλίο του ο Γ. Μπαµπινιώτης. «Ιδιαίτερα στον πολιτικό στίβο», σχολίασε κατά την παρουσίαση του βιβλίου πάνω στο ίδιο θέµα, «κανόνας είναι το αντίθετο: ο οµιλητής συνειδητά να παραπλανά και ο ακροατής συνειδητά να παρερµηνεύει».