Μεγάλωσε στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης, χωρίς μητέρα και με αγνοούμενο- κομμουνιστήπατέρα. Ο Γιάννης Ατζακάς εξηγεί στα «ΝΕΑ» πώς τον λύτρωσε ο «Θολός βυθός» του, βιβλίο που του χάρισε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος
«Ήθελα να διασώσω την εποχή όπως την έζησα, όχι μέσα από διαβάσματα. Να περιγράψω φοβερές δοκιμασίες και, μαζί, να σώσω την ψυχή μου», λέει στα «ΝΕΑ» ο Γιάννης Ατζακάς. Η βράβευση του μυθιστορήματός του «Θολός βυθός», εμπνευσμένου από την εμπειρία του στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης, ήταν τολμηρή επιλογή- είναι μόλις το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα -, δίκαιη όμως και ομόφωνη, καθώς η Επιτροπή Κρατικών Βραβείων έκρινε άρτιο το μυθιστόρημα τόσο από άποψη χειρισμού του θέματος όσο και επεξεργασίας της γλώσσας.
Ήδη, πάντως, από το πρώτο του (μικρό) μυθιστόρημα, τα «Διπλωμένα φτερά», ο συγγραφέας είχε προκαλέσει εντύπωση. Εκεί, μέσα από το alter ego του, τον μικρό Γιάννη Αρχοντή, αφηγούνταν την ιστορία ενός παιδιού μέσα στον Εμφύλιο, με εξαφανισμένο πατέρα «στους σκοτεινούς δρόμους της Ιστορίας», μάνα πεθαμένη στη γέννα του και τη «Μεγάλη Μητέρα», τη Φρειδερίκη, πρόθυμη να τον «αναθρέψει».
«Τα πήρα με τη φυσική τους σειρά», μας λέει. «Τα νηπιακά χρόνια στο πρώτο βιβλίο. Οι Παιδοπόλεις στο δεύτερο. Το τρίτο βιβλίο της τριλογίας θα είναι η επιστροφή του Γιάννη Αρχοντή στη Θάσο, το νησί του.
Που τότε δεν ήταν ακριβώς παράδεισος. «Γι΄ αυτήν την καμπή του τέλους της δεκαετίας του ΄50 στην Καβάλα νομίζω ότι δεν έχουν γραφτεί αρκετά», λέει. «Για μένα τα χρόνια του ΄50, επειδή ζούσα στις Παιδοπόλεις, ήταν άγραφο χαρτί. Δεν είχα ιδέα για τον έξω κόσμο. Όταν βγήκα το ΄55, έμεινα δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη και μετά πήγα στην Καβάλα. Εκεί συνάντησα μεγάλη φτώχεια, με το τέλος των καπνομάγαζων και τη μετανάστευση. Αν σήμερα έχουμε οικονομική κρίση, δεν ξέρω τι είχαμε τό τε. Ήμουν έφηβος και γνώρισα ένα τέλος εποχής».
Γράφοντας, ο Γιάννης Ατζακάς ανακάλυψε κάτι που δεν είχε συνειδητοποιήσει πριν: «Αυτό που με ενδιέφερε τελικά δεν ήταν ο τρόπος ζωής στην Παιδόπολη και η αναμενόμενη προπαγάνδα. Ήταν το τραύμα για τον πατέρα μου που, για την Παιδόπολη, ήταν ένας κατσαπλιάς. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ως παιδί ήταν να σκέφτομαι ότι ο πατέρας μου ήταν ένας νεκρός στρατιώτης και όχι κατσαπλιάς. Τον έβαζα στο “σωστό” στρατόπεδο. Με εξώθησαν να απωθήσω το πρόσωπό του. Όταν ήρθε το πρώτο του γράμμα από τη Βάρνα, όπου είχε εγκατασταθεί, δέκα χρόνια μετά την εξαφάνισή του, αισθάνθηκα ενόχληση. Τον είχα σπρώξει στη λήθη…».
Το γράμμα ήρθε το 1958. «Ήμουν 17 ετών τότε. Τον θεωρούσαν νεκρό. Λόγω φημών που η Πολιτεία βιάστηκε να ενστερνιστεί, ότι κάποιος τον είδε νεκρό». Ο πατέρας δεν επέστρεψε ποτέ από τη Βάρνα, τα γράμματα συνεχίστηκαν μέχρι το 1967, διακόπηκαν λόγω της δικτατορίας και συνεχίστηκαν μετά. Η πρώτη συνάντηση πατέρα και γιου έγινε στο Μπρνο της τότε Τσεχοσλοβακίας, όπου μπορούσαν και οι δύο να ταξιδέψουν. Αργότερα πήγε ο ίδιος πολλές φορές στη Βάρνα. Κάποιες συνομιλίες τους κατέγραψε στο διήγημά του «Ο Οδυσσέας στη Μαύρη Θάλασσα» που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό «Εντευκτήριο».
«Τα συχνά ταξίδια στη Βάρνα με έκαναν να τρέφω λιγότερες αυταπάτες από άλλους για τον σοσιαλισμό», λέει. «Νιώθω στην Αριστερά πάντα, όμως όλο και πιο μετριοπαθής, πιο σκεπτικιστής, με βάζουν τα χρόνια από κάτω. Και ο πατέρας μου δεν ήταν ευχαριστημένος. “Δεν πολεμήσαμε γι΄ αυτόν το σοσιαλισμό”, έλεγε. Μιλούσε ιδίως για τις ατομικές ελευθερίες. Κάποιους που πήραν τα όπλα εναντίον των ναζί και μετά έκαναν επανάσταση δεν είναι δυνατό να τους φιμώνεις. Όταν τους απαγορεύεις να μιλάνε, τους στερείς τα πάντα. Προσωπικά, μεγάλωσα απόλυτα ελεύθερος. Οι σημαίες έχουν πολύ βαρύ ίσκιο. Και αν ήμουν κάτω από τον ίσκιο μιας σημαίας δεν θα είχε περάσει τόσο ανώδυνα η Φρειδερίκη από τις σελίδες του βιβλίου μου. Αλλά με διαπότισε, είναι αλήθεια, η απογοήτευση για την Αριστερά. Πορευόμαστε πια χωρίς σημαία. Σημαία είναι τώρα η λογοτεχνία».
«Αν ήμουν κάτω από τον ίσκιο μιας σημαίας δεν θα είχε περάσει τόσο ανώδυνα η Φρειδερίκη από τις σελίδες του βιβλίου μου»
Οι Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης
Δημιουργήθηκαν το 1947 στο πλαίσιο του Οργανισμού Βασιλικής Πρόνοιας.
Στόχος τους ήταν να συγκεντρώνουν παιδιά ανταρτών, τα οποία αρπάζονταν και στοιβάζονταν σε τολ, για να διαπαιδαγωγηθούν σύμφωνα με την «εθνικόφρονα αντικομμουνιστική ιδεολογία».
Ήταν 53 σε όλη την Ελλάδα (κατ΄ άλλη εκδοχή 58).
Εκτιμάται πως πέρασαν απ΄ αυτές περίπου 25.000 παιδιά. Η πρώην βασιλική οικογένεια αναφέρει ότι «μέχρι το 1964 απεφοίτησαν 33.989 παιδιά».
Οικονομικά ενισχύθηκαν από τον λεγόμενο «έρανο της βασίλισσας». Μία από τις γνωστότερες Παιδοπόλεις στέγασε το «Ιωσηφόγλειο» στη Νέα Σμύρνη.
Στον Νάνο Βαλαωρίτη το Μεγάλο Βραβείο
Το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας δόθηκε φέτος- ομόφωνα- στον Νάνο Βαλαωρίτη για το σύνολο του έργου του. Το Βραβείο Ποίησης κατά πλειοψηφία στον Λευτέρη Πούλιο για το έργο του «Η κρυφή συλλογή» (Εκδ. Κέδρος). Το Βραβείο Διηγήματος ομόφωνα εξ ημισείας στους: Τόλη Νικηφόρου για το έργο του «Ο δρόμος για την Ουρανούπολη» (Εκδ. Νεφέλη) και Αργύρη Χιόνη για το έργο του «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες» (Εκδ. Κίχλη). Το Βραβείο Μυθιστορήματος ομόφωνα στον Γιάννη Ατζακά για το έργο του «Θολός βυθός» (Εκδ. Άγρα).
Το Βραβείο Δοκιμίου- Κριτικής κατά πλειοψηφία στον Χρίστο Ρουμελιωτάκη για το έργο του «Ασκήσεις αυτογνωσίας» (Εκδ. Τυπωθήτω). Το Βραβείο Χρονικού- Μαρτυρίας ομόφωνα στην Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου για το έργο της «Υπόθεση Γκράνιν: Η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο: Η δίκη της “Επιθεώρησης τέχνης” το 1959 και η απολογία του Κώστα Κουλουφάκου» (Εκδ. Καστανιώτης). Το Βραβείο Περιοδικού απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία εξ ημισείας στα περιοδικά «Πόρφυρας» και «Εντευκτήριο».
Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης
Ακόμη και το προσωπικό του κυνηγητό από το κράτος, λόγω οικογενειακών φρονημάτων, ο Γιάννης Ατζακάς το μετατρέπει σε λογοτεχνία. Τη στρατιωτική του θητεία, λ.χ., στο δύσκολο 565 Τάγμα του Λαγκαδά, που την 21η Απριλίου του ΄67 επελέγη να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Τις περιπέτειες αυτής της περιόδου τις αφηγείται στη νουβέλα τουπου βασίζεται στο προσωπικό του ημερολόγιο-, «Κάτω από τις οπλές», που θα εκδοθεί σε δύο μήνες.