Φέτος το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας με σκηνοθέτη τον Σταύρο Τσακίρη έδωσε με τους «Πέρσες» μια υποδειγματική, λιτή, λειτουργική και τελετουργική ανάγνωση του αριστουργήματος του Αισχύλου
Oι «Πέρσες» του Αισχύλου δεν είναι ένα ιστορικό δράμα, παρ΄ ότι το υλικό του είναι στον πυρήνα του ιστορικά εξακριβωμένο. Λέγεται συχνά, και είναι αλήθεια, πως όταν η τέχνη αντλεί από τα πρόσφατα ιστορικά γεγονότα υπάρχει κίνδυνος, ολοφάνερος, να μεροληπτεί και το έργο της είτε να ξεπέφτει στην προπαγάνδα είτε στον άκρατο έπαινο, ή να διχάζει και να αμφισβητείται. Ο καλλιτέχνης, ο ποιητής, ως άνθρωπος του καιρού του και του τόπου του, ανήκει κάπου ιδεολογικά, ηθικά και πολιτικά. Είτε ανήκει στους νικητές είτε στους ηττημένους, είναι ανθρώπινο να βλέπει τα γεγονότα από τη σκοπιά του και να φιλτράρονται από τα φορτισμένα του συναισθήματα.
Ο Αισχύλος εκτός από σύγχρονος με τα Μηδικά, υπήρξε μαχητής στον Μαραθώνα και ναυμάχος στη Σαλαμίνα αλλά και αδελφός του Κυναίγειρου, του τραγικού και απίστευτου ήρωα στο Μαραθώνιο άλσος. Άρα είχε κάθε λόγο γράφοντας, πέντε-έξι χρόνια μετά τη Ναυμαχία και τις Πλαταιές, να είναι προκατειλημμένος. Εξάλλου εκτός από νικητής είχε και αυτός την αίσθηση πως η Ναυμαχία εκείνη ήταν μια τομή στην Ιστορία και συνέβαλε να θεμελιωθεί βαθιά στη συνείδηση των συμπολιτών του η ανάγκη υπεράσπισης θεσμών δημοκρατικών, νωπής τότε ακόμη κοπής και εφαρμογής. Είχε λοιπόν την ευχέρεια να γράψει έναν θεατρικό διθύραμβο, μια αποθέωση της Νίκης και των δημοκρατικών θεσμών. Δεν το έκανε, δεν υπέκυψε στον πειρασμό να κολακέψει τη γενιά του και να χαϊδέψει τους ηγέτες της πόλης του. Είχε προχωρήσει βαθύτερα στο νόημα των ιστορικών συμβάσεων, στα αίτια της ήττας των βαρβάρων και στη σημασία της Νίκης των Αθηναίων και των συμμάχων τους. Τολμώ να πω ότι πριν από τον Ηρόδοτο, πολλά χρόνια και πολλά περισσότερα πριν από τον Θουκυδίδη, ο ποιητής γράφει με ποιητικό οίστρο ένα δοκίμιο Φιλοσοφίας της Ιστορίας, επιστήμης που εξετάζει τους νόμους που κυβερνούν και καθορίζουν την πορεία του ανθρώπου μέσα στον χρόνο και στο περιβάλλον .
Ο Αισχύλος στους «Πέρσες» εγκαινιάζει πάγια ερωτήματα της Φιλοσοφίας της Ιστορίας: τη σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, την ισχύ και τις καταχρήσεις της εξουσίας, την αλαζονεία των ηγεμόνων, τις επιπτώσεις ενός πολέμου στον κοινωνικό ιστό, στο δημογραφικό πρόβλημα και κυρίως στο φυσικό και τεχνητό περιβάλλον.
Για να ξεπεράσει και τον πειρασμό του διθυράμβου και την κολακεία των ηγετών της νίκης και την αρνητική κριτική ή αμφισβήτηση των αυτοπτών μαρτύρων συμπολιτών του και για να απαλλαγεί από την εγγύτητα του χρόνου των συμβάντων, παίρνει αποστάσεις. Και αλλάζει τόπο του δράματος. Επιλέγει να κοιτάξει τα γεγονότα μέσα από τον θρήνο και την πρόσληψη του εχθρού. Το δράμα απόκειται στα Σούσα. Πέρσες θρηνούν, Πέρσες αφηγούνται τα συμβάντα, Πέρσες ηγεμόνες κρίνουν τα γεγονότα και Πέρσες ηττημένοι απολογούνται. Γιατί; Διότι ο σκοπός του δεν είναι να κάνει Ιστορία. Αλλά να στοχαστεί πάνω στην Ιστορία, να εμβαθύνει στα κίνητρα που ωθούν τους ανθρώπους στη σύγκρουση, στο μίσος, στην αρπαγή, στην αλληλοεξόντωση.
Θα ήταν αφελής όποιος υπέθετε πως ο Αισχύλος απευθυνόταν στους «Πέρσες». Ποιος Πέρσης τότε έμαθε, και πώς, ότι στην Αθήνα μια και μόνη μέρα ανάμεσα σε τρεις διαγωνιζόμενες τετραλογίες μία αφορούσε την ήττα τους στη Σαλαμίνα. ΟΧΙ! Στους Αθηναίους απευθύνεται ο Αισχύλος, στους πολίτες του Άστεως και στους ηγέτες που υπηρετούσαν τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Για να τους ειδοποιήσει ότι η αλαζονεία της εξουσίας καιροφυλακτεί παντού, δεν είναι μόνο δαίμονας που παρεπιδημεί στους βαρβάρους και στις δυναστείες, αλλά σκουλήκι που κυοφορείται και στη Βουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Ο αλαζόνας Ξέρξης των «Περσών» είναι ένα παράδειγμα που μπορεί να βρει ομοίους του παντού, ακόμη και στη δημοκρατική Αθήνα, μια πόλη που εκκινώντας από τη νίκη κατά βαρβάρων άρχισε να συγκροτεί πανίσχυρες συμμαχίες, να επιβάλει τη βούλησή της ακόμη και με τη βία και να χρησιμοποιεί την ισχύ της για να νομιμοποιήσει εγκληματικές ενέργειες .
Ο Αισχύλος έχει υπόψη του την αλαζονεία του νικητή των Πλαταιών Παυσανία που εμήδισε και πλήρωσε στη Σπάρτη οικτρά. Στις κερκίδες του Διονυσιακού θεάτρου, όταν παίζονται οι «Πέρσες» είναι θρονιασμένος ο θριαμβευτής της Σαλαμίνας Θεμιστοκλής, που λίγο αργότερα θα καταφύγει ικέτης και οικότροφος του Πέρση βασιλιά που του παραχώρησε για να ζει πολυτελώς τους φόρους της κατεχόμενης ελληνικής αποικίας της Μαγνησίας .
Ο Αισχύλος συνέλαβε από τα γεγονότα των Μηδικών μια ιστορική νομοτέλεια: Η εξουσία φθείρει θεσμούς, διαφθείρει ηγέτες και παροξύνει φιλοδοξίες εξογκώνοντας το Εγώ.
ΙΝFΟ
Οι «Πέρσες» παρουσιάζονται απόψε στις 21.00 στο Κηποθέατρο Αλκαζάρ, στη Λάρισα. Εισιτήριο 20 ευρώ και 15 ευρώ (φοιτητικό).
Ποίηση, φαντασία, συναίσθημα
Φέτος το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας με σκηνοθέτη τον Σταύρο Τσακίρη έδωσε μια υποδειγματική, λιτή, λειτουργική και τελετουργική ανάγνωση του αριστουργήματος του Αισχύλου. Ο Τσακίρης είχε στη διάθεσή του μια εύρυθμη μετάφραση του Κ. Λάνταβου, λιτά σκηνικά και κοστούμια άχρονα της Ελένης Μανωλοπούλου, μια υποδόρια ενισχυτική μουσική στήριξη του Ν. Κηπουργού, την ευρηματική χορογραφία της Απ. Παπαδαμάκη (κομμάτι ανθολογίας η επίκληση του Δαρείου), τους φωτισμούς του Αναστασίου και το μακιγιάζ του Χαρίτου.
Ο Τσακίρης, στην καλύτερη και ουσιαστικότερη έως τώρα σκηνοθεσία του στο αρχαίο δράμα (τρίτη απόπειρα προσέγγισης των «Περσών») ισορρόπησε την σύστασιν των πραγμάτων και λάμπρυνε ό,τι κυριαρχεί σε αυτό το κείμενο, τον Δραστικό λόγο, την ποίηση που κινητοποιεί το σώμα, τη φαντασία, το συναίσθημα, ακόμη και τα ένστικτα δημιουργώντας εικόνες και ήχους παρακλητικούς της μνήμης.
Ο Γιάννης Τσορτέκης αφηγήθηκε στην Πάροδο με ήθος Ανατολίτη παραμυθά την εκστρατεία και τα επηρμένα κίνητρα. Ο ίδιος ως Ξέρξης έδειξε πως τα προσόντα του είναι σημαντικά.
Ο Μάνος Ζαχαράκος ως αγγελιαφόρος αλλά και οι κορυφαίοι και κορυφαίες του Χορού Παπαμόσχου, Γιαλελής, Μουτάφη, Γέμτου τίμησαν τον λόγο, τον στίχο, τον ήχο και τον ρυθμό.
Η Εύα Κοταμανίδου (Άτοσσα) είχε και μέγεθος και βαθιά συγκίνηση και άκρα ταπείνωση. Ο Σοφοκλής Πέππας ένας έξοχος, λιτός, βαθιά ανθρώπινος Δαρείος, γεμάτος θλίψη για τη ματαιότητα του κόσμου και την εγκληματική μέθη και αστοχασιά των ηγετών.
ΥΓ: Στην παράσταση των «Περσών» η Άτοσσα δεν έπαιζε γιογιό, ο Δαρείος δεν ήρθε από τον Άδη με νεκροφόρα, ο Χορός δεν χόρεψε σουίνγκ, ο Ξέρξης δεν εμφανίστηκε με ποδήλατο και εμπριμέ ομπρέλα και ο αγγελιαφόρος δεν έκοψε να φέρει στα Σούσα περνώντας από την Αττική αγγούρια Καλυβιώτικα. Άρα: παράσταση παλαιάς κοπής. Κι όπως όλα τα νομίσματα παλαιάς κοπής, συλλεκτικό κομμάτι.
Η εκδίκηση της φύσης
Αναφέρω συμπληρωματικά πως ο Αισχύλος αναλύοντας τη διαδικασία που αποκαθιστά την Ύβριν διά της Νεμέσεως, εκτός από τα πολιτικά και ηθικά αμαρτήματα, αναφέρεται σαφώς και στα εγκλήματα εναντίον του φυσικού περιβάλλοντος θέτοντας, έστω συμβολικά, για πρώτη φορά, την εκδίκηση της φύσης σε κάθε απόπειρα προσβολής του οικοσυστήματος. Ο αλαζών Ξέρξης πριν ξεκινήσει ο στόλος του από τον Ελλήσποντο μαστίγωσε τη θάλασσα για να ηρεμήσει η τρικυμία.
Και ο Αισχύλος ρητά αποδίδει στην εκδίκηση του νερού, στα στενά της Σαλαμίνας και στον Στρυμόνα ποταμό, την ήττα των επιδρομέων.