ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΗΜΗ «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ» ΤΟΥ (1062-1065), ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ, ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΕ ΡΟΛΟ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗ.
ΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΚΟΙΝΟ, ΩΣΤΟΣΟ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙ ΩΣ ΤΟΝ ΡΑΔΙΟΥΡΓΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΕ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΜΑΤΖΙΚΕΡΤ (1071) ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ. Ο Π. ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΦΩΤΙΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΨΕΛΛΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΕ ΣΤΗ «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ»:
ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ, ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΜΙΧΑΗΛ ΚΗΡΟΥΛΑΡΙΟ, ΠΟΥ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΕ ΓΙΑ ΤΙΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ»ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ, ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟ ΤΟΥ ΝΑ ΚΑΡΕΙ ΜΟΝΑΧΟΣ
30 Σεπτεμβρίου
Η κυριακάτικη Λειτουργία είχε τελειώσει στον ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Μπροστά στο ιερό είχε απομείνει μια μικρή ομήγυρη, δέκα άνθρωποι το πολύ. Δίπλα στον ιερέα ο δάσκαλος της Φιλοσοφίας Κωνσταντίνος Ψελλός αγωνιζόταν να τελειώσει τον επικήδειο που εκφωνούσε. Το κάτωχρο πρόσωπό του και το κυρτωμένο του παράστημα τον έκαναν να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος από τα τριανταέξι του χρόνια.

Ήταν τα σαραντάμερα από τον θάνατο της εννιάχρονης κόρης του Στυλιανής. Απέναντί του στεκόταν ακίνητη σαν άγαλμα η γυναίκα του, κρατώντας σφιχτά το χεράκι της μικρότερης κόρης τους. Λίγο πιο πέρα, ένας ασπρομάλλης άντρας στήριζε το γερασμένο του κορμί σ΄ ένα μπαστούνι.

«Θυμήσου, παιδί μου», συνέχισε ο Ψελλός, «την ανατροφή και τη στοργή που σου χάρισαν οι γονείς σου. Δείξε κι εσύ τώρα την ευγνωμοσύνη σου κι έλα να μας επισκέπτεσαι στα όνειρά μας για να ανακουφίσεις τον πόνο μας. Κι όμως, δεν υπάρχει παρηγοριά που να μπορεί να μας γιατρέψει, παρεκτός...». Δεν άντεξε και ξέσπασε σε κλάματα.

Ο γέροντας, φανερά συγκινημένος, τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Ο ιερέας έψαλε κάπως αμήχανα την απόλυση και αποτραβήχτηκε πίσω στο ιερό. Ένας νεαρός έκανε νόημα στους υπηρέτες να οδηγήσουν τη συντροφιά μέχρι το σπίτι για το επιμνημόσυνο γεύμα. Ο Ψελλός πήγε να φύγει κι αυτός, αλλά ο γέροντας τον συγκράτησε.

«Ήταν μεστός και γεμάτος δύναμη ο λόγος σου, Κωνσταντίνε», είπε, «αλλά δεν πρέπει να αφήνεις τη θλίψη να σε παρασύρει σε τόσο άμετρους θρήνους». Ο Ψελλός κοίταξε συντετριμμένος τον Κωνσταντίνο Λειχούδη, παλιό του δάσκαλο και πρώην πρωθυπουργό του αυτοκράτορα.

«Σ΄ ευχαριστώ για τη συμβουλή σου, κύρη μου. Όμως, πίστεψέ με, αν και με αποκαλούν φιλόσοφο, όταν με χτυπάει μια τέτοια συμφορά δεν είμαι σε θέση να φιλοσοφήσω ούτε μπορώ να φανώ μεγαλόψυχος».

«Ο Θεός γνωρίζει πέρα από τον ανθρώπινο νου την ώρα του θανάτου μας. Από μακριά μας διοικεί η θεία πρόνοια και μας φροντίζει, έστω κι αν εμείς αδυνατούμε να συλλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί. Χρόνια τώρα τα διδάσκεις αυτά και τα ξέρεις πολύ καλά».

«Ναι, και πιστεύω στην απέραντη αγάπη του Κυρίου. Όμως η κορούλα μου δεν έβλαψε κανέναν, κανέναν δεν αδίκησε. Γιατί να τη χτυπήσει αυτή η αρρώστια που της παραμόρφωσε το όμορφο κορμάκι της;». Ο Ψελλός έχωσε το πρόσωπο στα χέρια του.

«Κωνσταντίνε, η Στυλιανή απαλλάχτηκε από την κακία του παρόντος κόσμου. Μη θλίβεσαι άλλο», είπε ο Λειχούδης κι έδωσε του Ψελλού ένα διπλωμένο γράμμα. «Σου το στέλνει ο Ξιφιλίνος. Στα ανάκτορα έχει ξεσπάσει η καταιγίδα και ο Πατριάρχης, ανεμπόδιστος πια, επηρεάζει τον άρρωστο βασιλέα. Ήρθε η ώρα να πάρεις τις αποφάσεις σου».

26 Νοεμβρίου
Το μισοσκότεινο κελί στη Μονή της Θεοτόκου ήταν κρύο. Ο Ψελλός καθόταν σ΄ ένα σκαμνί και κοίταζε το πάτωμα. Σε λίγο θα άρχιζε η ακολουθία του Εσπερινού. Οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιξαν όταν άνοιξε η πόρτα και πέρασε μέσα ένας σαραντάχρονος καλόγερος μ΄ ένα ταγάρι κρεμασμένο στον ώμο. Κάτω από τα πυκνά φρύδια έλαμπε ένα γερακίσιο βλέμμα.

«Ιωάννη, ήρθες!» είπε ο Ψελλός και σηκώθηκε. Δεν είχε δει τον Ξιφιλίνο από τη μέρα που φόρεσε το ράσο. Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης έβγαλε από το ταγάρι του μερικά φύλλα περγαμηνής.

«Φεύγω για το μοναστήρι μου στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Ήθελα να σ΄ αποχαιρετήσω και να σου επιστρέψω το κείμενο που μου έστειλες». «Πώς σου φάνηκε;» «Κωνσταντίνε, είσαι αδιόρθωτος. Δεν σου φτάνει που ο Πατριάρχης σε κατηγόρησε ότι ασπάζεσαι τις πλάνες των Ελλήνων; Δεν σου φτάνει που σε απέλυσε ο Βασιλέας από την καθηγητική σου έδρα; Θέλησες να δικαιολογήσεις κιόλας τις επιλογές σου. Και τι έκανες; Έγραψες ένα εγκώμιο για τη μητέρα σου που πέθανε πριν από είκοσι χρόνια και παρουσίασες ανερυθρίαστα τις φιλοσοφικές σου αναζητήσεις στο τέλος του κειμένου».

«Μα...» «Σύνελθε! Σε λίγες μέρες θα περιενδυθείς το σχήμα της αγγελικής πολιτείας και θα αλλάξεις όνομα. Δεν επιτρέπεται σ΄ έναν μοναχό να γράφει φράσεις σαν και τούτη». Ο Ιωάννης άνοιξε μια σελίδα και διάβασε: «Έχοντας μελετήσει όλα τα ελληνικά βιβλία που συνέγραψαν οι φιλόσοφοι για τα ρητά και τα άρρητα της κατανόησης του θείου, απήλαυσα το βάθος της σκέψης τους και θαύμασα τη λεπτολόγο μέθοδο της έρευνάς τους». Επέστρεψε τα φύλλα στον Ψελλό. «Δεν είναι δικός σου ο Πλάτωνας για να οικειοποιείσαι με τέτοια ελευθερία τη σκέψη του», πρόσθεσε ξερά.

«Δικός μου ο Πλάτωνας, Ιωάννη; Για όνομα του Θεού!», αναφώνησε ο Ψελλός. «Πράγματι, διάβασα προσεκτικά τους διαλόγους του και θαύμασα το ήθος των ερμηνειών του, αλλά για να καταλάβω καλύτερα τη δική μας θεολογία. Άλλωστε, δεν είμαι ο πρώτος. Ήδη ο τρανός Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός μας δίδαξε πώς να συλλογιζόμαστε ορθότερα χρησιμοποιώντας τη σκέψη των Ελλήνων σοφών. Δικός μου ο Πλάτωνας; Είναι πολύ βαριά τα λόγια σου».

Οι δυο άντρες έμειναν για μια στιγμή σιωπηλοί.

«Άκουσέ με, Κωνσταντίνε», είπε τελικά ο Ξιφιλίνος. «Ξέρω καλά τι έχουν διδάξει οι Καππαδόκες Πατέρες. Αλλά εσύ δεν διαβάζεις τα ελληνικά συγγράμματα με τον τρόπο τους, ώστε να ανακαθάρεις τον νου σου και να απεκδυθείς την επίγεια γνώση. Όχι! Όπως γράφεις σ΄ αυτό το κείμενο, δεν σ΄ αφήνουν να ησυχάσεις τα αστρονομικά προβλήματα, αλλά σ΄ αναγκάζουν να τα εξετάσεις με κάθε λεπτομέρεια γιατί θέλεις να διακρίνεις την επιστήμη από τη σοφία. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να το κάνει αυτό, εκτός από τον Θεό».

Ο Ψελλός όρθωσε το ανάστημά του. «Έχασα πριν από τρεις μήνες το παιδί μου, έχασα πριν από έναν μήνα τη θέση μου και δεν απελπίστηκα, αλλά αγκάλιασα με ακόμα μεγαλύτερη θέρμη τον σταυρό του Κυρίου». Έβγαλε ένα σφραγισμένο έγγραφο από τον χιτώνα του. «Παρ΄ το, Ιωάννη, και πήγαινέ το στον Αυτοκράτορα. Είναι η επίσημη δήλωση της ορθόδοξης πίστης μου». Ο Ξιφιλίνος έχωσε το έγγραφο στο ταγάρι του. «Φεύγω. Το μόνο που έχω πια να σου πω είναι ότι από εδώ και πέρα πρέπει να προσέχεις τι λες και τι γράφεις».

23 Δεκεμβρίου
Έξω, το χιόνι έπεφτε πυκνό. Μέσα, η μυρωδιά του αναμμένου τζακιού γέμιζε το δώμα. Μπροστά σ΄ ένα παράθυρο, ο μοναχός Μιχαήλ Ψελλός ατένιζε τη θάλασσα της Προποντίδας. Ακούστηκε ένας χτύπος κι ο υπηρέτης ανήγγειλε τον αυτοκρατορικό δικαστή Χριστόφορο Μυτιληναίο. Ο πενηντάχρονος άντρας που εμφανίστηκε στην πόρτα κρατούσε στα χέρια του ένα δέμα. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, το σώμα του αδυνατισμένο. Ο Ψελλός τον πλησίασε.

«Καλώς όρισες, άρχοντά μου. Είναι μεγάλη τιμή να με επισκέπτεται ο διασημότερος ποιητής της βασιλεύουσας». Κάθησαν μπροστά στο τζάκι.

«Φέρνω δυσάρεστα μαντάτα, πάτερ Μιχαήλ», είπε ο δικαστής. «Σε δυο βδομάδες, ανήμερα του Αγίου Ιωάννη, ένας αξιωματικός της ανακτορικής φρουράς θα σε οδηγήσει στη Μονή της Ωραίας Πηγής στη Βιθυνία».

«Δεν μπορώ παρά να υπακούσω», ψιθύρισε ο Ψελλός.

«Λόγια συμπόνιας δεν έχω», συνέχισε ο Μυτιληναίος, «ούτε καν για τον εαυτό μου που μέσα του έχει φωλιάσει η αρρώστια. Γνωρίζοντας, ωστόσο, την αγάπη σου για την τέχνη των λόγων, σου έφερα ένα δώρο. Ίσως αυτό σου συμπαρασταθεί καλύτερα από εμένα». Ξετύλιξε το δέμα κι έδωσε του Ψελλού ένα μικρό βιβλίο. «Θα βρεις εδώ συγκεντρωμένα τα ποιήματά μου. Δεν νομίζω ότι μου απομένει καιρός να γράψω κι άλλα».

Ο Ψελλός ξεφύλλισε το βιβλίο, στάθηκε σε μια σελίδα και διάβασε. «Ας ψάλει κάποιος τον έπαινο του κοριτσιού με την ολόλαμπρη επιδερμίδα. Μοιάζει έτοιμη να ακούσει το τραγούδι: ίχνος θανάτου δεν φέρει στο πρόσωπό της». Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του. Ο Μυτιληναίος του έπιασε το χέρι.

«Έχασες την κόρη σου, όπως εγώ πριν από χρόνια τη μικρή αδερφή μου. Όμως τώρα κλαις γι΄ αυτήν που ποτέ δεν είχες δει. Είναι μεγάλο δώρο να ζουν οι αγαπημένοι μας νεκροί μες στα γραπτά μας. Ποιος θα θυμάται σε λίγο καιρό την ερωμένη του αυτοκράτορα, αν δεν είχες συνθέσει εσύ εκείνους τους εξαίσιους επιτύμβιους στίχους».

«Ξέρεις το ποίημά μου για τη Σκλήραινα;». «Σ΄ άκουσα να το απαγγέλλεις στην κηδεία της και ζήτησα από τον Λειχούδη να μου βρει ένα αντίγραφο. Το ξαναδιαβάζω καμιά φορά και η απόλαυση που μου προσφέρει με κάνει να θυμάμαι τις νεκρές γυναίκες της ζωής μου». Στράφηκε προς το παράθυρο. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει. «Κανένας δεν μπορεί να μας αφαιρέσει την απόλαυση των λόγων. Μην το ξεχνάς αυτό».

«Δεν το ξεχνώ», είπε ο Ψελλός και σκούπισε τα δάκρυα με το μανίκι του ράσου του. «Όταν στα αναγνώσματά μου συναντήσω βάθος στα νοήματα και ομορφιά στις λέξεις, συγκινούμαι, αλλάζω και νιώθω ότι ανακαλύπτω τον αληθινό εαυτό μου».

Ο Μυτιληναίος συγκατένευσε και σηκώθηκε. «Ο Θεός να σ΄ έχει καλά, πάτερ», είπε κι έφυγε.

Ο Ψελλός έμεινε όρθιος να κοιτάζει το τζάκι.

Μπροστά στα μάτια του παρήλασε ολόκληρη η ζωή του, μια σύντομη πομπή ανάμεσα στις πύλες της γέννησης και του θανάτου: καλές σπουδές με τη βοήθεια της μητέρας του, έπειτα βοηθός ενός δικαστή στη Θράκη, γραμματέας στα ανάκτορα, δάσκαλος της Φιλοσοφίας, σύμβουλος του Βασιλέα. Ο Μυτιληναίος είχε δίκιο. Η μνήμη διασώζεται καλύτερα στα γραπτά των ανθρώπων. Μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορα, θα γράψει μια ιστορική αφήγηση για τους ανθρώπους του καιρού του. Ίσως εκεί θα βρει μια θέση ο αληθινός του εαυτός.

Βυζαντινολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ο Παναγιώτης Αγαπητός έχει γράψει και ιστορίες μυστηρίου τοποθετημένες στην εποχή της Εικονομαχίας (Εκδ. Άγρα). Για το πορτρέτο του Ψελλού, βασίστηκε σε πρωτότυπα κείμενα του Μιχαήλ Ψελλού. Χρησιμοποίησε, επίσης, ένα ποίημα του Χριστόφορου Μυτιληναίου και μια πραγματεία του Γρηγορίου Νύσσης. Για λόγους σαφήνειας απέδωσε τα βυζαντινά αξιώματα με τα αντίστοιχά τους σύγχρονα.