ΣΤΑ 27 ΤΟΥ ΕΜΦΑΝΙΣΕ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΨΥΧΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΗΜΗ «ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ» ΤΟΥ. ΣΤΑ 37 ΤΟΥ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ ΚΑΙ ΕΜΕΙΝΕ ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΕΚΕΙ ΓΙΑ 14 ΧΡΟΝΙΑ.
ΞΑΝΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΤΑ 67 ΤΟΥ, ΤΟ 1918. Ο ΤΗΝΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ (1851-1938), ΥΠΗΡΞΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟΥΣ ΓΛΥΠΤΕΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. Η ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ ΤΟΝ «ΣΥΝΑΝΤΑ» ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΣΤΡΕΦΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΠΟΥ ΔΟΥΛΕΥΕ ΜΕ ΠΗΛΟ ΚΥΡΙΩΣ, ΩΣ ΠΡΟΠΛΑΣΜΑΤΑ. ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ Η «ΑΘΗΝΑΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ», ΠΟΥ ΣΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ.

Του Άγγελου Ελεφάντη, εκεί, στον ορεινό Παράδεισό του. Μια γυναίκα ούτε εξήντα εκατοστά από κόκκινο πηλό και νερό· υλικά, λένε, του Θεού. Τα φτωχικά δικά σας υλικά όταν το μάρμαρο, η δόξα της νεότητάς σας, ήταν για σας απρόσιτο, σαν την καλοσύνη των ανθρώπων. Μια γυναίκα, λοιπόν, πλασμένη με τα δάχτυλα και με κάποιο απλό, αυτοσχέδιο εργαλείο, αφού δεν είχατε πια τα εργαλεία του γλύπτη. Φόρεμα μακρύ, με πιέτες, που αφήνουν να φανούν δυο πέλματα. Οριζόντιες πτυχώσεις και μια ζώνη με φιόγκο αναδεικνύουν δυο μαστούς βαρείς, μητρικούς, ανάγλυφους. Οι μαστοί πλαισιώνονται εκατέρωθεν από δυο φουσκωτά κοντά μανίκια. Στο καθένα τους ένα κουμπί μαζεύει κάτι σούρες, διότι έπρεπε να μαζέψει τα μανίκια η θεά για να αρμέξει, να τυροκομήσει· ή μπορεί να ζεσταινόταν. Το ντεκολτέ της καταλήγει σ΄ ένα κολιέ, ενώ στο κεφάλι έχει μια υποτυπώδη περικεφαλαία, σε ένα σοφό ανακάτεμα των διακριτικών μιας θεάς και μιας Τηνιακής χωριατοπούλας. Το πρόσωπο, στραμμένο λίγο προς τα πάνω, φαίνεται μελαγχολικό, αδρό, περήφανο. Με μια μύχια ηδονή, θα έλεγα, επειδή στα πόδια της τρίβεται ένα κατσικάκι, ακουμπώντας με τρυφερότητα το κεφάλι του στον αριστερό μηρό της· η καμπύλη της ράχης του σχεδόν χαμογελά, ισορροπώντας με τις οριζόντιες πτυχώσεις. Η «Αθηνά-βοσκοπούλα» του χαϊδεύει το κεφάλι με το αριστερό, το χέρι της καρδιάς, ενώ με το δεξί, το χέρι της δύναμης, κουβαλά μια καρδάρα γεμάτη γάλα.

Τότε που ξαναπιάνατε την τέχνη του γλύπτη, οραματιζόσασταν τις πιο απρόβλεπτες συνθέσεις. Έτσι ενώσατε την Αθηνά με μια βοσκοπούλα, ενώνοντας τη διεκδίκηση της γνώσης με την πληρότητα της γνώσης, τη μαχόμενη σοφία με την ειρηνική σοφία των ποιμένωνκαι υπενθυμίζοντας με την υποτυπώδη περικεφαλαία ότι κάθε κερδισμένη γνώση έδωσε κάποτε τις μάχες της. Κι εσείς ο ίδιος, τότε, ήσασταν βοσκός. Εσείς, αναμφισβήτητα ο πιο σπουδαίος στα νιάτα σας γλύπτης της Ελλάδας, ο σπουδασμένος στην Αθήνα και το Μόναχο. Ο πρωτότοκος ενός δαιμόνιου λαϊκού μαρμαρογλύπτη κι αρχιτέκτονα, του Ιωάννη Χαλεπά, γόνου παλιάς οικογένειας μαρμαράδων, που οι επιχειρήσεις του απλώθηκαν από το Αιγαίο και τη Μικρασία ώς το Βουκουρέστι. Μεταξωτό το μάρμαρο στο χέρι σας, σκέπασε την Κοιμωμένη, γύμνωσε Σατύρους κι Έρωτες, προτού χαθεί παρασυρμένο από δυνατό, από ανελεήμονα αέρα. Τον αέρα της τρέλας. Πονώ που λέω ότι μείνατε δεκατέσσερα χρόνια στο φρενοκομείο της Κέρκυρας. Δεν μιλήσατε ποτέ για τα χρόνια του εγκλεισμού σας, για αυτή την μαύρη τρύπα που κόντεψε να σας ρουφήξει, παρά μόνο με τρεις μικρές, πικρότατες ωστόσο φράσεις. Έμαθα από άλλες πηγές πώς ήταν εκεί η ζωή σας: μια σκέτη βαρβαρότητα, αν συγκριθεί με τις σημερινές μας αντιλήψεις για την τρέλα, την οδύνη, τη θεραπεία, την ανθρώπινη ακόμη αξιοπρέπεια. Αυτά είναι ευδιάκριτα και στο πρόσωπό σας σε φωτογραφίες μεταγενέστερες. Τότε όμως, κανείς δεν θα χαλάλιζε μιαν ακριβή πλάκα για έναν «τρελό» που μόλις έβγαλε η μάνα του από το άσυλο, όπου τον είχε κλείσει χρόνια δεκατέσσερα η απόφαση του πατέρα του. Οι πιο πολλοί σας είχανε για πεθαμένο, έχοντας και τη συνείδησή τους ήσυχη.

Η Ειρήνη Λαμπαδίτη, αλλιώς τσάτσα-Ρήνη, σας έβγαλε δυο χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα σας. Ολομόναχη. Εσείς στα πενήντα ένα σας, η μητέρα γύρω στα εβδομήντα. Το έκανε από αγάπη, από ενοχές, ή από υπολογισμό; Γιατί μπορεί να χρειαζότανε βοήθεια για τις αγροτικές δουλειές στον Πύργο της Τήνου, τον γενέθλιο τόπο σας. Νομίζω ότι και τα τρία την οδήγησαν σ΄ αυτή την πράξη. Ο τρελός είχε παλιότερα τη θέση του στο οικογενειακό σκηνικό, ιδιαίτερα στα χωριά. Άλλωστε, σας είχε ξαναπάρει η μάνα κάτω από τη φτερούγα της οκτώ ολόκληρα χρόνια. Παλιότερα, πριν το άσυλο, όταν πια δεν σας επέτρεπε η τρέλα να φτιάχνετε μαρμάρινα αριστουργήματα, όταν είχατε γίνει επιθετικός και αλλοπρόσαλλος, όταν μετά από κάποιες απόπειρες αυτοκτονίας αφήσατε την Αθήνα- μάλλον σας πήραν άρον-άρον από την Αθήνα και σας φέρανε στο σπίτι σας, στην Τήνο. Δεν μαρτυρείται όμως από πουθενά ότι κάνατε και τότε τον βοσκό, όπως συνέβη τη δεύτερη φορά που, ελευθερώνοντάς σας, η μητέρα σας ξανάφερε στον Πύργο.

Η ελευθερία σήμαινε την επιστροφή σε μια οικογένεια καθημαγμένη από συμφορές: πτώχευση και θάνατος του κύρη, αυτοκτονία ενός αδερφού, παράξενος πνιγμός στη θάλασσα ενός άλλου, ενώ ο τρίτος ζούσε μόνιμα στο Βουκουρέστι. Στο σπίτι, εκτός από τη μάνα, ζούσε και η μικρή σας αδερφή, τρελή επίσης. Όσο για τη σχέση σας με τη μητέρα, διοχετεύτηκε, υποστηρίζουν οι αρμόδιοι, στην εμμονή σας με το θέμα της Μήδειας την ώρα που σκοτώνει τα παιδιά της. Εσάς, βέβαια, σκότωνε κομματιάζοντας τα δικά σας τα παιδιά. Εννοώ τα πήλινα αγαλματάκια, που με τόσο πείσμα συνεχίζατε να φτιάχνετε κρυφά στο υπόγειο του σπιτιού σας. Η τσάτσα-Ρήνη, γόνος κι αυτή μεγάλης οικογένειας Τηνιακών μαρμαράδων, σας το απαγόρευε. Έσπαγε τα γλυπτά σας, θεωρώντας ότι η τέχνη ήταν η αιτία της τρέλας σας. Έχω την υποψία ότι και οι ψυχίατροι της Κέρκυρας θα της υπέδειξαν να μη σας επιτρέπει να πλάθετε ή να σκιτσάρετε (γεμάτοι, λένε, οι τοίχοι στο υπόγειο με σκίτσα), αφού ούτε στο φρενοκομείο σας το επέτρεπαν, παρά το πείσμα σας κι εκεί για το αντίθετο. Αυτό τουλάχιστον αφήνει να εννοηθεί ένα αγαλματάκι εννιά πόντους, που εύκολα κρυβόταν, το μοναδικό που διασώθηκε τυχαία από το κενό δεκατεσσάρων χρόνων στο φρενοκομείο.

Άραγε την μισήσατε ή και την αγαπήσατε τέτοια μάνα; Ο φόνος δεν αποκλείει τον έρωτα, αυτό, νομίζω, το γνωρίζατε κι οι δυο σας από μιας αρχής. Παραδεχτήκατε, ωστόσο, ότι κι εσείς καταστρέφατε καμιά φορά τα πήλινα παιδιά σας γιατί δεν σας άρεσαν, ή γιατί αντίθετα σας άρεσαν πολύ, ή γιατί δεν είχατε άλλο πηλό διαθέσιμο. Και μόνον αφού πέθανε η μάνα σας, δεκαέξι χρόνια μετά την έξοδό σας από το φρενοκομείο, είχε σβήσει πια και η άρρωστη αδερφή σας, τότε ολομόναχος, πάμπτωχος, αλλά και ανεμπόδιστος από κάθε είδους θεραπευτικές, δεισιδαιμονικές καλύτερα να πω απόψεις, ριχτήκατε στη γλυπτική. Δίνατε πνοή σε κάθε ακραίο όραμά σας, το φτιάχνατε ακριβώς όπως το θέλατε έστω και με στοιχειώδη μέσα, χωρίς όμως περιορισμούς, χωρίς παραγγελίες και απαιτήσεις πελατών που σας εξόργιζαν. Έτσι, νομίζω, αρχίσατε τον νόστο προς τον εαυτό σας. Ωστόσο, τα προηγούμενα δεκάξι χρόνια η τσάτσα-Ρήνη σας έστελνε καθημερνά να βόσκετε τα ολίγα πρόβατά της, πηγή τροφής και λιγοστών χρημάτων. Και μετά τον θάνατό της, που σχεδόν τον πανηγυρίσατε, όσο καταφύγατε στο σπίτι μιας εξαδέρφης σας σε διπλανό χωριό, πρώτα βγάζατε κάθε πρωί τα πρόβατα (της ξαδέρφης, για ένα πιάτο φαΐ; Δικά σας;) και μετά πηγαίνατε στον Πύργο, στο υπόγειο του σπιτιού σας, για να αρχίσετε τη γλυπτική. Τα αγαπήσατε πολύ τα προβατάκια σας. Καιρό αργότερα, την τελευταία σας χρονιά στην Τήνο, όταν πλέον είχατε χαρτί και μολύβι, σκιτσάρατε τον εαυτό σας ως βοσκό να παίζει με τρία πρόβατα. Σημειώσατε μάλιστα ότι ο βοσκός ήσασταν εσείς, δείχνοντας, νομίζω, την αγάπη της ποιμενικής ζωής, αν όχι και το δίλημμά σας, να μείνετε ή να φύγετε για την Αθήνα.

Επιτρέψτε μου να ταυτιστώ με τη μοναδική μαρτυρία ενός καλλιτέχνη- όταν επιτέλους άρχισε να σας ανακαλύπτει και να σας επισκέπτεται στην Τήνο όλη η Αθήνα- για να κρυφτώ και να σας δω κι εγώ βοσκό, ψηλά σ΄ ένα βουνό: Φωνάζατε ένα-ένα τα πρόβατα με το όνομα που του είχατε δώσει, το ταΐζατε στο στόμα με το χέρι από το ψωμί που σας βρισκόταν, το χαϊδεύατε. Λένε πως, όταν πούλαγε η μάνα σας κανένα, ισχυριζόταν ότι χάθηκε. Κι εσείς τριγυρνούσατε βουνά και λαγκάδια αναζητώντας το, θρηνώντας δυνατά. Αλλά και τα πρόβατα σας ανταποδίδαν την αγάπη. Εκτός από διάφορες πληροφορίες, τόσο το σκίτσο σας ως βοσκού, όσο και το άγαλμα της «Αθηνάς-βοσκοπούλας» δηλώνουν αμοιβαία τα αισθήματα. Στην τρυφερότητα, λοιπόν, των ζώων θα πρέπει να βρήκατε τα «ανθρώπινα» αισθήματα, που, σχεδόν ολόκληρη ζωή, με βία στερηθήκατε. Το παρουσιαστικό σας έδειχνε τη βίαιη στέρηση, που ίσως πήγαζε από μέσα σας, ή από την ψυχοπαθολογία της μάνας, ή από τον κοινωνικό αποκλεισμό, ή από την απόλυτη ένδεια· απ΄ όλα μάλλον. Λένε

Φωνάζατε ένα-ένα τα πρόβατα με το όνομα που του είχατε δώσει, το ταΐζατε στο στόμα με το χέρι από το ψωμί που σας βρισκόταν, το χαϊδεύατε. Στην τρυφερότητα των ζώων θα πρέπει να βρήκατε τα «ανθρώπινα» αισθήματα, που, σχεδόν ολόκληρη ζωή, με βία στερηθήκατε.

ακόμη ότι, αν και γέροντα, σας στέλναν σε μικροθελήματα για χαρτζιλίκι, ότι μαζεύατε τις γόπες για να στρίψετε τσιγάρο, ότι επιπλέον σας έβριζαν ή σας φοβούνταν.

Νομίζω, όμως, ότι σαν βοσκός είχατε το προνόμιο να τριγυρνάτε στα βουνά ελεύθερα. Κανένας δεν μπορούσε να σας κοροϊδεύει πλέον, ότι λόγω τρέλας είχατε πάρει τα βουνά. Στο βουνό ησυχάζατε από τις ταπεινώσεις μάνας και συγχωριανών, είχατε χρόνο να συγκεντρωθείτε, να απολαύσετε τη μοναξιά σας, να εμπιστευθείτε κάποια αισθήματα, λόγου χάριν την αγάπη προς τα ζώα.

Αυτά λειτούργησαν πιο θεραπευτικά από το τρελοκομείο, πιστεύω. Επιπλέον, η δουλειά του βοσκού σάς ήταν απολύτως απαραίτητη για να συνεχίσετε τη γλυπτική, καθώς ήταν η τέλεια δικαιολογία για να βρίσκετε ανάμεσα στις πλάκες του βουνού το κοκκινόχωμα για τον πηλό σας.

Το άγαλμα της «Αθηνάς-βοσκοπούλας» χρονολογείται πριν το 1924, τότε που άρχιζαν να συνειδητοποιούν οι Αθηναίοι ότι δεν είχατε πεθάνει στο φρενοκομείο, ότι ξαναφτιάχνατε αγάλματα· διαφορετικά, μικρά και πήλινα. Προτού, επίσης, σας πάρουν συγγενείς να ζήσετε μαζί τους τα τελευταία σας χρόνια, χρόνια δημιουργίας και δόξας, στην Αθήνα. «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι που θέλουν τη θεά της Σοφίας με περικεφαλαία και δόρυ. Πιο πολύ ταιριάζει σαν μια βοσκοπούλα», είπατε σε κάποιον στην Αθήνα δέκα χρόνια αφού φτιάξατε το άγαλμα στην Τήνο. Τολμώ να πω ότι πίσω από την «Αθηνά-βοσκοπούλα», ήσασταν εσείς. Θα είχατε ίσως σκεφτεί ότι η αγάπη είναι η σοφία της ζωής. Ή, ότι η σοφία της ζωής είναι ν΄ αγαπάς και να αγαπιέσαι, δεν έχει σημασία ποιον και από ποιον. Γιατί όχι, ότι η τρέλα μπορεί να γιατρευτεί από την αγάπη.

Τα κουρελιασμένα, πάντως, ρούχα του «παρία γλύπτη»- και βοσκού, θυμίζωαπαθανατίστηκαν σε μια φωτογραφία, μάλλον την πρώτη σας μετά από δεκαετίες, ακριβώς τον καιρό που κάνατε το άγαλμά της. Κάτασπρα ακούρευτα μαλλιά και γένια· ανάμεσά τους ένα πρόσωπο που συνεχίζει να πετρώνει όποιον το κοιτάζει: πόνος, στέρηση, επιφύλαξη, σιωπή. Πιο πίσω όμως διακρίνω πείσμα, περηφάνια, όσο και την ανησυχία τι σας ζητά, τι μπορεί να υποψιαστεί ο κάθε Αθηναίος, από τη σοφία, την τρέλα, την αγάπη. Από τα καλά σας προβατάκια. Από τα τηνιακά βουνά σας. Πάνω απ΄ όλα, από τον νόστο προς τον ίδιο σας τον εαυτό.

Η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη εμπνέεται συστηματικά στα μυθιστορήματά της από ιστορικά πρόσωπα που έχουν μείνει υποφωτισμένα. Όπως ο Κρητικός Ισμαήλ Φερίκ Πασάς, ο ριζοσπάστης πολιτικός Ανδρέας Ρηγόπουλος, η ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα, ο αρχαιολόγος Μίνως Καλοκαιρινός