Έτσι όπως έπεσε η ιδέα των εκλογών εν μέσω διακοπών, φάνηκε και η πραγματική σημασία της δημοκρατικής έκφρασης των Νεοελλήνων.
Ήταν μια ζεστή μέρα θυμάμαι κάτω από μια αυτοσχέδια ομπρέλα- φτιαγμένη με ένα καλάμι, ένα παρεό και μια μακό μισοσχισμένη- όταν μια ουρανομή- κης κραυγή ακούστηκε πάνω στην άμμο την ξεστή.
Μια κραυγή που διέκοψε μαχαίρι το κινέζικο τικ τακ της ρακέτας δυο καλλίπυγων λουομένων.
– Ντένυυυυυυυυυυυυυυ! Τις προκήρυξε.
Ο Ντένυς ήτο ένας πρώην δασύτριχος νεαρός τώρα λαμπίκο από την αποτρίχωση, το καμάρι της φωτόλυσης.
Αυτές που προκηρύχθηκαν ήταν οι Εκλογές.
Κι αυτός που της προκήρυξε ήταν ο Πρωθυπουργός.
Ένα ξανθόχρουν αγοράκι έως δυόμισι ανεφώνησε «Μαμά κακά». Μια σιλικονούχος νέα ψιθύρισε «Ελίνα το σουτιέν μου», ο Δημήτρης «Πιάσε μωρέ μαλάκα ένα μπιρόνι» κι εγώ πήρα μια φίλη δημοσιογράφο αλλά βούιζε.
Πήγα σπίτι να βγάλω τα αλάτια από πάνω μου, βρήκα τη γυναίκα που νοικιάζει την προίκα της στους ξένους να γελάει. «Σας πιάσανε στα μπάνια ε;», και γυρνώντας σ΄ ένα ζευγάρι με σακίδια «Ρουμς του λετ. Ρουμς του λετ;».
… Τώρα πια στον καναπέ στο χρώμα της άμμου που ΄χω απέναντι απ΄ τη συσκευή βλέπω έναν έναν τους υποψηφίους, απορώ κι εξίσταμαι.
Μόνον όταν φτάνει στο όνομα της κυρίας Έφης Σαρρή, γνωστής τραγουδίστριας της νύχτας (κέφι μπρίο τραγούδι άνετο πάρκινγκ) που κατεβαίνει με τον ΛΑΟΣ, άνοιξε λίγο η καρδιά μου, έσκασε το χείλη μου καθώς θυμήθηκα το Καρβέλειον εκείνο άσμα της με την ιδιότυπον εκφοράν:
«Τι είχαμε;
τι χάσαμε;
(π)σο λέω Σε ξεχάσαμε».