|
| Το κοπέλι και η κοπελιά σε στιγμές πάθους από τη σειρά «Της αγάπης μαχαιριά». Στη φωτογραφία ο Κώστας Σόμμερ με τη Φαίη Ζαφειράκου
|
Όλοι μαυροφορεμένοι. Γυναίκες, άνδρες. Όλοι σκοτεινοί, δεν γελούν. Όλοι
χαροκαμένοι. Αλλά και λεβεντογεννημένοι. Παλικάρια. Γυναίκες, άντρες. Με το
ζωνάρι λυμένο για καβγά, έτοιμοι να μαχαιρώσουν τον εχθρό. Όχι οποιονδήποτε.
Οι Λεβεντογιάννηδες τους Σταματάκηδες και τούμπαλιν. Πώς λέγαμε Βροντάαατσηδες
και Φουρτουνάαατσηδες, με Βουγιουκλάκη νεράιδα και Παπαμιχαήλ παλικάρι.
Μόνο που το «Της αγάπης μαχαιριά» το σίριαλ του Antenna, έχει τη νεράιδα
φεγγαροπρόσωπη, με φουσκωτά μαγουλάκια παιδικά, αλλά δεόντως χαροκαμένη και
αυτή και το παλικάρι του, ζεν-πρεμιέ της μόδας, με μαλλί ντεκοραρισμένο με
ανταύγειες ξανθές, πλην πολύ λεβέντικο, δεν μασάει, τραβάει όπλο στη στιγμή αν
απειληθεί η οικογένειά του.
Μεσαιωνικό παραμύθι με σύγχρονο άρωμα, ωραίους χώρους για ντεκόρ,
σπίτια αρχοντικά, εργοστάσια παρασκευής κρασιών με ωραία πέτρινα κτίρια και
ατμοσφαιρικό ντεκόρ, γραφικά δρομάκια κρητικού χωριού, οι άντρες είναι για
δουλειές, ευθύνες, αλλά και πόλεμο, μεταξύ τους φυσικά και οι γυναίκες στα
μετόπισθεν μεγαλώνουν τα παιδιά, ανεπάγγελτες, στη βαριά σκιά των αντρών, για
να τους ερωτεύονται και να τους περιποιούνται. Με κεντρικό άξονα της ιστορίας
τον τόσο λαοφιλή αδύνατο έρωτα μεταξύ των παιδιών των δυο εχθρικών
οικογενειών. Έναν μεγάλο έρωτα που φουντώνει κάτω από το βάρος της έχθρας, που
καίει ακριβώς γιατί είναι απαγορευμένος, γιατί είναι «επαναστάτης», ο
ανατροπέας της σκληρής, απάνθρωπης παράδοσης. Το σενάριο «συνταγή» από τις πιο
δημοφιλείς, είδος που έκανε σουξέ ο Μανουσάκης με τις σειρές του από τον έρωτα
της Τσιγγάνας και του Μπαλαμού μέχρι του Αλβανού – εδώ ο Κώστας Σόμμερ έκανε
το ντεμπούτο του σαν μπρατσωμένος νέος και ωραίος – και της αρχόντισσας
μεγαλοτσιφλικού.
Οι ρόλοι γύρω από τα πρόσωπα των ερωτευμένων πολλοί, όλοι με το βάρος
της βεντέτας και του θανάτου, εμπλουτίζουν την κεντρική ιστορία με πολλές
παράλληλες. Όλοι μιλούν με την φόρτιση μιας επικείμενης καταστροφής, σε όλων
τις φράσεις κρύβεται ο θάνατος, όλοι περιμένουν την καταστροφή: η μια
οικογένεια τον γιο που ευθύνεται για θανάτους της άλλης, η άλλη την επιστροφή
εκείνου που θα εκδικηθεί τους προηγούμενους. Ένα μάλε βράσε από θανατικά, που
καταλήγουν μέσα στο ατμοσφαιρικό ντεκόρ και την θεατρική υπερβολή των
κεντρικών προσώπων να διαλύουν κάθε έννοια τραγικότητας. Οι σκηνές με την
Μελίνα Μποτέλη να ερμηνεύει σαν τραγωδός στην Επίδαυρο την χαροκαμένη,
λεβεντογέννα μάνα, με την ψυχή ατσαλωμένη από τον πόνο, έχουν το χιούμορ της
ακραίας τραγικότητας που εκφράζεται με βλέμμα και τόνο φωνής. Αλλά δεν είναι
παρά ένα σίριαλ, παραφορτωμένο με όλα τα στερεότυπα του παραμυθιού και με την
δέουσα διδακτική χρυσόσκονη, για τον παραλογισμό της απάνθρωπης παράδοσης.
Κάθε οικογένεια με τον πάτερ-φαμίλια της ανυποχώρητο εκφραστή της σκληρής
γραμμής της έχθρας. Έχει γιους λεβέντες που συνεχίζουν την παράδοση των
θανατικών. Χορεύουν περήφανα κρητικά πεντοζάλια, όταν μαζεύονται σε γλέντια
αντρικά και έχουν ύφος «σφάζω-και-πέντε-στην-καθισιά-μου».
Οι γυναίκες, μανάδες, αδελφές, κόρες παραδίπλα φυσικά δεν τους
κουμαντάρουν. Ξεχωρίζει ο Σήφης, ο μορφονιός των Σταματάκηδων, που ερωτεύεται
την Μαρία, των Λεβεντογιάννηδων και έχουν μερικές ωραίες σκηνές πάθους σε
ακροποταμιές και σε δωμάτιο αγροικίας με τζάκι και όρκους αιώνιας αγάπης. H
λαϊκή ροζ λογοτεχνία στις τηλεοπτικές της δόξες.
Αλλά το παλικάρι κάνει την καρδιά του πέτρα, όταν σφίγγει ο κλοιός και
απειλούνται νέοι φόνοι και την χωρίζει για να μη γίνει η κόλαση όταν μαθευτεί
το μεταξύ τους πάθος. Εκείνη όμως, άμυαλη παιδούλα τον αγαπά και υποφέρει.
Από κατάρα σε κατάρα, απογειώθηκε
Στη μέση και ο απαραίτητος «κουζουλός» του χωριού, κάθε μικρή κοινωνία είχε
έναν, ιδίως στα μυθιστορήματα. Μπόλικοι μελοδραματισμοί, όλοι μιλούν σαν
μελλοθάνατοι: «Τι έπαθαν όλοι; Μύρισαν αίμα! Θα το ρίξω το παιδί, αυτό το
παιδί είναι κοροϊδία, αυτοί θα σκοτώνονται και εγώ θα γεννάω;». «Κατάρα έπεσε
στο σπίτι μας…» κ.λπ. Οι κατάρες πηγαινοέρχονται, οι μύθοι της αρσενικής
δύναμης και της θηλυκής υποταγής συγκρούονται ήπια και διδακτικά, με την
ανθρώπινη γλύκα του έρωτα, το φολκλόρ δένει τη συνταγή ερώτων και παθών σε
γευστική σάλτσα, που φτάνει ώς τις υπερβολές του κέτσαπ σε σκηνή μαχαιρώματος
και η σειρά «Της αγάπης μαχαιριά» αποδεικνύεται εύγευστη τηλεόραση, με εκείνη
την διασκεδαστική πτυχή που δίνει στα τηλεοπτικά προϊόντα η κιτσάτη υπερβολή,
ιδίως της τραγικότητας.
