«Στην αρχή πίστευα ότι δεν θα επηρέαζε την οδήγησή μου το αντιραντάρ που

εγκατέστησα στο αυτοκίνητο. Το είδα σαν παιχνίδι. Χρειάστηκε μόλις ένα ταξίδι

στην Αθηνών – Θεσσαλονίκης για να διαψευστώ. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής

έριχνα συνεχώς κλεφτές ματιές στην οθόνη της συσκευής. Και όταν αυτή με

“ειδοποίησε” ότι βρίσκομαι στο στόχαστρο ενός ραντάρ της Τροχαίας, αμέσως,

σχεδόν μηχανικά, έκοψα ταχύτητα».

«Σχεδόν μηχανικά ελάττωσα ταχύτητα όταν είδα στον ανιχνευτή ραντάρ ότι είμαι

στο στόχαστρο ενός ραντάρ της Αστυνομίας», λέει ο κ. Γιάννης Ψαράκης

Ο Γιάννης Ψαράκης, ιδιωτικός υπάλληλος, είναι ένας από τους χιλιάδες οδηγούς

που έχουν προμηθευτεί συσκευή ανίχνευσης ραντάρ το τελευταίο διάστημα,

«μηχανήματα – κλέφτες» της Τροχαίας. «Όσο πολλαπλασιάζονται στους δρόμους οι

ταμπέλες που προειδοποιούν ότι “η ταχύτητα παρακολουθείται”, άλλο τόσο

πολλαπλασιάζονται και οι ανιχνευτές των ραντάρ» λέει ο κ. Γιώργος

Διακογεωργίου, έμπορος ειδών για τα αυτοκίνητα. H ίδια η Τροχαία υπολογίζει

ότι τουλάχιστον 3.000 αυτοκίνητα διαθέτουν τέτοια συσκευή. «Αυτά παρανομούν εκ

του ασφαλούς», λένε. Οι επαγγελματίες ωστόσο που ασχολούνται με τα θέματα

αυτοκινήτου υπολογίζουν ότι το πραγματικό νούμερο είναι δεκαπλάσιο.

«Όσοι διαθέτουν γρήγορα αυτοκίνητα – οχήματα δηλαδή που μπορούν να”πιάσουν”

ταχύτητα 250 χιλιομέτρων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – διαθέτουν και

τέτοιες συσκευές. Το λέω με βεβαιότητα», λέει ο κ. Βασίλης Παπαδόπουλος,

εκδότης αυτοκινηστικών εντύπων, βιβλίων. «Αυτοί είναι περίπου 30.000. Ένα

αυτοκίνητο αυτών των δυνατοτήτων κοστίζει γύρω στις 50.000 ευρώ. Οι οδηγοί του

σίγουρα δεν σκέφτονται τα 1.000 ευρώ στα οποία τιμάται μια αξιόπιστη συσκευή

“αντιραντάρ”», συμπληρώνει.

Δύο κατηγορίες. «Όσοι ασχολούνται λίγο παραπάνω με θέματα αυτοκινήτου

αποκλείεται να μην έχουν ακούσει για αυτές τις συσκευές», λέει ο Γιάννης

Ψαράκης και προσθέτει ότι ο ίδιος αποφάσισε να πάρει τη συσκευή για να τη

δοκιμάσει. «Πλήρωσα 320 ευρώ. Την παρήγγειλα μέσω Ίντερνετ. Πάντως οι

αξιωματικοί της Τροχαίας ξεκαθαρίζουν ότι οι συσκευές αντιραντάρ που

κυκλοφορούν στη χώρα μας χωρίζονται σε νόμιμες και… παράνομες. Οι ανιχνευτές

ραντάρ, σαν αυτόν που διαθέτει στην Alfa Romeo του ο Γιάννης, είναι απολύτως

συμβατοί με τη νομοθεσία.

«Απλά προειδοποιούν. Στην οθόνη τους εμφανίζεται μια ένδειξη που συνοδεύεται

και από ένα ηχητικό σήμα κάθε φορά που το αυτοκίνητο ανιχνεύεται από ραντάρ,

παρακολουθείται από κάμερα ή βρίσκεται στο στόχαστρο των ειδικών πιστολιών των

αξιωματικών που μετρούν την ταχύτητα των αυτοκινήτων», λένε από την Τροχαία.

Το κόστος τους κυμαίνεται από 45 έως και 500 ευρώ. «Ο οδηγός οφείλει να είναι

προσεκτικός από την ώρα που θα δέσει τη ζώνη του αυτοκινήτου του έως την ώρα

που θα παρκάρει – και όχι μόνο όσο γνωρίζει ότι παρακολουθείται», επισημαίνει

ο συγκοινωνιολόγος κ. Στράτος Παπαδημητρίου.

Παράσιτα. Κυκλοφορούν ωστόσο και οι συσκευές που επαληθεύουν πλήρως τον

όρο… αντιραντάρ, και οι οποίες είναι παράνομες. Αυτές μόλις ανιχνεύσουν

παράσιτα ή ίχνη ραντάρ δεν προειδοποιούν απλά τον οδηγό. Στέλνουν

κωδικοποιημένο σήμα και προκαλούν σύγχυση στο ραντάρ της Τροχαίας. H

τοποθέτησή τους θεωρείται εξαιρετικά απλή – μπορεί να γίνει είτε από

μηχανολόγο είτε από ηλεκτρολόγο. Το μέγεθός τους ποικίλλει ανάλογα με το

μοντέλο και οι μικρότερες μοιάζουν με αναπτήρα. Αυτές δεν κυκλοφορούν στην

ελληνική αγορά, ωστόσο μπορεί κάποιος να τις βρει πολύ εύκολα μέσω του

Διαδικτύου (σε συγκεκριμένες βρετανικές διευθύνσεις). Πάντως μέχρι τώρα δεν

έχουν επιβληθεί κυρώσεις σε όσους οδηγούς συνελήφθησαν να έχουν

εγκατεστημένους στα αυτοκινητά τους ανιχνευτές ραντάρ (οι οποίοι ούτως ή άλλως

δεν είναι εύκολα ορατοί με γυμνό μάτι).

468.421 παραβάσεις το 2004

Τα χαμηλά όρια ταχύτητας που ισχύουν στους ελληνικούς δρόμους οδηγούν, σύμφωνα

με τους συγκοινωνιολόγους, τους οδηγούς να… προμηθεύονται συσκευές

αντιραντάρ. Σύμφωνα με στοιχεία της Τροχαίας, σημειώθηκαν μέσα στο 2004

468.421 παραβιάσεις των ορίων ταχύτητας. Ο αντίστοιχος αριθμός το 2000 ήταν

175.075. «H αύξηση θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη. Οι Έλληνες οδηγοί δεν

εμπιστεύονται τα όρια ταχύτητας», λέει ο συγκοινωνιολόγος κ. Στράτος

Παπαδημητρίου.