Εννέα κιλά μακαρόνια καταναλώνει κάθε Έλληνας τον χρόνο: 100 εκατομμύρια

ευρώ ετησίως είναι ο τζίρος της αγοράς ζυμαρικών στην Ελλάδα και συνεχώς

διευρύνεται, ενώ αυξάνονται και οι εξαγωγές.

Την καταγωγή της μακαρονάδας τη διεκδικούν πολλοί λαοί. Αν και επικρατέστερη

είναι η Ιταλία, εν τούτοις η Ελλάδα προσπαθεί εδώ και χρόνια να… κλέψει τα

πρωτεία στην κατανάλωση. H χώρα μας διατηρεί τη δεύτερη θέση στην κατανάλωση

ζυμαρικών ανάμεσα στις χώρες της E.E

Από όπου και αν κατάγονται τα μακαρόνια, είναι πλέον ένα από τα αγαπημένα

φαγητά των Ελλήνων, σε όλες τις παραλλαγές τους. Το γεγονός ότι οι Έλληνες

καταναλώνουν περίπου 9 κιλά μακαρόνια ο καθένας τον χρόνο, είναι η απόδειξη.

Τα ζυμαρικά παράγονται από σιμιγδάλι σκληρού σίτου. H Ελλάδα είναι μία από τις

χώρες που παράγουν σκληρό σιτάρι. H συνολική παραγωγή ζυμαρικών στην Ελλάδα

ανέρχεται σε 110.000 τόνους ετησίως και από αυτά, περίπου 40.000 τόνοι

εξάγονται κάθε χρόνο σε άλλες χώρες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η συνολική αγορά

των ζυμαρικών «κινήθηκε» περίπου κατά 3%, ρυθμός ανάπτυξης που θεωρείται

ικανοποιητικός, αφού η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πέντε πρώτες χώρες σε

κατανάλωση ζυμαρικών στον κόσμο. Μάλιστα, επιχειρηματίες του κλάδου προβλέπουν

ότι η ελληνική αγορά ζυμαρικών θα συνεχίσει να κινείται ανοδικά. Σημαντικός

παράγων ο οποίος θα επηρεάσει την εξέλιξη αυτή είναι οι αγορές που

δημιουργήθηκαν στις χώρες της NA Ευρώπης και των νέων μελών της Ευρωπαϊκής

Ένωσης, αφού με την ένταξη αναμένεται να αυξηθεί η εξαγωγική δραστηριότητα των

ελληνικών βιομηχανιών ζυμαρικών, καθώς στο παρελθόν οι υψηλοί δασμοί δεν το

επέτρεπαν.

Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα της εταιρείας Icap, το 2002 οι Έλληνες πλήρωσαν

για ζυμαρικά 94,4 εκατομμύρια ευρώ και αγόρασαν 62,9 χιλιάδες τόνους, δηλαδή

12,5% περισσότερο από όσο το 2001. Υπολογίζεται ότι σήμερα ο τζίρος της

εγχώριας αγοράς έχει ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια ευρώ.

Σε δύο μεγάλους

Βασικό χαρακτηριστικό του κλάδου των ζυμαρικών αποτελεί ο υψηλός βαθμός

συγκέντρωσης της παραγωγής σε λίγες μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις

(Melissa-Κίκιζας, Misko-Barilla, ΑΒΕΖ, ΚΟΡΩΝΑ, ΜΑΚΒΕΛ), μερικές από τις οποίες

έχουν προχωρήσει σε πλήρη καθετοποίηση της παραγωγής. Οι δύο εταιρείες,

Melissa-Κίκιζας και Misko-Barilla, μοιράζονται το 80% της συνολικής αγοράς.

Τόσο η Misko όσο και η Melissa αναπτύσσουν ευρύτερες δραστηριότητες στην αγορά

τροφίμων, μέσω και άλλων προϊόντων – συμπληρωματικών και μη – προς τα

ζυμαρικά. Επίσης, σημαντική είναι η εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων.

Στον σχεδιασμό νέων επενδυτικών πλάνων βρίσκεται η εταιρεία Misko, με σκοπό

την περαιτέρω αξιοποίηση της εγχώριας παραγωγής σκληρών σιτηρών και την

ενίσχυση της βιομηχανικής ικανότητάς της, καθώς η εταιρεία που είναι θυγατρική

της Barilla στην Ελλάδα προωθεί εξαγορές σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας αλλά

και στην Αυστραλία.

Τα ιδιωτικής ετικέτας

H εισαγωγική διείσδυση στον κλάδο είναι σχετικά περιορισμένη, αλλά εισαγωγές

πραγματοποιούνται από τις βιομηχανίες ζυμαρικών καθώς και από εμπορικές

επιχειρήσεις ειδών διατροφής και σούπερ μάρκετ. H εγχώρια κατανάλωση ζυμαρικών

παρουσίασε μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 2,4% την τελευταία δεκαετία, ενώ

μελλοντικά προβλέπεται περαιτέρω αύξηση, με μέσο ετήσιο ρυθμό 1%-2%. Πάντως, η

αγορά της λιανικής θεωρείται κορεσμένη καθώς έχουν αποσπάσει σημαντικό μερίδιο

και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.