|
|
|
| «Εγώ και ο εαυτός μου, με το μπουζούκι μου. Ο Ζορμπάς ζει στα όνειρά μου και στη ζωή μου», λέει σήμερα ο ανέμελος ταξιδευτής του μπουζουκιού Ιορδάνης Τσομίδης
|
«Τίμησα τον Ζορμπά, πριν γίνει παγκοσμίως γνωστός από την ταινία τού
Κακογιάννη με τη μουσική του Θεοδωράκη. H περιπετειώδης ζωή αυτού του θρύλου
με γέμισε έμπνευση να συνθέσω και να παίξω με το μπουζούκι μου ένα ορχηστρικό
κομμάτι, που κυκλοφόρησα το 1962 στην Αμερική, με τίτλο «Για το χατίρι του
Ζορμπά». Ο Ιορδάνης Τσομίδης, διάσημος σολίστ του μπουζουκιού, αλλά πολύ
διακριτικός στην προβολή του, μιλάει στα «NEA» για την περιπλανώμενη ζωή του,
ως μουσικού, που αρχίζει από το 1954. Ταξιδευτής, με όπλο το τρίχορδο
μπουζούκι, έκανε από παιδί τον γύρο της Ελλάδας και ύστερα τον γύρο του
κόσμου: «Είμαι θιασώτης του απάτριδος ιδεώδους. Γι’ αυτό, όπου πήγαινα “έπιανα
σκάλα”. Έμεινα για πολύ καιρό, σε Αμερική, Αυστραλία, Ευρώπη, Αφρική. Ταξίδεψα
σε θάλασσες, πέρασα ωκεανούς με κρουαζιερόπλοια».
Με το μαντολίνο που κληρονόμησε από τον μεγαλύτερο αδελφό του Γιώργο, ο οποίος
εκτελέστηκε στο μπλόκο της Κοκκινιάς από τους Γερμανοτσολιάδες, τον
Δεκαπενταύγουστο του 1944, ο Ιορδάνης Τσομίδης άρχισε την πορεία του στη
μουσική και το τραγούδι, όπως θυμάται ο ίδιος:
«Τα πρώτα παιδικά μου χρόνια περνούσαν ωραία. Ο πόλεμος, η Κατοχή ανάτρεψαν τη
ζωή της οικογένειάς μου. Ο πατέρας μου είχε υποδηματοποιείο στην Κοκκινιά.
Είχαμε πελάτες προσωπικότητες της δημόσιας ζωής. Οι πιο μόνιμοι ήταν οι
Δαμασκηνός και Μιχαηλίδης, που είχαν την αποκλειστικότητα των ξένων ταινιών
για τον κινηματογράφο. Όσο περνούσαν τα παιδικά μου χρόνια, μάθαινα την τέχνη
του υποδηματοποιού, αλλά και την τέχνη του μπουζουκιού. Μου άρεσε όμως το
ποδόσφαιρο και ο κλασικός αθλητισμός. Για μικρό διάστημα φόρεσα τη φανέλα της
εφηβικής ομάδας του Ολυμπιακού με προπονητές τους αδελφούς Γιάννη και Βαγγέλη
Χέλμη. Είχα όμως και εξαιρετικές επιδόσεις στους αγώνες δρόμου, στο άλμα
τριπλούν και στο πινγκ-πονγκ».
Το ξεκίνημα στη μουσική για τον Ιορδάνη Τσομίδη έγινε το 1948, όταν για πρώτη
φορά πήρε στα χέρια του ένα μπουζούκι, δανεικό από κουρείο της γειτονιάς του,
κι άρχισε να παίζει: «Είμαι εκατό τοις εκατό αυτοδίδακτος. Γνωρίστηκα τότε μ’
έναν συνομήλικό μου, τον Παναγιώτη Νικολαΐδη. Έπαιζε κι αυτός ωραίο μπουζούκι
και τραγουδούσε.
Λέγαμε τραγούδια μαζί και “φτιαχνόμασταν”. Κάποια στιγμή δουλέψαμε
επαγγελματικά για το χαρτζιλίκι. Ο κόσμος στις ταβέρνες της Κοκκινιάς
ενθουσιαζόταν μαζί μας και μας κερνούσε κρασί με την οκά. Όταν τελειώναμε από
τις ταβέρνες και είχαμε “κάνει κεφάλι”, συνεχίζαμε έως το πρωί, κάναμε
καντάδες στις γειτονιές. H πρώτη ταβέρνα που δούλεψα ήταν οι “Φοίνικες” στον
Κορυδαλλό».
H πρώτη μεγάλη απόδραση από το σπίτι τού Ιορδάνη άρχισε το 1957, μ’ ένα μεγάλο
ψέμα. Είπε στους γονείς του πως θα πήγαινε να τραγουδήσει για δύο βράδια στη
Χαλκίδα μ’ έναν θίασο μπουλούκι, αλλά το ‘σκασε για τον Βόλο, όπου
περιπλανήθηκε για δύο μήνες. «Μια ολόκληρη ζωή έπαιξα και τραγούδησα για τον
Ελληνισμό, αλλά και για τους ξένους που ζούσαν στην Αμερική. Γύρισα δίσκους,
εμφανίστηκα σε κέντρα, σε κρουαζιερόπλοια, σε καζίνα, έπαιξα μπουζούκι στο
Χόλιγουντ, γνωρίστηκα με προσωπικότητες. Ο Τζακ Νίκολσον με φιλοξενούσε τα
καλοκαίρια στο εξοχικό του. Κάναμε μαζί ιππασία. Τότε γνωρίστηκα με τον Μπομπ
Ντίλαν. Με ήθελε να εμφανισθούμε μαζί, μου πρότεινε να ηχογραφήσουμε δίσκο,
όπου θα έπαιζα μπουζούκι. H συνεργασία χάλασε στο παρά πέντε γιατί την
τορπίλισαν Ελληνοαμερικανοί επιχειρηματίες. Γύρισα δίσκο όμως με τον Φιλ
Γουντς, αυτόν τον μάγο στο άλτο σαξόφωνο.
Ηχογραφήσαμε σε στούντιο της Νέας Υόρκης, το 1967, με γνωστά αστέρια της τζαζ.
Περιλαμβάνει κομμάτια από τον “Ζορμπά”, του Θεοδωράκη και μουσική από το φιλμ
“Σαμψών και Δαλιδά”».
«Είμαι μόνος και ήσυχος»
Σήμερα ο Ιορδάνης Τσομίδης ταξιδεύει με το μπουζούκι του στην Ευρώπη, στην
Αμερική, σε κρουαζιερόπλοια. Αυτήν την περίοδο παίζει και τραγουδά με παλιούς
του φίλους μουσικούς στον «Πίκο», στο Μπούρτζι Χαλκίδας και στη Δροσιά. Οι
απόψεις του δεν αλλάζουν ποτέ: «Δουλεύω όποτε μου γουστάρει κι όπου θέλω.
Είμαι μόνος και ήσυχος».

