Μένω σε μια σχετικά κακόφημη περιοχή της πόλης του Λος Άντζελες, στην Μικρή
Αρμενία, όπως ονομάζεται η γειτονιά. Στη γωνία άστεγοι και άνεργοι περιμένουν
να περάσει η ώρα και η ζωή τους. Όταν δεν μπορώ να γράψω, που μου συμβαίνει
συχνά, αναρωτιέμαι μήπως είχαν έρθει και εκείνοι στα νιάτα τους σ' αυτήν την
πόλη προκειμένου να γίνουν συγγραφείς. Από το παράθυρο διακρίνω την πινακίδα
του Χόλιγουντ, την περιβόητη εκείνη πινακίδα που προβάλλεται τόσες φορές στη
μεγάλη οθόνη.


Ο φίλος μου ο Μπαντ, παραγωγός της πετυχημένης σειράς «Χτυποκάρδια στo
Μπέβερλι Χιλς», μου λέει ότι δεν είναι δυνατόν να λέω ότι είμαι κάτοικος
τούτης της πόλης και να μην έχω πάει ούτε μια φορά σε ομάδα θεραπείας. Ίσως με
βοηθήσει να ξεμπλοκάρω την έμπνευσή μου. Έτσι, ένα Σάββατο πρωί πηγαίνω μαζί
του στο Community Center, στη διασταύρωση της οδού Beverly και Robertson, όχι
μακριά από τη γνωστή γειτονιά του Beverly Hills. Ο Μπαντ γνωρίζει τα πάντα
γύρω απ' την περιοχή. H συγκεκριμένη ομάδα ασχολείται με τον εθισμό στο ποτό.
Δεν είναι όμως για τους αλκοολικούς, αλλά για τους φίλους και συγγενείς των
αλκοολικών που δεν ξέρουν πώς να χειριστούν τον «πότη στη ζωή τους».


Έχουν συγκεντρωθεί καμιά τριανταριά άτομα για την πρωινή συνάντηση. «Μόνο εδώ
καταλαβαίνεις την τρέλα τούτης της πόλης», μου λέει ο Μπαντ που όπως πάντα
φοράει το καπέλο του μπέιζμπολ ανάποδα, όπως άλλωστε κάνουν όλοι οι παραγωγοί.


Όταν έχουμε καθήσει όλοι μας, σηκώνεται μια γυναίκα, με φθαρμένο τζιν κι ένα
μεγάλο ασημένιο σκουλαρίκι να κρέμεται απ' το αριστερό της αυτί. «Γεια σας.
Είμαι η Μαίρη».


«Γεια σου Μαίρη», απαντούν όλοι οι υπόλοιποι.


«Θα ήθελα να πω πόσο σημαντικό είναι για μένα να βρίσκομαι εδώ. Πέρασα δύσκολα
τώρα τελευταία. Ο φίλος μου είναι αλκοολικός». Γύρω μου οι υπόλοιποι κουνάνε
συγκαταβατικά τα κεφάλια τους. «Προσπαθώ να μην τον ελέγχω, ξέρετε, αλλά χτες
το βράδυ δεν άντεξα. Άδειασα όλα τα μπουκάλια, τα ουίσκι, τις βότκες και τα
τζιν. Τα βρήκε άδεια όταν γύρισε απ' το μπαρ, μ' έβρισε και έφυγε. Ακόμη να
γυρίσει. Γι' αυτό και ήρθα σήμερα, μόνο εδώ ηρεμώ. Φοβάμαι ότι δεν θα τον
ξαναδώ ποτέ».


Σηκώνεται άλλος. «Γεια σας. Με λένε Μαρκ».


«Γεια σου Μαρκ». Ο Μαρκ φοράει μια γραβάτα σαν σκοινί, που την κρατάει ψηλά
στο λαιμό μια πέτρα.


«Προσπαθώ να μάθω να είμαι καλός με τον εαυτό μου, να μη με θάβω. Ο πατέρας
μου, άνθρωπος του Jim Beam και του Johny Walker, με είχε μόνο για να τον
καθαρίζω απ' του εμετούς. Δεν έχω καμία αυτοεκτίμηση. Αυτήν την εβδομάδα
επιτέλους βρήκα το κουράγιο να φύγω απ' τη δουλειά νωρίς, δηλαδή πριν από τις
εννιά το βράδυ. Δουλεύω στην Promo Recordings στο Malibu. Λοιπόν χθες,
Παρασκευή, έφυγα στις πέντε! Πρωτοφανές για μένα! Αισθάνομαι ακόμη ένοχος αλλά
ήδη, τώρα που είμαι εδώ, τα πάω καλύτερα. Όταν δεν μου δίνουν τραπέζι σε
μαγαζί, αισθάνομαι ότι αυτό μου αξίζει. Πρέπει να είμαι πιο ελαστικός με τον
εαυτό μου, κι αυτό είναι δύσκολο να το μάθει κανείς».


Χειροκρότημα.


Σηκώνεται ένας λεπτός ηλικιωμένος, με κοστούμι, άσπρο μπαστούνι και μικρά
στρογγυλά γυαλιά.


«Είμαι ο Μπρόνστιν», λέει.


«Γεια σας, κύριε Μπρόνστιν», λένε μερικοί, αλλά όχι όλοι.


«Γεννήθηκα πριν από πολλά χρόνια στη Ρωσία». Ο Μπρόνστιν μιλάει με έντονη
προφορά. «Εξορίστηκα στο Μεξικό μετά τη Ρωσική Επανάσταση και μετά τον πόλεμο
κρύφτηκα σε τούτη την πόλη». Προσπάθησα να υπολογίσω την ηλικία του. Πάνω από
ενενήντα θα τον έβαζα, μη πω περισσότερο. Τα μάτια του όμως είναι έντονα και
σπινθηροβόλα. «Θέλω να προσθέσω και εγώ μια ιστορία ποτού και τρέλας που ίσως
σας φανεί χρήσιμη, από την παλιά εποχή». Σταμάτησε να πάρει αέρα. Το δωμάτιο
σίγησε. «Συγγνώμη για την παύση», μας λέει. «Τα γεράματα είναι το πιο
απρόβλεπτο γεγονός που μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο».


Ποτέ δεν έχει έρθει τόσο ηλικιωμένος άνθρωπος σ' αυτές τις συναντήσεις, μου
ψιθυρίζει ο Μπαντ. «Θα ήταν τέλειος για το νέο μου σίριαλ».


«H ζωή, φίλοι μου, δεν είναι εύκολο θέμα. Δεν μπορείς να τη ζήσεις χωρίς
κυνισμό και σύγχυση εκτός αν έχεις μπροστά σου μια μεγάλη ιδέα, ένα όραμα που
σε ανεβάζει πάνω απ' την προσωπική ενασχόληση και την προσωπική μιζέρια, πάνω
απ' όλες τις ανθρώπινες μικρότητες και κακίες».


Σταματάει για να πάρει και πάλι μια αναπνοή. «Για το ποτό δεν είμαστε εδώ
σήμερα;». Ναι, λένε κάποιοι, συνεχίστε. «Μόλις τέλειωσε η Ρωσική Επανάσταση οι
στρατιώτες το έριξαν στο ποτό. Μιλάμε για πολύ οινόπνευμα φίλοι μου. Έκλεβαν,
έσπαγαν τα μαγαζιά. Οι στρατιώτες που φύλαγαν το Παλάτι μπήκαν στα κελάρια του
Τσάρου και έγιναν στουπί στο μεθύσι - πίνοντας την καλύτερη σαμπάνια, γαλλικά
κονιάκ και παλιό κόκκινο κρασί. Τι να κάνουν; Σήμερα πια τους δικαιολογώ.
Αλλάξαμε λοιπόν την φρουρά και βάλαμε τους πιο έμπιστους και επιλεγμένους από
διαφορετικά συντάγματα για να σπάσουμε τις παρέες και τις φιλίες. Ούτε κι αυτό
δούλεψε. H νέα φρουρά μέθυσε εκ νέου. Τοπικά μέλη του κόμματος, με ήθος και
καλό όνομα, στάλθηκαν να φρουρήσουν το Παλάτι. Τους διάλεξα εγώ ο ίδιος! Σε
λίγο ήταν και εκείνοι μεθυσμένοι. Άντρες από τα τεθωρακισμένα πήραν εντολή να
διαλύσουν τα πλήθη στους δρόμους που έμπαιναν στα μαγαζιά και έκλεβαν, και
μεταξύ άλλων έπρεπε να προστατεύσουν τα μαγαζιά που πουλούσαν τα
οινοπνευματώδη. Σε λίγες μέρες, η μονάδα των τεθωρακισμένων παραπατούσε ύποπτα
στους δρόμους. Ολόκληρη η Μόσχα αλλά και η Πετρούπολη είχαν γίνει λιώμα από το
ποτό. Το ποτό απειλούσε πια την ίδια την επανάσταση! Ο ίδιος ο Λένιν ανέλαβε
την ευθύνη να σταματήσει την κραιπάλη. Διάλεξε έναν σκληρό, γνήσιο επαναστάτη,
αμέμπτου ηθικής, τον Ειδικό Λαϊκό Κομισάριο, τον Ποκόνοβ. Με μια ομάδα ειδικών
«κομάντος» βγήκε περιπολία στους δρόμους και έπαιρνε τα μπουκάλια από όποιον
φαντάρο συναντούσε. Το ίδιο βράδυ ο Ποκόνοβ και η ομάδα του ήταν εντελώς
μεθυσμένοι.» Μας κοίταξε. «Ελπίζω να μην σας κουράζω;». Όχι, ήρθε σύσσωμη η
απάντησή μας.


«H μεγάλη φρουρά της Αγίας Πετρούπολης που είχε σπείρει τον τρόμο στην άρχουσα
τάξη της Ρωσίας και στην οικογένεια του Τσάρου είχε πάψει να υπάρχει. Μετά την
εξαφάνιση της Πετρούπολης στην στρατόσφαιρα της αλκοολικής υπερβολής ήρθε και
η σειρά της επαρχίας. Τεράστιες αποστολές με οινοπνευματώδη και κρασιά
φορτώθηκαν στα τρένα και στάλθηκαν σε όλη τη Ρωσία. Οι φαντάροι λεηλατούσαν τα
βαγόνια και μεθούσαν. Συντάγματα ολόκληρα διαλύονταν. «Ο επαναστατικός λόγος»,
είχα πει και εγώ τότε, «ξεσηκώνει τον λαό και του δίνει τον ενθουσιασμό να
πολεμήσει κατά της καταπίεσης. H βότκα όμως ξαναβάζει τον λαό σε ύπνο...»».


Με αυτά τα λόγια σταματάει και μας κοιτάζει. Τα μάτια του σαν να γελάνε. «Θέλω
να πω ότι η Ρωσική Επανάσταση παραλίγο να χαθεί λόγου του ποτού. Ευτυχώς που ο
Λένιν δεν έβαζε ποτέ ποτό στα χείλη του!».


Γελάμε. H ιδέα φαίνεται εξωφρενική, αλλά μας τα έχει περιγράψει τα γεγονότα
τόσο πειστικά σαν να τα έχει ζήσει. Μιλάνε μερικοί ακόμη αλλά είμαστε όλοι υπό
την επιρροή του Μπρόνστιν και δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε. Ο Μπαντ λέει ότι
πρέπει να φύγει, αλλά μου ζητάει να μάθω ποιος είναι ο γέρος.


Πάω και τον βρίσκω και του ζητάω να πάμε για καφέ. Πάμε στο διπλανό, που το
λένε «Ο Καλόγερος». Οι περισσότεροι θαμώνες είναι κάτω από είκοσι πέντε, με τα
καπέλα του μπέιζμπολ, με γυμνασμένα κορμιά, με τατουάζ και με μια άνεση. Το
μενού, γραμμένο σε φανταχτερά χρώματα με κιμωλία, προσφέρει, μεταξύ άλλων, και
καπουτσίνο με γάλα από σόγια, λάιτ. Ο Μπρόνστιν το μελετάει με πάθος.


«Τόση αφθονία όμως δεν την περίμενα ποτέ. Εκτός ότι πίστευα ότι τούτη η χώρα
δεν θα αντέξει τον εικοστό αιώνα». Παραγγέλνει ένα τσάι δυόσμου, «για να
θυμηθώ την παιδική μου ηλικία» και όταν το φέρνει ο σερβιτόρος, «σπασίμπα» του
λέει.


«Ζήσατε την Ρωσική Επανάσταση πραγματικά», τον ρωτάω; Σκέφτομαι ότι ο γέρος
ίσως μου δώσει τροφή για το πρώτο μου βιβλίο. «Αχ Ναταλία μου», λέει,
κοιτάζοντας αλλού, σαν να μη με έχει ακούσει. Ξαφνιάζομαι. «Κάτι ξέρεις για τη
χώρα μου, έτσι δεν είναι;». Κουνάω θετικά το κεφάλι μου. «Και τι
επαγγέλλεστε;».


«Δόκιμος συγγραφέας», απαντάω. «Όπως οι μισοί που ζούνε σ' αυτή την πόλη».


Χαμογελάει. «Έχω γράψει και εγώ κάποια βιβλία για την Επανάσταση - ένα όμως
νομίζω, εκτός κυκλοφορίας πια, έχει, θέλω να πιστεύω, στόφα λογοτεχνική».


«Μπορώ να το βρω στο Άμαζον;».


Δεν μ' ακούει. «Είχαμε και μερικούς πριν από την Επανάσταση - τον Τολστόι, που
δεν του άρεσε η αλλαγή, η αποσύνθεση της παλιάς ιεραρχίας, η διάλυση της
επαρχίας, το συνολικό χάος, τα σκουπίδια της έκρηξης, η βοή της πόλης, η
ταβέρνα και το τσιγάρο, το τραγούδι του εργοστασίου - ήταν αριστοκράτης
βέβαια... σε αντίθεση με τον Τούργκενεβ, ξέρετε, ο Τολστόι δεν έβαζε τους
ήρωές του να παίξουν ένα θέατρο με πυροτεχνήματα, δεν τους έδειχνε πάντα σε
καλό φως. Αντιθέτως δεν έκρυβε τίποτα... ήταν και ο Μπίελι, ο Μπλοκ, ο
Μαγιακόβσκι, όλοι αυτοί ποτέ δεν δέχτηκαν την Επανάσταση.


Περίμενα και εγώ μια νέα αρχή, το νέο μυθιστόρημα - αλλά μόνο εκείνος ο Σερζ
που ήταν φίλος μου κατάφερε να μπει μέσα στον τρόμο της δεκαετίας του τριάντα,
και μετά μόνο σιγή».


«Το δικό σας βιβλίο - εκείνο το λογοτεχνικό;».


«Μόλις και πρόλαβα να το γράψω - ίσως το βρείτε στ' αρχεία μου στο Χάρβαρντ.
Ξέρετε πότε αισθάνθηκα πραγματικά ελεύθερος; Μόλις δραπέτευσα απ' την φυλακή
του Μπέρεζοβ, με εκείνο τον Κιρκάσιο οδηγό. Εκείνος με περίμενε έξω απ' το
κελί, φορτωμένος με χράμια από μαλλί ταράνδου, με ένα μπουκάλι βότκα ανάμεσα
στα πόδια του. Και μετά - ακόμη τον θυμάμαι, διασχίσαμε σαν τον άνεμο μια
αχανή αυτοκρατορία χιονιού πάνω σε ένα έλκηθρο που έσερναν τάρανδοι. H αίσθηση
του παγερού ανέμου στο πρόσωπό μου δεν ήταν μόνο καλή, ήταν ιζιάσνι, τέλεια.»
Χαμογέλασε. «Είχα μεταφερθεί στο νοσοκομείο υποκρινόμενος ότι υπέφερα από
ισχιαλγία, μια ασθένεια της οποίας τα συμπτώματα είναι ανεπαλήθευτα. Εκείνος ο
οδηγός μου πάνω στην αυτοκρατορία του χιονιού, ο Νίκηφορ, πραγματική ρώσικη
ψυχή, όλο με έλεγε «αφεντικό». Θυμάμαι μια λογοτεχνική μου αποστροφή: Στη
Σιβηρία, τόσο κοντά στην άκρη της γης, νομίζει κανείς πως η νύκτα ολοένα
πλησιάζει χωρίς να φτάνει ποτέ, ανίκανη να γεμίσει τον ουρανό με το σκοτάδι
της. Λογοτεχνικό δεν σας ακούγεται αυτό;». Μου ρίχνει ο Μπρόνστιν μια κλεφτή
ματιά και συνεχίζει. «Οι τάρανδοι μου φαινόντουσαν σαν τους συντρόφους μου - ο
μεγαλύτερος, εκείνος που έγλειφε το χιόνι καθώς έτρεχε, είχε μεγάλα μάτια
όμοια με τον σύντροφο Παχόμοβ, ο δεξιός είχε μακριά πουλαρίσια πόδια, τα οποία
τέντωνε κάθε φορά που έκαναν στάση όπως ακριβώς ο Ρομάτσκιν που δεν άντεχε να
κάθεται στις ατελείωτες συνεδριάσεις, ο μεσαίος ήταν ανήσυχος και νευρικός και
στριφογύριζε σαν τον Μάρτοβ. Πάνε όλοι τους, πάνε και τα παιδιά μου, τέσσερα
είχα ξέρετε. Τόσοι άλλοι. Ακόμη ζούσα την παλιά Ρωσία. Όσο και περίεργο και να
σας φαίνεται, αυτή τη Ρωσία νοσταλγώ. Ίσως γέρασα πολύ».


Πίνει μια γουλιά απ' το τσάι. «Αχ Ναταλία μου», λέει. Συνεχίζει. «Δεν ήξερα
όμως τότε τι θα γινόταν στη χώρα μου. Ο Νικολάι, ο γιος μου» - κοιτάει το
τσάι. «Όταν φτάσαμε στο Μπογκοσλόβσκ, όπου θα έμπαινα στο τρένο της
επιστροφής, ξέρεις τι έκανε ο Νίκηφορ; Με μια πνιχτή κραυγή, άρπαξε τη
γενειάδα μου και έκοψε μια μικρή τούφα με ένα μικρό μαχαίρι. "Τώρα έχω το
γούρι μου!". H αθάνατη ρώσικη ψυχή. Αθάνατη, αλλά καταφέραμε να την πνίξουμε».


Τρίβει το πηγούνι του. Σαν να θέλει να κλάψει. «Πόσο καλά το θυμάμαι, το
τελευταίο αθώο μου ταξίδι στα τρένα της διαφυγής μου στη Σιβηρία της παλιάς
Ρωσίας. Το βαγόνι μύριζε το δροσερό άρωμα μέντας με το οποίο τότε η εξουσία
του Τσάρου ψέκαζε τα βελούδινα καλύμματα. Απέναντί μου, μια νεαρή γυναίκα μ'
ένα λευκό γούνινο πανωφόρι μακρύ ως τον αστράγαλο τραγουδούσε ένα γνώριμο
σκοπό - σήμερα πια δεν υπάρχει κανείς ζωντανός που να θυμάται τον σκοπό
εκείνο».


O Μπρόνστιν αρχίζει να σιγοτραγουδάει: Μουστουρί-μουστουρί-μουστουρά.
Σταματάει. «Ντελικάτη κοπέλα, μενεξεδιά χείλη, συνομιλούσε το ένα της χέρι με
το άλλο όταν τραγουδούσε. Νομίζω ότι την είδα, χρόνια αργότερα, στη Μόσχα. Την
είχαν λιντσάρει κάποιοι εργάτες».


Σηκώνεται να φύγει. Σταματάει και με κοιτάζει. «Να θυμάσαι, ο στόχος
δικαιολογεί τα μέσα όσο υπάρχει και κάτι που δικαιολογεί τον στόχο». Από
λυπημένος, τώρα σαν να έχει μαζευτεί. Με ευχαριστεί για την κουβέντα, και
βγαίνει στο πεζοδρόμιο της οδού Μπέβερλι. Μοιάζει με ηθοποιό, με τα παλιά του
ρούχα, και δεν τραβάει την προσοχή κανενός. Συνηθισμένη η πόλη σε τέτοιους.
Στέκεται στη στάση του λεωφορείου. Έρχεται το όχημα, ανεβαίνει σιγά σιγά.
Κάθεται στο παράθυρο. Είναι πια μόνιμος κάτοικος του Λος Άντζελες, της πόλης
των Χαμένων Αγγέλων.