|
|
|
«Υπήρξα, πάντως, πάρα πολύ τυχερή να συναντήσω ανθρώπους όπως ο Γιάννης Τσαρούχης ή η Λίλα Ντε Νόμπιλι, που κι αυτοί δεν έβλεπαν το θέατρο μόνο ως σκηνογραφία και κοστούμι ή ο Πίτερ Μπρουκ, με τον οποίο μας συνδέει μια φιλία πολύ βαθιά, ο Λεβ Ντόντιν, η Ντέμπορα Γουόρνερ…», λέει η Χλόη Ομπολένσκι
|
Ανήκει στη χορεία των ελλήνων σκηνογράφων – ενδυματολόγων που δρέπουν δάφνες
στο εξωτερικό, αλλά στην Ελλάδα τους αγνοούμε ή ελάχιστα τους γνωρίζουμε. Ή
Άννα Κοκκίνου θα μας δώσει φέτος την ευκαιρία να δούμε και στην Αθήνα, τριάντα
επτά χρόνια μετά την προηγούμενη συνεργασία της με ελληνικό θίασο, δουλειά της
Χλόης Ομπολένσκι, στενής συνεργάτριας του Πίτερ Μπρουκ εδώ και περισσότερο από
μία εικοσαετία – η «Μαχαμπχάρατα» και η «Κάρμεν», που έχουν κάνει μαζί, μας
έχουν δώσει μια «γεύση» των ικανοτήτων και της «γραμμής» της όταν
παρουσιάστηκαν, τη δεκαετία του ’80, και εδώ.
«Οι ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, που θα παρουσιαστούν στη «Σφενδόνη» με την
Άννα Κοκκίνου, σε σκηνοθεσία της με τη συνεργασία της Μίρκας Γεμεντζάκη, είναι
το έργο-αφορμή για την – καθυστερημένη… – έλευση της Χλόης Ομπολένσκι, η
οποία βρίσκεται, πάντως, τακτικά στην Ελλάδα, στο σπίτι της στις Σπέτσες, και
καθόλου δεν έχει ξεχάσει τα ελληνικά της ούτε έχει αλλοιώσει την προφορά της.
Την συνάντησα στο φουαγιέ της «Σφενδόνης» μέσα στη φούρια της ετοιμασίας της
παράστασης, με τους εργάτες να μπαινοβγαίνουν. Ευγενέστατος άνθρωπος,
κοσμοπολίτισσα, «ήρεμη δύναμη», γλυκομίλητη και με ένα γλυκύτατο βλέμμα.
Επτά χρόνων παιδάκι ήταν, αρχές αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν ο Αλέξης
Σολομός τής έδωσε να παίξει έναν γελωτοποιό στην «Ερωφίλη» του Χορτάτση που
ανέβασε στο Καστέλλο της Ρόδου, καλεσμένος – μόλις είχε γυρίσει από την
Αμερική – από τον πατέρα της Γιάννη Γεωργάκη, κατοπινό στενό συνεργάτη του
Αριστοτέλη Ωνάση, γενικό διοικητή Δωδεκανήσων τότε, λίγο μετά τη συσσωμάτωσή
τους στην Ελλάδα.
Γελάει με ένα βαθύ γέλιο. «Αυτό ήταν! Μου άρεσε πάρα πολύ αυτός ο “άλλος
κόσμος”. Κόλλησα. Ταυτίστηκα με την έννοια θέατρο. Αλλά από τότε με ενδιέφερε
το θέατρο ολικά. Και έτσι εξακολουθεί να με ενδιαφέρει. Διάλεξα τη σκηνογραφία
– ενδυματολογία, αυτή είναι η δουλειά μου, ξέρω να την κάνω αλλά συνολικά, σαν
φαινόμενο είναι που με ενδιαφέρει το θέατρο. Αυτός είναι ο λόγος που κρατάει
τόσα χρόνια η συνεργασία μου με τον Πίτερ Μπρουκ. Γιατί έτσι βλέπει και ο
Πίτερ το θέατρο. Το να “πηδάω” από το ένα θέατρο στο άλλο, πάρα πολύ γρήγορα
αφότου άρχισα να εργάζομαι, αισθάνθηκα ότι δεν “αντιστοιχούσε” μ’ αυτό που
έψαχνα. Ήταν ευχής έργο που τον συνάντησα».
Οικογενειακοί φίλοι ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Γιάννης Μόραλης, από τα έντεκα
στην Αγγλία «εσωτερική» σε σχολείο, η Χλόη – Γεωργάκη τότε – σπούδασε στο
Παρίσι και ξεκίνησε την καριέρα της γύρω στο ’60 ως βοηθός της σπουδαίας Λίλα
ντε Νόμπιλι.
Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε που ξεκινήσατε. Πώς βλέπετε να έχουν
εξελιχθεί τα πράγματα στο θέατρο;
«Το θέατρο τότε ήταν μια δουλειά που ήξερες ότι την κάνεις με τα χέρια σου,
ότι δεν έχει ώρες, ότι μπορεί να δουλεύεις μέρα-νύχτα, ότι για να μονταριστεί
μια παράσταση δεν υπάρχουν ωράρια, ότι πρώτα μαθητεύεις, μετά πας βοηθός, πας
“τσιράκι”… Όταν ξεκίνησα, ήμασταν τριάντα άτομα στουμπηγμένα σ’ ένα δωμάτιο,
η αμοιβή μας ήταν μια μιζέρια και μας έλεγαν “παιδιά, αν μείνετε ως τις πέντε
το πρωί, θα σας δώσουμε και τα λεφτά για το ταξί”». Γελάει. «Αλλά τότε μας
έφταναν να πληρώνουμε το ενοίκιο και να τρώμε. Τώρα δεν μπορεί να ζήσει έτσι ο
νέος. Άρα, χρειάζονται πολλά χρήματα. Πώς, λοιπόν, να μαζέψεις παιδιά και να
κάνεις μια δουλειά που χρειάζεται έρευνα; Όλα πρέπει να είναι υπολογισμένα και
προκαθορισμένα…».
H επιστροφή σας στην Ελλάδα για να δουλέψετε στο θέατρο ήταν μια ανώμαλη
προσγείωση από τα ευρωπαϊκά δεδομένα;
Γελάει. «Όχι. Ήταν όπως την περίμενα. Όταν ήρθε η Άννα και με βρήκε στο Παρίσι
και μιλήσαμε, αυτό που μου άρεσε και μου κίνησε το ενδιαφέρον ήταν ότι και
ήξερε το έργο, και το μελετούσε, και καταλάβαινε ότι αν δεν το δουλέψει πολύ
δεν θα μπορούσε να προχωρήσει και να βρει παραπάνω πράγματα. Επιπλέον, βρήκα
ότι αυτόν τον ρόλο σίγουρα είναι ικανή να τον ζωντανέψει».
Ένας Μπέκετ κατακόκκινος…
«Το θέμα, όταν ξαναδουλεύεις ένα έργο, δεν είναι να το δεις “αλλιώς” αλλά
να το δεις πιο καθαρά. Εγώ δεν έχω να “προσθέσω” κάτι στον Μπέκετ. Αυτό που με
ενδιαφέρει, είναι πώς να βρεθώ σε μια συμφωνία με τον Μπέκετ, ώστε να
επιτευχθεί η συγκίνηση – με την έννοια της συν-κίνησης.
Με τον Πίτερ Μπρουκ είχαμε κάνει ένα εντελώς άχρωμο σκηνικό, κάτι σαν λάβα,
διότι θέλαμε να βγει η αίσθηση ενός φωτός που έχει κάψει τα πάντα. Εδώ,
βλέποντας την Άννα, θέλησα να κάνω το σκηνικό κατακόκκινο – αυτή η φωτιά που
είναι κάτω απ’ τα πόδια μας. Και βλέποντας το θέατρο σκέφτηκα ότι αυτός ο
λόφος του έργου θα πρέπει να είναι κάτι σαν τεράστια μυρμηγκοφωλιά στη μέση
αυτού του χώρου που είναι κάτω απ’ την Ακρόπολη. Δεν μπορείς να αγνοήσεις τον
χώρο όπου βρίσκεσαι…».
INFO
«Οι ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ αρχίζουν τις παραστάσεις τους αύριο, στο
θέατρο «Σφενδόνη» (Μακρή 4, τηλ. 210-9246.692)








