Δυτικά παράλια. Περιφέρεια Ναζλίου. Γενιπαζάρ

(Μαρτυρία Αντιγόνης Αρτεμίου – αποσπάσματα)

Το Γενιπαζάρ (τουρκ. Yeni Pazar), μικρό χωριό στην κοιλάδα του Μαιάνδρου,

18,5 χλμ. ΝΔ του Ναζλιού, 31 A – NA του Αϊδινίου, αριθμούσε περίπου 500

κατοίκους, από τους οποίους οι 200 Έλληνες. Οικονομικό του κέντρο ήταν το

Ναζλί, ενώ εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Ηλιουπόλεως και Θείρων.

Ο ελληνικός στρατός μπήκε στο Ναζλί ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου. Κάθισαν

δεκαεφτά μέρες, και μια νύχτα φύγαν· Μάιος του 1919.

Μόλις μαθεύτηκε αυτή η οπισθοχώρηση, οι Τούρκοι του Γενιπαζάρ πήραν αέρα και

κατάσφαξαν τον κόσμο. Την αδερφή μου την σκότωσαν οικογενειακώς. Έκλαιγε πως

θα σφάζαν εμάς, γιατί ο ελληνικός στρατός δεν πήγε στο Γενιπαζάρ. Ήταν πέρα

από το Μαίανδρο.

Οι δικοί μου, η οικογένεια του πατέρα μου, είχαν φύγει νωρίτερα και πήγαν στο

Ναζλί. Είχαν σκοτώσει κάτι Ρουμελιώτες οι Τσέτες και κακοβάλαμε.

H μάνα μου ήτανε ψυχικάρα και πλούσια. Οι Τούρκοι μεγάλωναν μέσα στο σπίτι

μας. Τους βοηθούσε πολύ και εκείνοι την αγαπούσαν. Κι ένας παραγιός, ο πιο

πονετικός, της εξομολογήθηκε: «Κυρά, ε Κυρά, κάθε βράδυ συμφωνούνε να σας

σφάξουνε». Ύστερα απ’ αυτό φύγαμε. Είχαμε και στο Ναζλί σπίτια. Δεν

δυσκολευτήκαμε καθόλου.

Το συγκεντρωμένο πλήθος στην προκυμαία της Σμύρνης περιμένει μάταια την άφιξη

πλοίων , τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1922 (“Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”)

Τους σφάξαν όλους στο Γενιπαζάρ. Διαδίδονταν πως θα ‘ταν οι σφαγμένοι ως

εβδομήντα. Κανείς δεν γλύτωσε.

Οι ντόπιοι Τούρκοι πρότειναν σ’ ένα πατριώτη μας να τον ντύσουν Χότζα, για να

τον περάσουν στο Μαίανδρο να γλυτώσει, για πενήντα λίρες. Δεν δέχτηκε. Και τον

πετσόκοψαν κι αυτόν.

H αδερφή μου, που έμεινε, έπαθε τα μεγάλα δεινά. Από όλο το σπιτικό της μόνο

ένα κορίτσι της σώθηκε, που πήγαινε στο Ναζλί σχολείο. Ένα άλλο παιδί της, το

άφησε στον κάμπο. Δεν μπορούσε να σαλέψει τα πόδια του. Το πήραν και το

τούρκεψαν. Κι ένα άλλο κορίτσι τούρκεψαν, μιας κουμπάρας μας κόρη, τη λέγαν

Πολυξένη.

H μεγάλη σφαγή γίνηκε στο Μαίντρο. Τους σφάξαν και τους ρίχναν μέσα. Για να μη

βρωμίσουνε το χωριό, κάναν τη σφαγή στο Μαίντρο. Όλα αυτά μας τα ‘πε ένας

Τούρκος, από κείνους που μας γνώριζαν.

Ένα χρόνο μέσα στο Ναζλί πλαγιάζαμε με τα ρούχα και με τα παπούτσια. Και

λέγαμε, απόψε θα μας σφάξουνε. Ήταν ο Γιουρούκ Αλής από τα Σώκια, πολύ

αιμοβόρος. Αντίθετα, ο Ντεμερτζής έλεγε: «Φτάνει πια όσο αίμα χύθηκε.

Σταματήστε ως εδώ. Να βγούνε όξω και να μη φοβούνται». Άλλοι λέγαν:

«Κρυφτείτε!». Βγάζαν τα παιδιά από τα σχολεία. Κλούσαν τα μαγαζιά.

Μας είχαν καταγδύσει. Δεν είχαμε τίποτα. Μια μέρα μας είπανε: «Θα πάτε για

λίγο στου Εγγλέζου το τσιφλίκι και θα ‘ρθετε πίσω». Πήραμε ένα φουστανάκι, μια

σάλπα. Ιστορίες. Τι βραβήκαμε! Ιστορίες τα δικά μας. Κι αυτό, για να μην

πάρομε τίποτα μαζί μας.

Όσοι μπόρεσαν, για κρίναν πιο σωστό, κρύφτηκαν. Ήταν και Τουρκοκρητικοί και

φώναζαν: «Βγείτε και ήρθαμε» πως ήταν Έλληνες. H φωνή έμοιαζε. Πολλοί

γελιούνταν και βγαίναν και τους σφάζαν. Πίσω-πίσω, για να μη μείνει κανείς,

τους σόφισε ο διάβολος και βάλαν φωτιά και κάψαν όσους ήταν μέσα. Εκεί κάηκε

και το κοριτσάκι της Φοινικοπούλου. Άρπαξαν τα πατώματα των σπιτιών και

κάηκαν. Μια πλούσια του Ναζλιού, σαν είδε τη φωτιά, έπεσε από το μπαλκόνι του

σπιτιού της. Κατοικούσε στον Τουρκομαχαλά, στον Απάνω Μαχαλά. Καθώς έπεσε

τραυματίστηκε, μαζί κι οι ανηψιές της. Κρύφτηκαν μέσα σε κάτι κολοκυθιές. Τις

βρήκαν και τις σκότωσαν.

Με τέτοια διαβατήρια πέρασαν οι κυνηγημένοι Μικρασιάτες στην Ελλάδα

(Φωτογραφικό Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών)

Μια άλλη ντύθηκε τούρκικα. Πήρε κι ένα καλάθι στο χέρι κι έκανε την Τουρκάλα.

Ένας Τούρκος την έσωσε. Την έβαλε στο τραίνο και ήρθε και μας βρήκε στο

Ντενιζλί. Τη λένε Αλκίπη και ζει. Είναι πρώτη εξαδέλφη του Βάβουλα του

Παντελή.

Εμείς όλα αυτά τα μάθαμε, άλλα στην ομηρία και άλλα σαν ήρθαμε εδώ με την

Ανταλλαγή.

Από το Ντενιζλί, που μας πρωτοπήγαν, μας πήραν και μας πήγαν στο Σαράκιοϊ. Και

κατασταλάξαμε στην Καισάρεια.

Οι άντρες μας είχαν στρατολογηθεί και βρίσκονταν άλλοι στο Ερζερούμ κι άλλοι

αλλού. Ως και στο κελί του Άη Γιάννη του Ρώσου ζητιανέψαμε. Μας βοήθησαν πολύ.

Στην Καισάρεια οι γυναίκες κλαίγαν μαζί μας. Με φώναζαν οι Τουρκάλες να πλύνω,

κι εγώ φοβόμουν τους Τούρκους. «Οι καλές κοπέλες» λέγαν.

Αρρώστησα κι έρχονταν οι χριστιανές και με τάιζαν στο κρεβάτι. Μας δίναν

θάρρος, και μας λέγαν: «Μη χολιάτε, μη ντρεπόσαστε· και ο Χριστός ζητιάνεψε.

Σταθείτε στην πόρτα της εκκλησιάς να οικονομηθείτε».

Μας πήγαν και σ’ ένα βουνό που είχε μια τρύπα. Εκεί μέναμε. Κατέβαινα στο

χωριό, μιλούσα, καταλάβαιναν τη δυστυχία μου και μας φέρναν κάτι.

Δίχως λάδι κάναμε τρία χρόνια. Εκεί είχαν αφιονόλαδο. Τρώγαμε την πατάτα με το

τουρσί. Μακαρόνια πουθενά δεν είχε. Κι έλεγα, σαν ελευθερωθώ και πάω στα μέρη

μας, κάθε μέρα μακαρόνια θα τρώω. Φρούτα είχε πολλά.

Τρώγαν φρέσκα, άλλα ξέραιναν κι άλλα βράζαν με πετιμέζια. Σαν έγινε η

Ανταλλαγή πήγαμε στη Μερσίνα. ΟΙ Μερσινιώτες μας φοβούνταν, γιατί είχε

ψειραρρώστια, τύφο. Στεγαζόμασταν σε κάτι εργοστάσια. Μας είχαν καραντίνα.

Εκεί πέθανε το κορίτσι της αδερφής μου, το μόνο που σώθηκε από το Γενιπαζάρ.

Ένας άγγελος. Το ‘πιασε μια κρίση κι ούτε γιατρό είχαμε, ούτε τίποτα.

Μέσα σ’ όλα μαζεύονταν και Πόντιοι ανταλλάξιμοι με τα κάρα. Πότε έρχονταν

πέντε, πότε δέκα και πότε είκοσι.

Εκεί πέθανε το πρώτο μου παιδί.

Τον άντρα μου τον αντάμωσα στη Μερσίνα. Μείναμε εκεί έξι μήνες, γιατί δεν

έρχονταν πλοίο.