«Πώς να εξημερώσουμε, με αυστηρές κρίσεις, μια χυδαία θλίψη και μια κραυγή

ανθρώπου που τον γδέρνουν;»

E.M. Σιοράν

Η ανθρώπινη συμπεριφορά, στις ακραίες εκδοχές της, εξακολουθεί να αποτελεί ένα

παράξενο αίνιγμα, κατακλύζοντας το κοινό με απορία και τρόμο που, κατά κάποιο

τρόπο, θυμίζουν το «σοκ και δέος» της πρόσφατης αμερικανικής εισβολής.

Σοκ και δέος γεννά η ακραία βία, η τυφλή επιθετικότητα, ο σαδισμός. Ο 20ός

αιώνας, με αποκορύφωμα τη ναζιστική θηριωδία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και

τα γκούλαγκ γνώρισε σε όλο του το μεγαλείο τη δυνατότητα της ανθρώπινης

καταστροφικότητας.

Οι επιστήμες του ανθρώπου εύλογα εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε ερωτήματα που

φάνταζαν πολύπλοκα αν όχι δυσεπίλυτα: Τι είναι τελικά ο σαδισμός; Γεννιέσαι ή

γίνεσαι βίαιος; Μέσα από ποιες διαδικασίες ένα άτομο γίνεται ικανό να

προξενήσει την καταστροφή;

H επιστήμη της ψυχολογίας επιφορτισμένη με το δύσκολο όσο και συναρπαστικό

έργο της «κατανοησιμότητας» της ανθρώπινης συμπεριφοράς επιχείρησε να

απαντήσει με τα δικά της θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία στα παραπάνω

ερωτήματα που δεν χάνουν – φευ – με τίποτα την επικαιρότητά τους.

Πολλαπλά θεωρητικά σχήματα, ιδεολογικά προσδιορισμένα, επινοήθηκαν προκειμένου

να απαντήσουν στο «γιατί» της ανεξέλεγκτης ανθρώπινης βίας. Να φωτίσουν το

αίνιγμα του «ανθρώπου-θηρίου» που καταστρέφει και με συγκλονιστική ευκολία

αφανίζει τους πάντες. Το παιδί του, τον φίλο, τον γείτονα, το αφεντικό, τον

υφιστάμενό του, ή ακόμα και έναν άγνωστο.

Σε εμπόλεμες καταστάσεις το επιχείρημα της υπακοής στους ανωτέρους αρκεί άραγε

να εξηγήσει τη βία;

Οι απαντήσεις της ψυχολογίας μπορούν σχηματικά να συνοψισθούν σε δύο οπτικές:

Ας αποκαλέσουμε τη μια «ατομοκεντιρκή» και την άλλη «κοινωνιοκεντρική». H

πρώτη εξηγεί τη βία μέσα από τη βιαιότητα του ίδιου του ατόμου «φταίει το

άτομο», ενώ η δεύτερη καταφεύγει στη σημασία του περιβάλλοντος «φταίνε οι

συνθήκες του περιβάλλοντος».

Σίγουρα η πρώτη θεώρηση υπήρξε και η πιο δημοφιλής. Ίσως γιατί είναι πάντα πιο

βολικό και λιγότερο ενοχοποιητικό να ανάγεται το σφάλμα στο άτομο και όχι στον

περίγυρο. Το άτομο – υποτίθεται – τιμωρείται, θεραπεύεται, εξορθολογίζεται,

«επανακοινωνικοποιείται». H κοινωνία όμως; Άντε να την αλλάξεις και να τη

θεραπεύσεις. Το ατομικό κακό σε τελευταία ανάλυση είναι πάντα πιο εύπλαστο από

το κοινωνικό. Φαντασιώνεις πολύ πιο εύκολα την απαλλοτρίωσή του.

Εξ ου και στην ψυχολογία είναι γνωστό το «θεμελιώδες σφάλμα» (the fundamental

error) κατά την έκφραση του Lee Ross. Πρόκειται για μια κλίση πραγματικά

ριζωμένη μέσα μας που μας εξωθεί στο να υπερεκτιμούμε στις ερμηνείες μας το

μέρος που προέρχεται από το άτομο – τις εσωτερικές αιτίες, την προσωπικότητα –

και να υποτιμούμε εκείνο το μέρος που είναι συνέπεια της περίστασης – τις

εξωτερικές αιτίες, τις συνθήκες. «H συμπεριφορά εμπεριέχει το πεδίο»

(behaviour engulfs the field) είχε πολύ σωστά, επισημάνει ο Heider. Με την

έννοια ότι είμαστε σε τέτοιο σημείο τυφλωμένοι από τη συμπεριφορά κάποιου και

από τον ίδιο, που ξεχνάμε όλα τα υπόλοιπα.

Το βιβλίο της Μίκας Φατούρου, που μόλις κυκλοφόρησε, «Ο βασανιστής ως όργανο

της κρατικής εξουσίας» από τα Ελληνικά Γράμματα, είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Θα

ασχοληθούμε αναλυτικά προσεχώς με αυτό. Για την ώρα αξίζει να αναφέρουμε ότι

με το έργο της αυτό η καθηγήτρια Ψυχολογίας στο ΑΠΘ, διεθνώς γνωστή για τις

μελέτες της περί ψυχολογίας των κρατικών οργάνων καταστολής, συμβάλλει στην

κατανόηση των βασανιστηρίων και των διεργασιών με τις οποίες οι άνθρωποι

μετατρέπονται σε βασανιστές.

Το υλικό της στηρίζεται σε συνεντεύξεις με θύτες και θύματα στη διάρκεια της

δικτατορίας. Ωστόσο, η επικαιρότητά του είναι διαταρακτική καθώς είναι ικανό

να μας φωτίσει και για τον ψυχισμό των σύγχρονων τρομοκρατών.

Το πιο σημαντικό εύρημα της συγγραφέως είναι συνάμα και τρομακτικό και

διαταρακτικό. «Ο καθένας από εμάς, ακόμα και ο πιο νομοταγής και φιλήσυχος

πολίτης, ενδέχεται κάτω από συγκεκριμένες διαδικασίες εκπαίδευσης, να

μετατραπεί σε αδίστακτο σαδιστή».

Μύθοι που στήριζαν τους περί «φυσιολογικότητας» και περί «εγκληματικής φύσης»

λόγους, κλονίζονται συθέμελα.

Τρομάζει κανείς με το ερώτημα «μα είναι δυνατόν ακόμα και εγώ;» και με την

απάντηση «ναι, ακόμα και εσύ».

H συγγραφέας δεν μας καθιστά περισσότερο ευτυχείς με το έργο της. Σίγουρα όμως

μάς καθιστά περισσότερο διαυγείς. Και στις μέρες μας ίσως περισσότερο παρά

ποτέ άλλοτε αξίζει να είμαστε διαυγείς και όχι αναγκαστικά και απαραίτητα

ευτυχείς.

* Μίκα Χαρίτου – Φατούρου «Ο βασανιστής ως όργανο της κρατικής

εξουσίας. Ψυχολογικές καταβολές». Μετάφραση Μαρία Αβαριτσιώτη.

Ελληνικά Γράμματα, 2003

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.