Χαρακτηρίστηκε «ριφιφί του αιώνα». Δεκάδες οι ύποπτοι, ακόμη περισσότερα τα

σενάρια για το ποιος πραγματικά κρύβεται πίσω από τη ληστεία της Τράπεζας

Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης 19, τον Δεκέμβριο του 1992. Δέκα χρόνια μετά, η

υπόθεση τυπικά παραμένει ανοικτή, οι δράστες κυκλοφορούν ελεύθεροι και τα

ερωτηματικά μένουν αναπάντητα. Μια καινούργια έρευνα των «ΝΕΩΝ» έρχεται να

προσθέσει νέα στοιχεία για τη μεγαλύτερη ληστεία που στήθηκε ποτέ στη χώρα

μας.

Τράπεζα Εργασίας. Οι «εγκέφαλοι» της ληστείας το είχαν ξεκαθαρίσει. Τους

ενδιέφεραν μόνον οι θυρίδες και όχι μια εντυπωσιακή ληστεία των εισπράξεων

Το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας αιφνιδίασε ακόμη και τους ανθρώπους του

ελληνικού υποκόσμου. Από την πρώτη στιγμή κυκλοφόρησε η φήμη ότι η όλη

επιχείρηση οργανώθηκε από το εξωτερικό γιατί στην Ελλάδα δεν υπήρχε κανείς που

να κατείχε την τεχνογνωσία κατασκευής τόσο μεγάλων τούνελ. Το σκεπτικό αυτό

υιοθέτησε εν μέρει και το βούλευμα του Εφετείου Αθηνών: «Δεν στερείται λογικής

ο ισχυρισμός ότι είναι δυνατόν οι δράστες να είναι αλλοδαποί, διότι η όλη

επιχείρηση που σχεδιάσθηκε και εκτελέσθηκε, φανερώνει ανθρώπους όχι μόνο

αδίστακτους αλλά και γνώστες του αντικειμένου». Το σενάριο που σήμερα

εμφανίζουν «ΤΑ ΝΕΑ» επιβεβαιώνει εν μέρει το βούλευμα της Εισαγγελίας και

προσθέτει ακόμη μία εκδοχή.

Η ύπαρξη μιας ελληνικής ομάδας με την απαραίτητη τεχνογνωσία για τη διάνοιξη

τούνελ και κλοπές με τη μέθοδο του ριφιφί μάλλον δεν ευσταθεί. Απόδειξη ότι

μετά το ριφιφί στην Τράπεζα Εργασίας ουδέποτε παρόμοιο περιστατικό απασχόλησε

τις ελληνικές διωκτικές αρχές.

Δέκα χρόνια μετά τη μεγαλύτερη ληστεία που οργανώθηκε ποτέ στη χώρα μας, «ΤΑ

ΝΕΑ» φέρνουν στο φως μια νέα εκδοχή, αλλά και εντυπωσιακές πληροφορίες για την

προετοιμασία της επιχείρησης και τον κυρίαρχο ρόλο σε αυτήν ενός εκ των πιο

διάσημων Ιταλών κακοποιών.

Συνάντηση στο Μιλάνο. Μια πληροφορία από ποινικό κρατούμενο, που

ισχυρίζεται ότι ο ίδιος οργάνωσε το σχέδιο διαφυγής των κλοπιμαίων από την

Ελλάδα, μας οδήγησε στην Ιταλία και συγκεκριμένα στο Μιλάνο. Δύο άνδρες, ένας

Έλληνας και ένας Ιταλός, συναντήθηκαν πριν από δώδεκα χρόνια στο καφέ Duomo

για να σχεδιάσουν το ριφιφί. Ο Έλληνας, ο οποίος εδραστηριοποιείτο

επαγγελματικά στην Ιταλία και κυρίως στην περιοχή του Μιλάνου, ήταν σύμφωνα με

την πληροφορία ο εγκέφαλος του σχεδίου και συγγενής γνωστού λαϊκού συνθέτη. Ο

άλλος εθεωρείτο ένας από τους καλύτερους διαρρήκτες της Ιταλίας, αλλά και του

κόσμου. Ήταν ο Φράνκο Ρεστέλι, ο επονομαζόμενος και Φρανκίνο.

Ο Πάολο Μπιοντάνι, δημοσιογράφος της «Corriere della Sera», είναι ένας από

τους πιο γνωστούς Ιταλούς αστυνομικούς ρεπόρτερ. «Παρακολουθώ τις κινήσεις και

τα έργα του Φρανκίνο, σχεδόν από τότε που ξεκίνησα τη δημοσιογραφία. Για τους

Ιταλούς ο Φρανκίνο είναι μια μυθική μορφή, σχεδόν cult. Όσο εντυπωσιακές είναι

οι ληστείες που έχει καταστρώσει, άλλο τόσο εντυπωσιακές είναι και οι γυναίκες

που τον συνοδεύουν κατά καιρούς στις εξόδους του». Η καριέρα του στον χώρο του

οργανωμένου εγκλήματος ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 ως μέλος της περίφημης

σπείρας Vallanzasca, υπεύθυνης για ορισμένες από τις εντυπωσιακότερες ένοπλες

ληστείες τραπεζών, απαγωγές κ.λπ. Όταν η ιταλική αστυνομία φυλάκισε σχεδόν όλα

τα μέλη της σπείρας, ο Φρανκίνο εντάχθηκε στους κόλπους της Turatello, σπείρας

που ειδικευόταν στις ληστείες τραπεζών. Εκεί έμαθε την τεχνική διάνοιξης

τούνελ και κλοπής με τη μέθοδο του ριφιφί και γρήγορα αναδείχθηκε σε ηγετική

μορφή του μιλανέζικου υποκόσμου.

Για την επαφή των δύο ανδρών, του Έλληνα «εγκεφάλου» και του Φρανκίνο,

μεσολάβησε Ιταλός λαθρέμπορος τσιγάρων με έδρα το Μιλάνο, γνωστός στις

ελληνικές αστυνομικές αρχές, με δράση κυρίως στο Ιόνιο. Αυτός έφερε σε επαφή

τον Φρανκίνο με Έλληνα συνεργάτη του που δούλευε για λογαριασμό της Μαφίας, με

σκοπό να οργανώσουν από κοινού τον τρόπο εξόδου των κλοπιμαίων από τη χώρα.

Όπως αποκαλύπτει ο Έλληνας συνεργάτης τους, «ο Έλληνας εγκέφαλος της ληστείας

είπε στον Φρανκίνο να μην ανησυχεί καθόλου για τη “δουλειά” γιατί υπάρχει

άνθρωπος σε σημαντική θέση μέσα στην Τράπεζα που θα κανόνιζε τα πάντα».

Στην Ελλάδα το 1988. Ο Φρανκίνο και η ομάδα του ήρθαν για πρώτη φορά

στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1988 και φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του Έλληνα

συνεργάτη τους στον Πειραιά για δύο εβδομάδες. Η ομάδα αποφάσισε, όπως

ισχυρίζεται ο τελευταίος, δύο σχέδια δράσης, με βασικό αυτό του ριφιφί με τη

διάνοιξη τούνελ. Το εναλλακτικό σχέδιο δράσης ήταν η είσοδος των ληστών από

την πόρτα της τράπεζας σε μη εργάσιμη ημέρα. Βασική προϋπόθεση και των δύο

σχεδίων δράσης ήταν η αχρήστευση του συστήματος συναγερμού. Από την πρώτη

στιγμή οι «εγκέφαλοι» της ληστείας ξεκαθάρισαν ότι αυτό που τους ενδιέφερε

ήταν το περιεχόμενο των θυρίδων της τράπεζας και όχι μια εντυπωσιακή ληστεία

των εισπράξεων. Στην Ελλάδα δημιουργήθηκε ένα περιφερειακό δίκτυο υποστήριξης

με Έλληνες συνεργάτες, από τους οποίους οι Ιταλοί διαρρήκτες προμηθεύτηκαν τα

απαραίτητα, όπως γεννήτριες, βαγονέτα, σκαπτικά εργαλεία που χρειάζονταν για

τη διάνοιξη της σήραγγας, αλλά και τις κατόψεις του κτιρίου όπου στεγαζόταν η

τράπεζα.

Η ομάδα ξεκίνησε να «δουλεύει» από το 1990 και περίμενε την ευκαιρία που θα

παρουσιαζόταν για την εκτέλεση του σχεδίου.

Ο.Κ. από τη φυλακή. Τον Ιούλιο του 1992 και ενώ η κατάστρωση του

σχεδίου είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, ο Φρανκίνο συνελήφθη για ένατη φορά από τις

ιταλικές αρχές. Είχε δραπετεύσει από φυλακές υψίστης ασφαλείας πριν από ένα

μήνα και για τον εντοπισμό του είχε κινητοποιηθεί το σύνολο της ιταλικής

αστυνομίας. Η εξέλιξη αυτή θορύβησε την υπόλοιπη ομάδα και προκάλεσε πανικό

για το τι θα γινόταν. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες του

Έλληνα συνεργάτη, ο Φρανκίνο από τη φυλακή έδωσε την άδειά του ώστε να

εκτελεσθεί το σχέδιο. Ο Φρανκίνο βγήκε από τις ιταλικές φυλακές στις αρχές του

2002 και ύστερα από λίγους μήνες μεγάλη υπόθεση ληστείας με τη μέθοδο του

ριφιφί στην τράπεζα Ambrossiano στην Piazza Duomo απασχόλησε τις διωκτικές

αρχές και έφερε στο προσκήνιο ξανά το όνομά του, χωρίς ωστόσο να αποδειχθεί η

ανάμειξή του στην υπόθεση.

Ο δικηγόρος του Φράνκο Ρεστέλι, Ρομπέρτο Τσεράμι, σε τηλεφωνική επικοινωνία

που είχαμε μαζί του μας είπε ότι «ο πελάτης μου αποδεδειγμένα έχει οργανώσει

ληστείες και εκτός Ιταλίας, ωστόσο δεν μπορώ να γνωρίζω αν εμπλέκεται και σε

παρόμοια υπόθεση στην Ελλάδα».

Χτύπησαν επιλεγμένες θυρίδες

Η απογραφή της ληστείας ανέφερε τιμαλφή, επιταγές, συναλλαγματικές, ξένα

νομίσματα, χαρτονομίσματα σε δολάρια ΗΠΑ, γερμανικά μάρκα, χρυσές λίρες

Αγγλίας, πλάκες χρυσού άγνωστης αξίας. Αυτό που εντυπωσίασε τους αστυνομικούς

ήταν ότι οι δράστες επέλεξαν να ανοίξουν μόνο τις 301 από τις 1.151 θυρίδες

της τράπεζας εφόσον είχαν τη δυνατότητα να τις ανοίξουν όλες. Αρκετοί

υποστήριξαν ότι ο πραγματικός στόχος των δραστών ήταν το περιεχόμενο μίας και

μοναδικής θυρίδας και πως οι υπόλοιπες ανοίχτηκαν μόνο για κάλυψη του

πραγματικού στόχου. Όπως όμως αποκαλύπτει ο άνθρωπος που οργάνωσε τον τρόπο

διαφυγής των κλοπιμαίων από την Ελλάδα, «ανοίξαμε τις θυρίδες που μας

υπέδειξαν ότι περιείχαν αντικείμενα αξίας, γιατί δεν θέλαμε να χάσουμε την ώρα

μας με τσάμπα κόπο».

Ο Φρανκίνο φόβος και τρόμος της Ευρώπης

Με καταγωγή από το Παλέρμο ο Φρανκίνο και η ομάδα του είχαν γίνει ο φόβος και

ο τρόμος κάθε… συστήματος ασφαλείας και τράπεζας στη γειτονική χώρα.

Μάλιστα, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα των αρχείων της Ιντερπόλ, η ομάδα

του Φρανκίνο γρήγορα δραστηριοποιήθηκε και εκτός ιταλικών συνόρων, με

χτυπήματα κυρίως στην Ισπανία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 δύο παρόμοιες

με την ελληνική περίπτωση κλοπές στο Μιλάνο και στη Βαρκελώνη αναστάτωσαν τις

διωκτικές αρχές. Και στις δύο περιπτώσεις οι δράστες είχαν σκάψει τούνελ και

απενεργοποιώντας το σύστημα ασφαλείας μπήκαν στο θησαυροφυλάκιο των τραπεζών.

Στην κλοπή του Μιλάνου όμως οι δράστες δεν συνειδητοποίησαν εγκαίρως την

ύπαρξη κάμερας στον χώρο και ύστερα από μερικές ημέρες συλλαμβάνεται ο

Φρανκίνο και άλλοι δύο συνεργάτες του, οι μόνοι που φαίνονταν καθαρά στην

κάμερα. Στη ληστεία της Βαρκελώνης οι διωκτικές αρχές είχαν βρει μόνο μερικά

αποτσίγαρα. Ωστόσο, ταυτοποίηση του DNA του Φρανκίνο με τα στοιχεία που

βρέθηκαν απέδειξαν την εμπλοκή του και στη μεγάλη ληστεία της Βαρκελώνης.

Το χρονικό της ληστείας

Το τούνελ. Ξεκινούσε από φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ στον Ιλισό και κατέληγε στο

χρηματοκιβώτιο της τράπεζας. Είχε μήκος 23,8 μέτρα και όλα έδειχναν είχαν ότι

οι δράστες είχαν άριστη γνώση για την κατασκευή τους

Σύμφωνα με τους αστυνομικούς, η ληστεία στην Τράπεζα Εργασίας έγινε στο

διάστημα 18-20 Δεκεμβρίου. Πρώτος στόχος της σπείρας ήταν η εξουδετέρωση του

συναγερμού. Είχε προγραμματισθεί η πρόκληση αδικαιολόγητων κλήσεων του

συναγερμού ώστε να εξουδετερωθεί η αξιοπιστία χρήσης του συστήματος προστασίας

της τράπεζας. Πραγματικά, τις ημέρες που προηγήθηκαν της ληστείας, όπως

προκύπτει από το ανακριτικό υλικό, είχαν σημειωθεί πολλοί αδικαιολόγητοι

συναγερμοί και μια σειρά συμπτώσεων που τελικά εξουδετέρωσαν την αξιοπιστία

του συναγερμού της τράπεζας.

Την Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου στις 16.00 άρχισαν να αποχωρούν οι υπάλληλοι της

τράπεζας. Τελευταίες, στις 23.00, βγήκαν από το υποκατάστημα οι δύο

καθαρίστριες χωρίς να αντιληφθούν κανέναν περίεργο θόρυβο ή άλλη ύποπτη

κίνηση. Τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας χτύπησε ο συναγερμός της τράπεζας.

Ύστερα από έλεγχο του υποδιευθυντή της κ. Καλαφάτη, επιβεβαιώθηκε ότι δεν

υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου στις 15.15 ο συναγερμός

ξαναχτύπησε. Ο κ. Καλαφάτης ξαναπήγε στην τράπεζα, αλλά ύστερα από σχετικό

έλεγχο δεν ανακάλυψε κάτι περίεργο. Ακολούθησε τηλεφωνική του επικοινωνία με

τους υπευθύνους για τον συναγερμό και οι τελευταίοι τον διαβεβαίωσαν ότι το

πρωί της Δευτέρας τεχνικός της εταιρείας θα πήγαινε στην τράπεζα για την

αντιμετώπιση των λανθασμένων συναγερμών.

Το πρωί της Κυριακής ο κ. Καλαφάτης πέρασε από την τράπεζα μαζί με τη σύζυγό

του για να πάρει το μπουφάν του που είχε ξεχάσει εκεί και διαπίστωσε ότι ο

συναγερμός δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Ενημέρωσε το αστυνομικό τμήμα της

περιοχής, το οποίο δήλωσε ότι γνώριζε το πρόβλημα που υπήρχε με τους

λανθασμένους συναγερμούς και αποφασίστηκε η αντιμετώπιση του προβλήματος την

επόμενη ημέρα.

Εργοτάξιο. Το πρωί της Δευτέρας οι υπάλληλοι της Τράπεζας Εργασίας στην

οδό Καλλιρρόης 19 ανακάλυψαν τη μεγαλύτερη ληστεία που πραγματοποιήθηκε ποτέ

στη χώρα μας. Οι δράστες είχαν στήσει ένα ολόκληρο εργοτάξιο κάτω από τη γη.

Είχαν μεταφέρει γεννήτριες, καλώδια, τα απαραίτητα υποστυλώματα, βαγονέτα για

να βγάζουν έξω το χώμα. Το τούνελ, μήκους 23,8 μέτρων, ξεκινούσε από φρεάτιο

της ΕΥΔΑΠ στον Ιλισό και κατέληγε στο χρηματοκιβώτιο της τράπεζας. Τα μοναδικά

ίχνη που άφησαν πίσω τους οι δράστες ήταν μια γεννήτρια και στοιχεία άριστης

γνώσης κατασκευής τούνελ, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης και

εγκλωβισμού τους.

Τα σχέδια της τράπεζας. Από την εκτέλεση της επιχείρησης προέκυπτε η

άριστη γνώση του χώρου από τους δράστες. Η απόφαση του Εφετείου ανέφερε ότι «ο

τρόπος οργανώσεως, καθοδηγήσεως και εκτελέσεως αποδεικνύει ότι οι “εγκέφαλοι”

της επιχείρησης αυτής είχαν στα χέρια τους τα σχέδια της τράπεζας, τα οποία

ήταν εύκολο να ανευρεθούν από το οικείο γραφείο της Πολεοδομίας, όπου, κατόπιν

επιτοπίου εξετάσεως των αρμοδίων υπαλλήλων, διαπιστώθηκε μεγάλη αταξία, σε

σημείο που να υπάρχουν έκθετοι οι σχετικοί φάκελοι, ατάκτως τοποθετημένοι,

ακόμη και στο δάπεδο, χωρίς κανένα προφυλακτικό μέτρο». Με άλλα λόγια, αν

θέλετε να ληστέψετε τράπεζα στην Ελλάδα απλά περάστε από μια πολεοδομία,

σκύψτε στο πάτωμα και πάρτε τον φάκελο που σας ενδιαφέρει.

Από τη 17Ν στην περουβιανή μαφία

Στη δεκαετία που μεσολάβησε οι εικασίες για την προέλευση των δραστών υπήρξαν

πολλές. Η επικήρυξη των δραστών με σημαντικό χρηματικό ποσό οδήγησε πολλούς

πρόθυμους πληροφοριοδότες στην Ελληνική Αστυνομία, με απογοητευτικό ωστόσο

αποτέλεσμα για την πορεία των ερευνών. Ως πιο σοβαρή είχε εκτιμηθεί τον

Ιανουάριο του 1993 η καταγγελία του Σύρου κρατούμενου στον Κορυδαλλό, για

οικονομικά εγκλήματα, Τζουμάχ Χαλίντ, ο οποίος υποστήριζε ότι όχι μόνο γνώριζε

τον «εγκέφαλο» της σπείρας αλλά και ότι ο ίδιος συμμετείχε στο ριφιφί. Ως

«εγκέφαλο» της σπείρας ονόμασε Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία και ως συνεργούς

του 18 Έλληνες πολίτες, μεταξύ τους και στελέχη της τράπεζας. Στη διάρκεια της

ακροαματικής διαδικασίας αποδείχθηκε ότι η καταγγελία του Χαλίντ είχε

προσωπικά κίνητρα αντιδικίας με συγκατηγορουμένους του. Από το 1995, όταν και

εκδόθηκε το βούλευμα του Εφετείου Αθηνών, η υπόθεση παρέμεινε τυπικά και μόνο

ανοικτή.

Στη σχετική απόφαση του Εφετείου γινόταν αναφορά ότι η επιχείρηση μπορεί να

σχεδιάστηκε και να εκτελέστηκε από αλλοδαπούς γιατί η εκτέλεσή της φανέρωνε

ανθρώπους γνώστες του αντικειμένου. Η παρατήρηση αυτή οδήγησε σε πλήθος

σεναρίων με υποτιθέμενους πρωταγωνιστές από την περουβιανή μαφία μέχρι

ισλαμικές ομάδες, ακόμα και τη 17Ν.

Υποψίες. Οι αρχικές έρευνες στράφηκαν προς τους εργαζόμενους της

τράπεζας και κυρίως σε όσους είχαν πρόσβαση στον συναγερμό. Ένας από τους

βασικούς υπόπτους ήταν ο υποδιευθυντής της Τράπεζας Εργασίας κ. Καλαφάτης, για

τον οποίο σχηματίστηκε δικογραφία. Στη συνέχεια όμως απηλλάγη με βούλευμα από

τις κατηγορίες, όπως και οι υπόλοιποι 17 συγκατηγορούμενοί του.