Πάθος, λατρεία, ταλέντο και ανθρωπιά: αυτά τα τέσσερα στοιχεία πρέπει να

διαθέτει οπωσδήποτε ο νέος ή η νέα που θέλει να γίνει γιατρός, κατά τη γνώμη

του κ. Χαρ. Ρούσσου, που είναι καθηγητής Εντατικής Θεραπείας και

Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στο Μαγκίλ του Καναδά και

διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».

«Η ιατρική είναι τέχνη και μάλιστα υψηλότατη, καθώς ασχολείται με το υπέρτατο

δημιούργημα της φύσης, που είναι ο άνθρωπος. Κατά συνέπεια ο γιατρός είναι

“τεχνίτης” και χρειάζεται το ταλέντο όσο και ο ποδοσφαιριστής ή ο βιολιστής»

εξηγεί ο κ. Ρούσσος. Παραδέχεται ωστόσο ότι στην περίπτωση του γιατρού είναι

εξαιρετικά δύσκολο να «διαγνώσει» κάποιος αν πραγματικά ο ενδιαφερόμενος

υποψήφιος έχει ταλέντο.

Ο κ. Ρούσσος επισημαίνει ότι είναι ευκολότερο να αποτρέψεις, παρά να

προτρέψεις έναν νέο να γίνει γιατρός: «Η κουβέντα ενός γιατρού με έναν μαθητή

– υποψήφιο είναι μια πρώτη μέθοδος διάγνωσης, αν μπορούμε να το πούμε έτσι,

αλλά παίζει καθοριστικό ρόλο και η εν γένει συμπεριφορά του μαθητή – υποψηφίου

μέσα στο σχολείο. Η συμμετοχή του στα μαθήματα, η δημιουργικότητά του και

κυρίως το αν έχει δυνατότητα αναλυτικής και συνθετικής σκέψης είναι πολύ

βασικά στοιχεία για ένα παιδί που θέλει να γίνει γιατρός. Είναι αυτά ακριβώς

τα στοιχεία, που μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο νέος ή η νέα έχει

αυτό που λέμε “κλινικό μάτι” και ευρηματικότητα, με άλλα λόγια ταλέντο».

Το πρώτο δικό του ταλέντο πάντως, το οποίο μάλιστα είχε «διαγνωσθεί» στην

ηλικία των 15 χρόνων, ήταν – κατά την ομολογία του ιδίου – στην ξυλουργική!

«Αρχικά ήθελα να γίνω μαραγκός, αλλά με κέρδισε η ιατρική. Και ακούστε πώς:

ένας συνομήλικος είχε πάθει μηνιγγίτιδα και όλοι στο χωριό τον είχαμε

ξεγραμμένο. Ο πατέρας μου όμως, πρακτικός γιατρός της περιοχής, του έκανε

ενέσεις πενικιλίνης και το παιδί σώθηκε. Όταν λοιπόν είδα το παρ΄ ολίγον

πεθαμένο παιδί να συνέρχεται και αργότερα να παίζει μαζί μας, συγκλονίστηκα κι

έτσι “πρόδωσα” την ξυλουργική για χάρη της ιατρικής».

«Ο γιατρός όμως δεν είναι μόνο τα γράμματα και η επιστήμη – τονίζει

κατηγορηματικά ο κ. Ρούσσος – πρέπει να έχει ανθρωπιά, να είναι αλτρουιστής,

να συναισθάνεται ότι είναι υπηρέτης του ανθρώπου πέρα από σύνορα, χρώμα,

θρησκεία, ιδιότητα. Για τον γιατρό δεν υπάρχει επώνυμος και ανώνυμος ασθενής,

πλούσιος και φτωχός, μαύρος και άσπρος. Τη στιγμή που ένας άνθρωπος είναι

παραδομένος στα χέρια του και άρα βρίσκεται στην πλέον έντονη στιγμή

“υποταγής”, ο γιατρός έχεις χρέος πάνω απ’ όλα να τον σεβαστεί, γιατί εκείνη

τη στιγμή μετράει η έννοια της ζωής και μόνο». Αν αφαιρεθεί το στοιχείο της

ανθρωπιάς, κατά τον κ. Ρούσσο η ιατρική χάνει το νόημά της.

«Όσο ελκτική όμως μπορεί να φαντάζει, για διάφορους λόγους η ιατρική, άλλο

τόσο είναι απαιτητική και σκληρή» επισημαίνει ο κ. Ρούσσος και σημειώνει: «Η

ιατρική είναι επάγγελμα που σε κάνει να νιώθεις υπερήφανος. Έχει όμως πολλές

απαιτήσεις. Πρέπει να είσαι εργατικός και υπομονετικός σε υπερβολικό βαθμό και

βεβαίως ευφυής και ευρηματικός. Κατ’ αρχήν η μελέτη δεν σταματάει ποτέ, καθώς

η επιστήμη εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς. Αν εγώ, για παράδειγμα, είχα

κοιμηθεί το 1980 και ξυπνούσα το 2002, τώρα δεν θα ήξερα τι μου γίνεται. Η

ιατρική χρειάζεται θυσίες. Όταν στα άλλα επαγγέλματα οι εργαζόμενοι φτάνουν

στην ακμή τους στα 35 τους χρόνια, ο γιατρός μόλις ξεκινάει, για να φτάσει

στην ακμή του, αν είναι τυχερός, στα 45 του. Ξεκινάει με έξι χρόνια σπουδών,

ακολουθεί ενάμιση χρόνο το αγροτικό. Μετά έρχεται η ειδικότητα, που σπανίως

αρχίζει αμέσως. Ο χρόνος αναμονής μπορεί να ξεπεράσει και τα τρία χρόνια. Και

μετά αρχίζει η αναμονή για διορισμό ή ο αγώνας στο ελεύθερο επάγγελμα, καθώς

υπάρχει υπερκορεσμός. Σημειώστε ότι σε λίγο η Ελλάδα θα είναι η πρώτη χώρα

στον κόσμο με τους περισσότερους γιατρούς ανά χίλιους κατοίκους. Ήδη δεν

υπάρχει ελληνική οικογένεια, που να μην έχει συγγενή έναν γιατρό.

Με άλλα λόγια θα έλεγα στον κάθε υποψήφιο να σκεφτεί και να μετρηθεί με τον

εαυτό του πολύ καλά, πριν κάνει την επιλογή του».