Στην παρουσία μιας γυναίκας την παραμονή των Χριστουγέννων του 1984, κατά

τη διάρκεια της ληστείας στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα Κάτω

Πετράλωνα και τη δολοφονία του αστυνομικού – φρουρού Χρήστου Μάτη από τα μέλη

της 17 Νοέμβρη, εστιάζονται οι καταθέσεις δύο αυτοπτών μαρτύρων.

Τράπεζα Πετραλώνων. Ο άτυχος αστυφύλακας Χρ. Μάτης (ένθετη φωτογραφία) ήταν

το θύμα της ληστείας των τρομοκρατών της 17Ν

Κανένας από τους δύο δεν είναι σε θέση να δώσει πλήρη περιγραφή της

μυστηριώδους γυναίκας. Οι δύο κατηγορούμενοι, Χριστόδουλος Ξηρός και Πάτροκλος

Τσελέντης, οι μοναδικοί που έχουν ομολογήσει τη συμμετοχή τους στη ληστεία

μετά φόνου, απολογούμενοι ουδέποτε παραδέχτηκαν την ύπαρξη γυναίκας στη

συγκεκριμένη εγκληματική ενέργεια της οργάνωσης.

Ο ένας από τους δύο μάρτυρες, ο κ. Μιχάλης Χαβατζόγλου, ιδιοκτήτης

ζαχαροπλαστείου, κοντά στο υποκατάστημα της τράπεζας όπου έγινε η ληστεία,

εξεταζόμενος στην Αστυνομία στις 28 Δεκεμβρίου 1984, τέσσερις δηλαδή μέρες

μετά τη δολοφονία του 28χρονου αστυνομικού, είχε καταθέσει ότι είχε δει «μία

άγνωστη γυναίκα με γυρισμένη την πλάτη να παραδίδει ένα κουτί γλυκών,

περιτυλιγμένο με κόκκινο χαρτί σε έναν αστυφύλακα». Ο μάρτυρας διευκρινίζει

ότι δεν ήταν ο φρουρός της τράπεζας Χρήστος Μάτης, τον οποίο γνώριζε και

περνώντας έξω από το υποκατάστημα τον είδε εκείνο το πρωί να κάθεται σε μία

καρέκλα.

Στον Κουφοντίνα

Το κουτί με τα γλυκά, που φέρεται να παρέδωσε η γυναίκα στον αστυνομικό (σ.σ.

από τις ομολογίες των κατηγορουμένων προκύπτει ότι πρόκειται για τον Δημήτρη

Κουφοντίνα), είναι σημαντικό στοιχείο, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως δόλωμα για να

πλησιάσουν οι δράστες τον φρουρό της τράπεζας, οι οποίοι άγνωστο πώς γνώριζαν

ότι την επόμενη μέρα είχε την ονομαστική του εορτή. Ο κ. Μ. Χαβατζόγλου,

πάντως, δεν συγκράτησε τα χαρακτηριστικά της γυναίκας, αλλά θυμάται ότι ήταν

«πιο κοντή από τον αστυφύλακα που έδωσε τα γλυκά και κάπως γεμάτη», ενώ δεν

θυμάται αν τα μαλλιά της ήταν κοντά ή μακριά.

Ο δεύτερος μάρτυρας, κ. Παύλος Νικολαΐδης, ο οποίος ήταν πελάτης της τράπεζας,

στην πρώτη κατάθεση που είχε δώσει στις διωκτικές αρχές είχε περιγράψει μόνο

τη σκηνή του φόνου. Λίγες ημέρες όμως πριν που εκλήθη ενώπιον του εφέτη –

ειδικού ανακριτή κ. Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, πρώτη φορά μίλησε για την παρουσία

γυναίκας καταθέτοντας μάλιστα ότι ο ιδιοκτήτης του ζαχαροπλαστείου τού είχε

πει ότι λίγα λεπτά πριν από τη ληστεία η ίδια είχε αγοράσει το κουτί με τα

γλυκά από το κατάστημά του.

Συγκεκριμένα, ο κ. Μιχ. Χαβατζόγλου εξεταζόμενος στο ΙΓ’ Αστυνομικό Τμήμα στις

28 Δεκεμβρίου 1984 έχει καταθέσει τα εξής: «Διατηρώ ζαχαροπλαστείο επί της

οδού Ιεραρχών 93. Καθημερινά μεταβαίνω πεζός από το σπίτι μου στο κατάστημα

ακολουθώντας την ίδια διαδρομή. Φτάνοντας στη διασταύρωση των οδών Τριών

Ιεραρχών και Θερικλειδών κοιτάζοντας δεξιά, είδα μια γυναίκα άγνωστη με

γυρισμένη την πλάτη και σε βάθος 3-4 μέτρων περίπου να παραδίδει ένα κουτί

γλυκών διαστάσεων 0,25 Χ 0,25 εκατοστών, που ήταν περιτυλιγμένο με κόκκινο

χαρτί, σε έναν αστυφύλακα με στολή, ο οποίος κοίταζε προς την οδό Τριών

Ιεραρχών. Εγώ συνέχισα τον δρόμο μου, πέρασα την τράπεζα που έγινε η ληστεία,

είδα τον φρουρό – αστυνομικό, τον οποίο γνώριζα, να κάθεται στην πολυθρόνα,

που ήταν αριστερά της εισόδου. Περνώντας λίγο πιο πάνω από το απέναντι

βενζινάδικο, με φώναξε ο βενζινάς κ. Τσάκαλος και γυρίζοντας αριστερά να τον

χαιρετήσω πήρε το μάτι μου τον αστυφύλακα που είχα δει με το πακέτο στα χέρια

να εισέρχεται στην είσοδο της τράπεζας. Αλλα άτομα να μπαίνουν μαζί του δεν

θυμάμαι να είδα. Τον αστυφύλακα τον θυμάμαι γιατί φορούσε στολή. Συνέχισα τον

δρόμο και πήγα στο μαγαζί, όπου σε λίγα λεπτά έμαθα ότι έγινε η ληστεία».

Ερώτηση: Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της γυναίκας και του αστυφύλακα;

Απάντηση: Η γυναίκα μού ήταν άγνωστη. Ήταν με γυρισμένη την πλάτη και

από ό,τι θυμάμαι ήταν πιο κοντή από τον αστυφύλακα, διότι έβλεπα να εξέχει το

κεφάλι του αστυφύλακα, καθώς στεκόταν απέναντί της. Μάλλον φορούσε ημίπαλτο

χρώματος κόκκινου προς γκρενά και παντελόνι σκούρου χρώματος, ήταν κάπως

γεμάτη, αλλά δεν θυμάμαι τι μαλλιά είχε. Ο αστυφύλακας μού ήταν άγνωστος. Ήταν

ψηλός, λεπτός, αδύνατος, μακρυπρόσωπος, χωρίς μουστάκι και βλοσυρός. Άλλα

χαρακτηριστικά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω, διότι δεν πήγε το μυαλό μου στο κακό

και δεν πρόσεξα. Μάλιστα νόμισα ότι ο αστυφύλακας συγκεντρώνει δώρα για

φτωχούς. Τον αστυφύλακα αν τον δω ντυμένο, θα τον αναγνωρίσω».

Στο ζαχαροπλαστείο

Από την πλευρά του, ο αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής του φόνου, πελάτης της

τράπεζας κ. Παύλος Νικολαΐδης, κατέθεσε πριν από λίγες μέρες στον ανακριτή τα

εξής: «Από το ζαχαροπλαστείο, που βρίσκεται δύο-τρία τετράγωνα από την

τράπεζα, λίγα λεπτά πριν τη ληστεία, μία γυναίκα αγόρασε το κουτί με τα γλυκά

που προσέφερε ο ψεύτικος αστυφύλακας στον Χρήστο Μάτη. Αυτό το έμαθα το πρωινό

της ληστείας από τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού Μιχάλη Χαβατζόγλου».

Με αφορμή αυτές τις καταθέσεις οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της οικογένειας του

άτυχου αστυνομικού κ.κ. Απ. Ανδρεουλάκος και Στ. Γεωργίου θα ζητήσουν από τον

εφέτη – ανακριτή να καλέσει σε συμπληρωματική απολογία τους κατηγορούμενους

για να διευκρινίσουν το κρίσιμο κατά την πολιτική αγωγή θέμα της γυναικείας

παρουσίας.

Τι έχουν καταθέσει οι Χριστόδουλος Ξηρός και Πάτροκλος Τσελέντης

Δύο από τους προφυλακισμένους κατηγορούμενους μέλη της 17 Νοέμβρη έχουν

ομολογήσει, από το στάδιο της προανάκρισης ακόμη, τη συμμετοχή τους στην

αιματηρή ληστεία της Εθνικής Κάτω Πετραλώνων, με θύμα τον φρουρό της Τράπεζας

Χρήστο Μάτη.

Πρώτος είχε περιγράψει την ένοπλη επίθεση της οργάνωσης ο Χριστόδουλος Ξηρός,

ο οποίος απολογούμενος ενώπιον του εισαγγελέα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας

κ. Ιωάννη Διώτη, στις 17 Ιουλίου 2002, αναφέρει τα εξής:

«Η επόμενη ενέργεια είναι η ληστεία μετά φόνου σε υποκατάστημα της Εθνικής

Τράπεζας, στα Πετράλωνα, που έγινε τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Δεκεμβρίου

1984. Στη ληστεία αυτή εκτός από μένα συμμετείχαν ο “Αλέκος” (Πάτροκλος

Τσελέντης), ο “Λουκάς” (Δημήτρης Κουφοντίνας), ο “Νικήτας” (Νίκος

Παπαναστασίου), ο “Αποστόλης” (Oztyrk Yavuz, που έχει πεθάνει ) και ο “Κόμης”

(Γιάννης Σκανδάλης, ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο). Ο “Λουκάς”, ντυμένος με

στολή αστυνομικού, εισήλθε πρώτος στην τράπεζα και κατευθύνθηκε προς το μέρος

του ένοπλου φρουρού. Εγώ με τον “Ταινία” (Π. Τσελέντη) μπήκαμε ταυτόχρονα στον

χώρο των ταμείων και οι άλλοι δύο, ο “Νικήτας” και ο “Κόμης”, κινήθηκαν προς

το μέρος των πελατών της τράπεζας, ενώ ο “Αποστόλης” παρέμεινε έξω από την

τράπεζα και μαρσάριζε τη μηχανή. Ο “Λουκάς” πυροβόλησε τον αστυνομικό και αφού

πήραμε τα χρήματα απομακρυνθήκαμε».

Ο Πάτροκλος Τσελέντης, ο οποίος με τη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη ληστεία

πήρε το… βάπτισμα του πυρός στην οργάνωση, απολογούμενος στον εφέτη-ανακριτή

κ. Ζερβομπεάκο έχει πει:

«Μία μέρα ο Κουφοντίνας μού ζήτησε να πάω να δω πού είναι η τράπεζα στα Κάτω

Πετράλωνα και πώς είναι οι γύρω δρόμοι. Όταν το έκανα, με τσεκάρισε. Την ημέρα

που έγινε το γεγονός συναντήθηκα με τον Κουφοντίνα σε ένα στενάκι και μου

έδωσε ένα περίστροφο. Περίμενα λίγο πριν την τράπεζα. Τον είδα να βγάζει ένα

μπουφάν, να φοράει ένα καπέλο αστυνομικού και να μπαίνει μέσα μαζί με τον

“Μανώλη” (Χριστόδουλο Ξηρό) και τον “Ανδρέα” (σ.σ.: ο κωδικός αυτός δεν ανήκει

σε κανέναν από τους συλληφθέντες). Εγώ μπήκα και κάθησα στην είσοδο της

τράπεζας. Δεν είχαμε σκοπό να πυροβολήσουμε τον αστυνομικό-φρουρό. Μετά από

λίγα λεπτά, ενώ δεν άκουσα πυροβολισμό, είδα τους δικούς μου να βγαίνουν έξω.

Νομίζω ότι όλοι μπήκαμε σε ένα κλειστό φορτηγάκι. Ήταν όλοι αναστατωμένοι.

Άκουσα τον Κουφοντίνα, ο οποίος έλεγε ότι: “Του είπα πολλές φορές να μείνει

ακίνητος και αυτός μού επιτέθηκε”. Έδωσα το δικό μου όπλο και μετά με άφησαν

στο ύψος της Χαμοστέρνας και έφυγα. Στο σπίτι έμαθα ότι στην τράπεζα είχε

δολοφονηθεί ο Χρήστος Μάτης. Ο θάνατός του μας είχε συγκλονίσει όλους και

ιδιαίτερα τον Κουφοντίνα».