|
|
Σαφή και ξεκάθαρη εικόνα για τα πρόσωπα που πήραν μέρος σε κάθε μια από τις
δολοφονίες, τις ληστείες, τις βομβιστικές επιθέσεις και κάθε άλλο χτύπημα της
17 Νοέμβρη αποκτά πλέον η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία. Τα στοιχεία που έχει στη
διάθεσή της, συμπληρώνονται καθημερινά με τις καταθέσεις και τις ομολογίες των
τρομοκρατών που συλλαμβάνονται.
|
|
Μέχρι τώρα, για εννέα δολοφονίες και δύο απόπειρες δεν υπάρχει καμία ομολογία
ή μαρτυρία για τα πρόσωπα που τις διέπραξαν. Το ίδιο ισχύει και για είκοσι
τρεις βομβιστικές ενέργειες και χτυπήματα με ρουκέτες, για τα οποία κανένας
από τους έως τώρα συλληφθέντες που έχουν απολογηθεί δεν έχει ομολογήσει τη
συμμετοχή του και δεν έχει καταμαρτυρήσει άλλον ως εμπλεκόμενο. Βεβαίως,
υπάρχει ένα μεγάλο κενό, αφού δεν έχει δημοσιοποιηθεί ακόμη τι έχει πει στην
Αντιτρομοκρατική ο Σάββας Ξηρός, και ακόμη περισσότερο, όσα είναι γνωστά για
τον Δημήτρη Κουφοντίνα τα γνωρίζουμε από τις απολογίες των άλλων τρομοκρατών.
Αυτά τα δύο πρόσωπα είναι πιθανόν να φωτίσουν ικανό αριθμό αυτών των
χτυπημάτων, ιδιαίτερα για την περίοδο μετά το 1990 και λιγότερο για την
περίοδο 1975 – 1983.
Ουσιαστικά, οι καταθέσεις και οι απολογίες των μελών της 17 Νοέμβρη
αναφέρονται στην περίοδο από τις αρχές του 1984 και μετά, ανάλογα με τον χρόνο
στρατολόγησης του καθενός. Στην πραγματικότητα, δείχνουν πως η δεύτερη γενιά
της 17 Νοέμβρη είναι αυτή που βρίσκεται στα χέρια της Αστυνομίας.
Η δολοφονία Μάλλιου
Η πρώτη, σκοτεινή ακόμη, περίοδος της τρομοκρατικής οργάνωσης είναι από τη
στιγμή που πρωτοεμφανίζεται, παραμονές Χριστουγέννων του 1975, δολοφονώντας
τον σταθμάρχη της CIA, στην Αθήνα, Ρίτσαρντ Γουέλς. Ακολουθεί έναν χρόνο
αργότερα η δολοφονία του απότακτου αστυνομικού Ευάγγελου Μάλλιου, για την
οποία επίσης δεν είναι γνωστοί οι εκτελεστές και έπειτα από τέσσερα χρόνια
σιωπής οι τρομοκράτες επανέρχονται στο προσκήνιο με τη διπλή δολοφονία του
υποδιοικητή των ΜΑΤ Παντελή Πέτρου και του οδηγού του Σωτήρη Σταμούλη.
Ένα όπλο όμως, αυτό που βρέθηκε στην τσάντα του Σάββα Ξηρού, μετά την έκρηξη
στον Πειραιά, συνδέει τη 17 Νοέμβρη και με τους πυροβολισμούς εναντίον δύο
αστυνομικών του Τμήματος Φιλοθέης, το 1983, όταν εκείνοι είχαν επιχειρήσει
έλεγχο σε δύο νεαρούς που προσπαθούσαν να βάλουν μπροστά μια μηχανή. Η
ταυτότητα αυτών των νεαρών δεν έχει ακόμη γίνει γνωστή.
Η μηχανή πάντως αποδείχθηκε ότι ήταν κλεμμένη. Η τελευταία δολοφονική
επιχείρηση της πρώτης περιόδου, για την οποία δεν είναι ακόμη γνωστοί οι
δράστες, είναι οι δολοφονίες του Τζορτζ Τσάντες και του οδηγού του Νικολάου
Βελλούτσου.
Το βέβαιο ωστόσο είναι πως ο Δημήτρης Κουφοντίνας μπορεί να ρίξει φως σε
κάποιες από τις δολοφονίες αυτής της περιόδου με δεδομένο ότι είναι ο
παλαιότερος – μετά τον Αλ. Γιωτόπουλο – στην τρομοκρατική οργάνωση από τα
πρόσωπα που είναι ήδη γνωστά.
Είναι χαρακτηριστικό επίσης αυτής της οκταετίας ότι οι τρομοκράτες
χρησιμοποιούν αποκλειστικά πυροβόλα όπλα στα χτυπήματά τους: η πρώτη φορά που
χρησιμοποιούνται εκρηκτικά είναι στην επίθεση κατά του λεωφορείου των ΜΑΤ στην
περιοχή του Κάραβελ, όταν σκοτώθηκε ο Νίκος Γεωργακόπουλος. Ήδη όμως, έχει
στρατολογηθεί ο Χριστόδουλος Ξηρός που παίρνει μέρος μέχρι το 1992 σε πολλά
χτυπήματα με εκρηκτικά, αλλά και ρουκέτες.
Το 1986 ωστόσο, η οργάνωση αναλαμβάνει την ευθύνη για τρεις βομβιστικές
επιθέσεις – στο υπουργείο Συγκοινωνιών, το Δημόσιο Ταμείο Καλαμακίου και την
Εφορία Νέας Ιωνίας. Κανένα από τα γνωστά πρόσωπα, όμως, δεν κάνει λόγο γι’
αυτές και δεν ομολογεί ότι σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τις
συγκεκριμένες ενέργειες.
Το διάστημα ’91-’96
Η μεγαλύτερη περίοδος όμως, κατά την οποία υπάρχουν χτυπήματα που τα υπογράφει
με προκηρύξεις της η 17 Νοέμβρη, αλλά ακόμη δεν έχουν γίνει γνωστά τα πρόσωπα
που τα εκτέλεσαν, είναι η πενταετία από το 1991 μέχρι και το 1996: στο
διάστημα αυτό, έχουν γίνει τρεις δολοφονίες στις οποίες κανένας μέχρι τώρα δεν
έχει ομολογήσει τη συμμετοχή του ή δεν έχει υποδείξει άλλον ως εμπλεκόμενο.
Πρόκειται για τη δολοφονία του Μιχάλη Βρανόπουλου και τις δολοφονίες των
Τούρκων διπλωματών Γκιοργκού Τσετίν και Ομέρ Χαλίκ Σιπαχίογλου.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις βομβιστικές επιθέσεις και τις εκτοξεύσεις αρκετών
ρουκετών, ενώ κανείς δεν κατονομάζεται ή δεν ομολογεί μέχρι τώρα τη συμμετοχή
του στην εκτόξευση ρουκέτας κατά του σπιτιού του Ολλανδού πρέσβη, λίγους μήνες
πριν από το ανάλογο χτύπημα κατά της γερμανικής πρεσβευτικής κατοικίας στο
Χαλάνδρι, όπου τραυματίσθηκε και άφησε πίσω τη βιολογική του ταυτότητα ο
Σάββας Ξηρός.
Και για τα «χτυπήματα χωρίς ταυτότητα» της δεκαετίας του ’90 όμως, εκτιμάται
ότι μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι ο Σάββας Ξηρός και βεβαίως ο Δημήτρης
Κουφοντίνας, ίσως όμως και πρόσωπα που έχουν στο μεταξύ στρατολογηθεί και δεν
τους γνωρίζουν τα μέλη της δεύτερης γενιάς, που βρίσκονται ήδη στα χέρια της Αστυνομίας.
Αναπάντητα ερωτηματικά για τις προκηρύξεις
|
| Το πρωτοσέλιδο της «Επικαιρότητας» με την προκήρυξη-καταγγελία της «πλαστής», κατά τους τρομοκράτες
|
Μία προκήρυξη με τη σφραγίδα της 17 Νοέμβρη, που όμως, μια εβδομάδα μετά τη
δημοσίευσή της, προκάλεσε την αποστολή μιας δεύτερης προκήρυξης – διάψευσης,
και πάλι από τη 17 Νοέμβρη, είχε προκαλέσει πλήθος ερωτηματικών στα τέλη του
1990.
Και οι δύο προκηρύξεις είχαν σταλεί τότε στην εφημερίδα «Επικαιρότητα», όπου
λίγους μήνες πριν είχαν αποστείλει οι τρομοκράτες και τις γνωστές φωτογραφίες
με τη σημαία και τα πυρομαχικά του Συκουρίου και του Πολεμικού Μουσείου.
Τον Οκτώβριο του 1990 μια προκήρυξη με το αστέρι της τρομοκρατικής οργάνωσης
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα. Ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, παρά τις
αμφιβολίες που υπήρχαν ως προς τη γνησιότητά της, είχε δηλώσει πως πράγματι
είχε συνταχθεί από μέλη της 17 Νοέμβρη, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι ήταν
γραμμένη με την ίδια γραφομηχανή που είχε χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν.
Όμως, μια νέα προκήρυξη που εστάλη στην ίδια εφημερίδα στις 19 Οκτωβρίου του
’90, χαρακτήριζε την πρώτη «κατασκευασμένη» και «χαφιέδικη», με «συγκινητική,
όμως, προσπάθεια των συντακτών της να μιμηθούν το ύφος και τις θέσεις τους».
Τα ερωτηματικά που είχαν διατυπωθεί τότε, περιελάμβαναν και το αν αυτές οι δύο
προκηρύξεις έδειχναν διαφοροποίηση στους κόλπους της οργάνωσης και ίσως
διάσπαση των μελών της σε δύο ομάδες. Αυτό το ερωτηματικό παρέμεινε αναπάντητο
και τα επόμενα χρόνια.
Σημειώνεται πάντως πως ένα πλήθος χτυπημάτων για τα οποία δεν έχουν αναλάβει
την ευθύνη κάποιοι από τα γνωστά πρόσωπα, καταγράφεται ακριβώς από τα τέλη του
1990 και για τα επόμενα χρόνια.


