«Κόκκινη κάρτα» αντικρύζουν τουλάχιστον 2.000.000 καταναλωτές, όταν

προσεγγίζουν το τραπεζικό γκισέ ζητώντας δάνειο. Πρόκειται για όσους έχουν

πολύ χαμηλά εισοδήματα, έχουν ξεπεράσει το 65ο έτος της ηλικίας τους ή είναι

καταγεγραμμένοι στη μαύρη λίστα των τραπεζών, το ηλεκτρονικό αρχείο της

διατραπεζικής υπηρεσίας «Τειρεσίας».

Οι τράπεζες, στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αποφύγουν τη συσσώρευση

επισφαλών δανείων, έχουν άτυπα θεσπίσει όρια εισοδήματος και ηλικίας για τους

υποψήφιους δανειολήπτες. Στην περίπτωση, λοιπόν, που κάποιος κάνει αίτηση σε

μια τράπεζα για τη λήψη προσωπικού ή καταναλωτικού δανείου αλλά το ετήσιο

εισόδημά του δεν ξεπερνά τα 6.000 ευρώ, οι πιθανότητες να πάρει τα χρήματα

είναι εξαιρετικά περιορισμένες έως μηδενικές.

Το ίδιο συμβαίνει και για τους υποψήφιους δανειολήπτες που έχουν ξεπεράσει το

65ο έτος της ηλικίας τους. Την τρίτη ομάδα υποψήφιων δανειοληπτών, για την

οποία η πρόσβαση στο τραπεζικό γκισέ με σκοπό τη λήψη δανείου είναι αδύνατη,

αποτελούν εκείνοι που κάποια στιγμή παρουσίασαν αδυναμία εξυπηρέτησης

παλαιότερων δανείων, φορολογικών υποχρεώσεων και άλλων οφειλών, με αποτέλεσμα

το όνομά τους να καταγραφεί στο αρχείο της διατραπεζικής υπηρεσίας πληροφοριών

«Τειρεσίας».

Η ηλικία

Οι άτυποι περιορισμοί στην ηλικία και στο εισόδημα αφορούν τα δάνεια

καταναλωτικής πίστης, όπως είναι τα προσωπικά, τα καταναλωτικά και οι

πιστωτικές κάρτες, αλλά και τα στεγαστικά. Για τα πρώτα, το άτυπο όριο

ηλικίας, πάνω από το οποίο είναι σχεδόν αδύνατη η λήψη δανείου, είναι τα 65

χρόνια. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, σε αυτήν την

ηλικιακή ομάδα ανήκουν 1.803.042 Έλληνες (στοιχεία 1999). Στη δεύτερη

κατηγορία δανείων, τα στεγαστικά, το άτυπο όριο ηλικίας που έχουν θέσει οι

περισσότερες τράπεζες για να εγκρίνουν τη χορήγησή τους κυμαίνεται μεταξύ των

55 και 58 ετών. Το όριο ηλικίας είναι χαμηλότερο σε αυτήν την κατηγορία

δανείων, καθώς τα στεγαστικά έχουν μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής (φθάνει

ακόμη και τα 30 χρόνια), σε σχέση με τα προσωπικά και τα καταναλωτικά που

συνήθως αποπληρώνονται σε τρία έως πέντε χρόνια. Υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα

με εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών, οι αιτήσεις που υποβάλλονται στις τράπεζες

για στεγαστικά δάνεια από υποψήφιους δανειολήπτες ηλικίας άνω των 60 ετών

αντιπροσωπεύουν το 5% έως 6% του συνόλου των αιτήσεων.

Το εισόδημα

Ο δεύτερος άτυπος περιορισμός που θέτουν οι τράπεζες για να προχωρήσουν στη

χορήγηση καταναλωτικών, στεγαστικών δανείων ή πιστωτικών καρτών αφορά το ύψος

του εισοδήματος του υποψήφιου δανειολήπτη. Αν και υπάρχουν τράπεζες οι οποίες

προχωρούν στη χορήγηση πιστωτικής κάρτας ή προσωπικού δανείου σε

φορολογουμένους με ετήσιο εισόδημα τουλάχιστον 4.500 ευρώ, τα περισσότερα

πιστωτικά ιδρύματα απορρίπτουν αμέσως τις σχετικές αιτήσεις υποψήφιων

δανειοληπτών των οποίων το ετήσιο εισόδημα δεν ξεπερνά τα 6.000 ευρώ. Από τα

στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για τις φορολογικές δηλώσεις εισοδημάτων

που αποκτήθηκαν το 2000, προκύπτει ότι σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν

1.855.570 φορολογούμενοι.

Ακόμη και για υψηλότερα εισοδήματα είναι πιθανή η απόρριψη μιας αίτησης για

προσωπικό ή στεγαστικό δάνειο. Αυτό γίνεται με βάση τη βαθμολογία της

πιστοληπτικής ικανότητας του υποψήφιου δανειολήπτη την οποία έχουν καθορίσει

οι τράπεζες προκειμένου να προχωρήσουν στη χορήγηση ενός δανείου. Σε γενικές

γραμμές, αν το ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος του υποψήφιου δανειολήπτη που

θα δαπανάται για την εξυπηρέτηση πάσης φύσεως δανείων (καταναλωτικά,

προσωπικά, στεγαστικά, πιστωτικές κάρτες) ξεπερνά το 30%, είναι πολύ πιθανό η

αίτησή του, για πρώτο ή για νέο δάνειο, να απορριφθεί.

Οι οφειλέτες

Στην τρίτη κατηγορία αποκλεισμένων από τον τραπεζικό δανεισμό περιλαμβάνονται

καταναλωτές και επιχειρήσεις που στο παρελθόν έχουν παρουσιάσει αδυναμία

εξυπηρέτησης των δανείων τους ή των φορολογικών οφειλών τους, έχουν εκδοθεί

εναντίον τους διαταγές πληρωμής ή κατασχέσεων, έχουν εκδώσει ακάλυπτες

επιταγές ή τους βαρύνουν απλήρωτες συναλλαγματικές. Αυτήν τη στιγμή

υπολογίζεται ότι στη μαύρη λίστα του «Τειρεσία» βρίσκονται περίπου 1.300.000

καταναλωτές και επιχειρήσεις, για τους οποίους το τραπεζικό γκισέ έχει

αναρτημένη την πινακίδα «κλειστό».

Αν αναλογιστεί κανείς ότι στους χαμηλόμισθους, δηλαδή σε όσους δηλώνουν ετήσια

εισοδήματα κάτω των 6.000 ευρώ, περιλαμβάνεται και μεγάλος αριθμός

συνταξιούχων, οι οποίοι ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα άνω των 65 ετών, και ότι

ορισμένοι από αυτούς βρίσκονται και στη μαύρη λίστα του «Τειρεσία», οι

καταναλωτές που έχουν αποκλειστεί από τον τραπεζικό δανεισμό είναι τουλάχιστον

2.000.000.

Πώς παρακάμπτονται οι περιορισμοί

Οι ηλικιακοί και οι εισοδηματικοί περιορισμοί, τους οποίους έχουν άτυπα

θεσπίσει οι τράπεζες για τη χορήγηση κάθε είδους δανείου, είναι δυνατόν να

αντιμετωπισθούν με διάφορους τρόπους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ηλικιωμένος

ή ο χαμηλόμισθος είναι σίγουρο ότι θα εξασφαλίσουν το δάνειο. Στην περίπτωση

των δανείων καταναλωτικής πίστης, ο υποψήφιος δανειολήπτης που έχει ξεπεράσει

το 65ο έτος της ηλικίας του μπορεί να εμφανισθεί στην τράπεζα μαζί με ένα

άτομο μικρότερης ηλικίας, από το συγγενικό του περιβάλλον, που θα υπογράψει ως

εγγυητής του δανείου, για την περίπτωση που ο δανειολήπτης αντιμετωπίσει

προβλήματα με την αποπληρωμή του.

Μια δεύτερη λύση, που μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά της πρώτης, είναι

να ζητήσει από την τράπεζα μικρότερη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Έτσι,

ενώ η μέγιστη διάρκεια αποπληρωμής ενός προσωπικού ή καταναλωτικού δανείου

φθάνει τα πέντε χρόνια, ο δανειολήπτης που έχει ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών

μπορεί να ζητήσει διάρκεια αποπληρωμής τριών χρόνων.

Ο υποψήφιος δανειολήπτης που έχει ηλικία μεγαλύτερη των 58 ετών και επιθυμεί

να αγοράσει κατοικία αυξάνει τις πιθανότητες να πάρει το δάνειο, αν εμφανιστεί

στην τράπεζα με έναν εγγυητή μικρότερης ηλικίας ή ζητήσει δάνειο με σχετικά

μικρή διάρκεια αποπληρωμής, όπως είναι τα πέντε έως δέκα χρόνια. Μια άλλη

λύση, που αυξάνει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες να πάρει ο δανειολήπτης το

δάνειο, είναι να οριστεί στον εγγυητή η ψιλή κυριότητα του ακινήτου που θα

αποκτηθεί με το δάνειο και να διατηρήσει ο δανειολήπτης την επικαρπία. Στην

περίπτωση αυτή, η τράπεζα εξασφαλίζει ότι η αποπληρωμή του δανείου θα

συνεχισθεί ακόμη και σε περίπτωση θανάτου του δανειολήπτη.