Η νεαρή γυναίκα στάθηκε αποφασισμένη μπροστά στην έδρα, πριν από λίγα

χρόνια, σε μια δικαστική αίθουσα του Βελγίου. Τη βάραινε μια σοβαρή κατηγορία.

Είχε βοηθήσει την καρκινοπαθή μητέρα της να πεθάνει και να γλιτώσει από τους

φρικτούς πόνους που τη βασάνιζαν. «Μα καλά», τη ρώτησε ο αντεισαγγελέας.

«Μιλάτε συνεχώς για στήριξη και βοήθεια προς την άρρωστη μητέρα σας. Τότε

γιατί δεν βοηθήσατε και τον πατέρα σας που πέθανε λίγα χρόνια πριν από εκείνη

από την ίδια ανίατη αρρώστια;». Και εκείνη απάντησε δίχως δισταγμό: «Φαίνεται

δεν τον αγαπούσα αρκετά για να κάνω κάτι τέτοιο!».

Η απάντηση ήταν τέτοια που συγκλόνισε όσους βρίσκονταν στην αίθουσα. Και

έμεινε χαραγμένη και στη μνήμη του Γάλλου πατέρα της Αιματολογίας δρος Ζαν

Πιέρ Σουλιέρ που κατέγραψε το περιστατικό στο βιβλίο του «Πεθαίνοντας εν

ειρήνη».

Ήταν μια από εκείνες τις απαντήσεις που πρόσθεταν τη δική τους μικρή εκδοχή,

τη δική τους δόση αλήθειας στο πολυσέλιδο και πάντα ατελείωτο βιβλίο της

«ευθανασίας» ανά τον κόσμο. Κι ας παραμένει άγνωστο στους πολλούς αν

καταδικάστηκε ή αθωώθηκε τελικά η γυναίκα που την έδωσε από την κατηγορία που

τη βάραινε…

Ήρθε η Ολλανδία πρόσφατα, με την απόφασή της να νομιμοποιήσει αυτό που τα

είκοσι τελευταία χρόνια έτσι κι αλλιώς σ΄ όλα τα νοσοκομεία και τις κλινικές

της χώρας συνέβαινε, να ταράξει και να προκαλέσει σεισμό πολλών Ρίχτερ στη

συνείδηση της ανθρωπότητας. Η σκηνή τραβήχθηκε με πάταγο και οι αρχές στην

Ολλανδία δεν θα προσποιούνται πια ότι δεν… βλέπουν αυτό που όλοι πάντα

γνώριζαν. Η αποποινικοποίηση της ευθανασίας από το ολλανδικό Κοινοβούλιο και η

θέσπιση σχετικής νομοθεσίας καταγράφεται ως παγκόσμιο γεγονός. Ο «ευγενής

θάνατος» συγκέντρωσε αρχικά 104 ψήφους υπέρ και 40 κατά ­ τον Νοέμβριο του

2000 ­ στην Κάτω Βουλή της χώρας. Και στις 10 του φετινού Απριλίου η ολλανδική

Γερουσία επικυρώνει την απόφαση, υπερψηφίζοντας το νομοσχέδιο και δίνοντας

έτσι τη δυνατότητα να γίνει νόμος του κράτους. Μέχρι τις αρχές του επόμενου

μήνα θα τεθεί σε ισχύ ο νόμος αφού υπογραφεί από τη βασίλισσα Βεατρίκη και

δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Όλα θα είναι πλέον πιο απλά

στη γειτονική μας Ολλανδία; Το πρόβλημα λύθηκε ή μήπως οι ασκοί του Αιόλου

άνοιξαν και κανείς δεν ξέρει προς τα πού θα ταξιδέψουν; Το μέλλον θα δείξει.

Αλλά όπως και να έχει, το κεφάλαιο της υποκρισίας έκλεισε για την Ολλανδία

όπου τα δύο τελευταία χρόνια επισήμως έχουν καταχωρηθεί 4.339 τερματισμοί ζωής

καταδικασμένων ασθενών, είτε μέσω της ενεργητικής ευθανασίας είτε μέσω της

επικουρούμενης αυτοκτονίας ­ ο γιατρός χορηγεί τα φάρμακα, αλλά τα παίρνει

μόνος του ο ασθενής! Στην πλειονότητά τους (90%) οι ασθενείς ήταν

καρκινοπαθείς στην τελική ευθεία…

Κατέληξαν σ΄ αυτή τους την απόφαση οι Ολλανδοί ελαφρά τη καρδία; Μάλλον όχι. Η

ευθανασία δεν γίνεται νόμος για να μετατρέπονται οι γιατροί από θεραπευτές σε

εκτελεστές. Αλλά θα μπορούν να καταφεύγουν σ΄ αυτή την πρακτική και να μη

διώκονται από τις αρχές όταν συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:

* Ο ασθενής υποφέρει από ανυπόφορους και ακατάπαυστους πόνους εξαιτίας

κάποιας ασθένειας που έχει διαγνωσθεί ιατρικώς.

* Η διάγνωση έχει επιβεβαιωθεί και από δεύτερο γιατρό.

* Οι γιατροί έχουν καταλήξει μετά βεβαιότητος στο συμπέρασμα ότι δεν

υπάρχει ουδεμία ελπίδα ανάρρωσης.

* Ο ασθενής έχει ζητήσει επανειλημμένως βοήθεια προκειμένου να βάλει

τέρμα στη ζωή του.

* Αν είναι μικρότερος από 16 ετών, έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους οι

γονείς του.

* Η ζωή του αρρώστου τερματίζεται με τον πλέον πρόσφορο ιατρικό τρόπο…

«Ξέρω περισσότερους από έναν γιατρούς που έχουν εφαρμόσει τη μέθοδο»

Ο δρ Κεβορκιάν, γνωστός και ως Δρ Θάνατος, ποζάρει με… μοντέλο το οποίο

φοράει μάσκα συνδεδεμένη με μηχάνημα που φέρνει τον… ευγενή θάνατο

Ουδείς είναι έτοιμος στην Ελλάδα! Ούτε η ευρύτερη κοινωνία ούτε το ιατρικό

σώμα μπορεί να μπει στη διαδικασία του ανοικτού διαλόγου για την ευθανασία,

πόσο μάλλον για την αποποινικοποίησή της. Υπάρχει μία συστηματική άρνηση του

θέματος που οι διαλλακτικοί την αποκαλούν «υποκρισία» και οι αδιάλλακτοι

«αντίσταση» σε ξένες ­ προς την θρησκεία, τα ήθη και έθιμά μας και τις αρχές

της Ιπποκρατείου Ιατρικής ­ ιδέες.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν γιατροί που να κάνουν

ευθανασία; Στατιστικές πάντως δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν καταγραφές ή

ανοικτές παραδοχές, εκτός από κάποιες σποραδικές. Αυτό που σίγουρα υπάρχει

είναι σιωπή, μια σιωπή που μοιάζει επικίνδυνη.

Είναι μήπως ο φόβος για την ανάληψη της ευθύνης που κλείνει τα στόματα; Αν

ερωτηθούν δέκα διαφορετικοί γιατροί, ο καθένας χωριστά, αν έκαναν ποτέ

ευθανασία και οι δέκα θα απαντήσουν «όχι, ποτέ». Αν ερωτηθούν στην πορεία αν

ξέρουν κάποιον γιατρό που να έκανε ευθανασία, θα απαντήσουν και πάλι «όχι,

κανένας που να γνωρίζουμε». Και αν ερωτηθούν αν άκουσαν πως κάποιος γιατρός σε

κάποιο νοσοκομείο έκανε μια φορά τουλάχιστον ευθανασία και οι δέκα θα

απαντήσουν «ναι, έχουμε ακούσει, αλλά δεν ξέρουμε ποιος και πού…».

Όλοι έχουν ακούσει, αλλά ουδείς ξέρει κανέναν και ουδείς το έχει κάνει.

Αυτή είναι η δική μας πραγματικότητα…

«Ο γιατρός έχει ορκισθεί να παρέχει βοήθεια στον πάσχοντα μέχρι την τελευταία

στιγμή και ανακούφιση από τον πόνο, αλλά σε τέτοιες φαρμακευτικές δόσεις που

να μην προκαλούν τον θάνατο, κάτι που συμβαίνει σε όλες τις χώρες της Ευρώπης

πλην της Ολλανδίας»! Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου κ. Μανώλης

Καλοκαιρινός είναι κατηγορηματικά αντίθετος με το θέμα της ευθανασίας.

«Και αν η ενδεδειγμένη φαρμακευτική δόση δεν είναι αρκετή και ο άρρωστος

συνεχίζει να πονάει και να βασανίζεται;» τον ρωτώ. «Όσο και να πονάει και να

ταλαιπωρείται ο άρρωστος, ο γιατρός δεν πρέπει να του δώσει εκείνη τη δόση που

θα τον ανακουφίσει, αλλά ταυτόχρονα μπορεί και να τον σκοτώσει», επιμένει ο κ.

Καλοκαιρινός. «Δεν είναι μία ακραία και σκληρή ιατρική θέση, η θέση σας;»

επιμένω. «Και ακραία είναι και σκληρή. Αλλά τόσα χρόνια χειρουργός έχουν δει

πολλά τα μάτια μου. Προτιμώ να είμαι αυστηρός παρά να αφήνω περιθώρια. Και

πιστεύω ότι με αυτήν τη θέση συμφωνεί η πλειονότητα των συναδέλφων μου.

Προσωπικά δεν ξέρω ούτε έναν που να έχει κάνει ευθανασία…».

Πάνω ο Δημήτρης Τριχόπουλος: Η ευθανασία εφαρμόζεται αθόρυβα στην Ελλάδα,

όπως έγινε και με τις εκτρώσεις. Κάτω: Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού

Συλλόγου κ. Μανώλης Καλοκαιρινός: Ο γιατρός έχει ορκισθεί να παρέχει βοήθεια

στον πάσχοντα και ανακούφιση από τον πόνο, αλλά σε τέτοιες φαρμακευτικές

δόσεις που να μην προκαλούν τον θάνατο

Ο καθηγητής Επιδημιολογίας στις Ιατρικες Σχολές των Πανεπιστημίων Χάρβαντ και

Αθηνών κ. Δημήτρης Τριχόπουλος, δεν έχει ακούσει απλώς ότι ορισμένοι γιατροί

στην Ελλάδα μπορεί να κάνουν ευθανασία. «Ξέρω τουλάχιστον έναν και επειδή

είμαι μάλλον μεγάλος σε ηλικία ξέρω περισσότερους από έναν», παραδέχεται

ανοικτά. «Όλοι κάτι ξέρουμε περισσότερο! Αλλά όταν εκπαιδευόμαστε κάτω από τη

γενική αρχή πως θα αγωνιζόμαστε σε κάθε περίπτωση για την προάσπιση της υγείας

και της παράτασης της ζωής του ασθενούς, δεν είναι δυνατόν να αυτενεργήσουμε

εύκολα γιατί έχει ήδη εγκατασταθεί στη στάση και τη συμπεριφορά μας ένα

σύστημα εξαρτημένων αντανακλαστικών…».

Αυτό εξηγεί, κατά τον κ. Τριχόπουλο, τη γενική τοποθέτηση των γιατρών που δεν

έχουν «προβληματισθεί αρκετά ή δεν τους επιτρέπεται να προβληματισθούν αρκετά.

Όλοι παγιδευόμαστε σ’ αυτά που λέμε. Το επιχείρημα ότι ποτέ δεν ξέρεις την

έκβαση, ότι ποτέ δεν ξέρεις πότε θα έρθει εκείνη η θαυματουργή πράξη ­ το

θαύμα που λέει ο λαός ­ που θα ανατρέψει τα δεδομένα ενός συγκεκριμένου

ασθενούς σε κάνει πολλές φορές να μη μπορείς να αντιμετωπίσεις κατάματα την

πραγματικότητα μιας εξέλιξης που είναι χειρότερη και από τον θάνατο και για

την οποία ο προκλητός θάνατος θα αποτελούσε μόνη επιλογή…».

«Αν αντιμετωπίζατε εσείς προσωπικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επιλέγατε τον

προκλητό θάνατο;» τον ρωτώ. Και η απάντησή του με σοκάρει:

«Από νεαρός γιατρός έχω πάντα μαζί μου 80 περίπου χάπια για ένα τέτοιο

ενδεχόμενο! Βέβαια, έχουν πια λήξει και πρέπει να τα ανανεώσω. Θα προτιμούσα

να το ζητήσω να το κάνει πιο εύκολα και ανώδυνα κάποιος από τους γιατρούς που

βγήκαν από τα χέρια μου. Οι μισοί γιατροί της Ελλάδας υπήρξαν μαθητές μου,

ελπίζω ότι κάποιος θα με λυπηθεί, αν χρειασθεί. Στην περίπτωση που κανένας δεν

θα το κάνει, έχω τα χάπια…».

­ Μιλάτε για πιθανή αυτοκτονία…

«Όταν δεχόμαστε πως σκοπός της ζωής είναι η ευτυχία και η χαρά της ύπαρξης,

δεν βλέπω γιατί να μην υποκαταστήσουμε κάτι που είναι έντονα αρνητικό με κάτι

λιγότερο αρνητικό. Δεν είμαι άθεος, είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος, αλλά όχι

τυφλά θρησκευόμενος. Το θεολογικό επιχείρημα πως η ζωή είναι δώρο του Θεού και

δεν μας ανήκει, δεν στέκει! Δώρο του Θεού είναι, αλλά όπως κάθε δώρο μάς

ανήκει και είναι δική μας επιλογή πώς θα το διαθέσουμε…».

­ Τι ειναι εντέλει ζωή και θάνατος;

«Η ζωή είναι ένα ταξίδι που αν κατορθώσουμε να του δώσουμε στοιχείο αποστολής,

ομορφαίνει ­ αν και δεν είναι πάντοτε εφικτό. Θάνατος δεν ξέρω τι είναι,

μοιάζει να είναι το απόλυτο κακό, αλλά όταν βρίσκεις στην ίδια τη ζωή κάτι που

είναι χειρότερο και από θάνατο ώστε ο προκλητός θάνατος να μοιάζει λύτρωση,

τότε ουδείς έχει το δικαίωμα να υποχρεώσει αυτόν που υπομένει το χειρότερο,

τους οικείους του και τον γιατρό του να επιλέξουν την πορεία προς το χειρότερο

μόνο και μόνο γιατί ουδείς έχει το θάρρος και το σθένος να κάνει την τελική

επιλογή θανάτου… Ο γιατρός που θα επιχειρήσει κάτι τέτοιο δεν είναι ένας

εκτελεστής, είναι ένας άνθρωπος με επιστημονική βεβαιότητα, ένας άνθρωπος που

βοήθησε, στήριξε, αγάπησε και ταυτίσθηκε με τον άρρωστο, ώστε να μπορέσει να

αποδεχθεί και αυτή την πιο δύσκολη από όλες επιλογή…».

­ Πιστεύετε πως είναι διαδεδομένη η ευθανασία στην Ελλάδα;

«Φυσικά, αλλά εφαρμόζεται αθόρυβα, όπως έγινε και με τις εκτρώσεις! Καμιά φορά

κάνει και μεγαλύτερα άλματα απ’ ό,τι σε άλλες χώρες… Για παρατηρήστε γύρω

σας και πέστε μου πόσα παιδιά με συγγενείς διαμαρτίες υπάρχουν; Γεννιούνται

αρκετά, επιβιώνουν ελάχιστα. Μήπως γι’ αυτά τα παιδιά κάνει κάποιος κάποια

στιγμή την επιλογή της ευθανασίας; Ας μην ξεχνάμε, ο ελληνικός λαός υπήρξε

πάντοτε θαρραλέος στις επιλογές του. Έλυσε το θέμα των εκτρώσεων χωρίς κανείς

να το πάρει είδηση όταν άλλες κοινωνίες, όπως αυτή των ΗΠΑ, σείονται ακόμη και

δεν μπορούν να αποφασίσουν… Έχει λυθεί και το θέμα της ευθανασίας από τον

ελληνικό λαό και τους γιατρούς του ­ ένα θέμα που έχει πιο εύκολη ηθική

κατοχύρωση απ’ ό,τι οι εκτρώσεις ­ χωρίς να χρειασθεί να περάσουμε κάτω από τα

φώτα της μεγάλης λεωφόρου, άρα και ενός νομοθετήματος. Απλώς, αποφεύγουμε να

το συζητήσουμε…».

ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ζωή χειρότερη και από θάνατο…

Το ανήμπορο αυτό πλάσμα, που κείτεται μήνες τώρα σ’ ένα κρεβάτι, δεν θυμίζει

σε τίποτα τον πατέρα της. Ό,τι έχει απομείνει δεν είναι παρά «οστά ντυμένα με

δέρμα». Ένα άρρωστο σώμα που απόκαμε από χειρουργικές επεμβάσεις και

θεραπευτικές πρακτικές. Ελπίδες δεν υπήρχαν από την αρχή. Ο καρκίνος δεν έδωσε

έγκαιρα συμπτώματα και τελικά θριάμβευσε. Έκαναν όμως όλοι «παραπάνω» και απ’

ό,τι μπορούσαν! Ο γιος, οι δύο κόρες, τα αδέλφια και τα πρωτοξάδερφα του

αρρώστου, οι γιατροί… Έτσι ο άρρωστος δεν έχει πια γεννητικά όργανα, έχει

σωληνάκια για τις σωματικές του εκκρίσεις, πληγές σε όλο του το σώμα από τις

κατακλίσεις, νεκρό τον ένα πνεύμονα, «μισό» στομάχι… Το χειρότερο απ’ όλα,

δεν έχει φωνή ούτε σθένος να προβάλλει την παραμικρή διαμαρτυρία…

Αν όλα αυτά συνέβαιναν δύο δεκαετίες πριν, «ο πατέρας μου θα είχε φύγει από τη

ζωή με την αξιοπρέπεια που έζησε», ομολογεί η 40χρονη Μαρία, η πρωτότοκη.

Γενικό Κρατικό Αθηνών, «Σωτηρία», «Λαϊκό», «Άγιος Σάββας». Πέρασαν απ’ όλα τα

μεγάλα νοσοκομεία μέσα σε δέκα μήνες. «Αφήστε με παιδιά μου να φύγω, μην

κάνετε τίποτα άλλο», εκλιπαρούσε εκείνος όταν μπορούσε να εκλιπαρήσει. Κι

έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Αλλά τον απόπαιρναν ο γιος και οι κόρες του, «τι

είναι αυτά που λες πατέρα; Να, θα δεις, θα γυρίσεις όρθιος και γερός στο χωριό

και θα ξαναοργώσεις τα χωράφια σου…».

Το ξέρει τώρα η Μαρία, όπως όλοι, όπως και εκείνος. Δεν θα γυρίσει όρθιος και

γερός, ούτε τα χωράφια του θα οργώσει πάλι. Αλλά κανείς δεν το ξεστομίζει.

Είναι σαν μια συνωμοσία, που υφαίνεται γύρω από το κρεβάτι τού ετοιμοθάνατου.

Ο άρρωστος ξέρει, νιώθει περισσότερο απ’ όλους το τέλος που πλησιάζει, αλλά

«εμείς δεν θέλουμε να ξέρουμε ότι ξέρει. Τρέφεται πια μόνο με τον ορό, δεν

μπορεί να καταπιεί ούτε να μιλήσει. Όλες του οι λειτουργίες διεκπεραιώνονται

από σωληνάκια. Ανακουφίζομαι όταν πέφτει σε βαθύ ύπνο, θέλω να πιστεύω ότι

τότε δεν πονάει… Αποφεύγω τα μάτια του, αυτό το βλέμμα του είναι σαν να με

εκλιπαρεί για κάτι που αδυνατώ να προσφέρω…».

Τα είδε όλα η Μαρία και αν μπορούσε να γυρίσει πίσω, «τίποτα απ’ όσα έγιναν

δεν θα γινόταν. Θα κρατούσαμε τον άνθρωπό μας στο χωριό, στο σπίτι. Θα τον

βοηθούσαμε να πεθάνει με αξιοπρέπεια όσο ήταν ζωντανός! Αυτό που συμβαίνει

τώρα με τον πατέρα μου και με πολλούς άλλους ανθρώπους που γνώρισα στα

νοσοκομεία είναι από εκείνα τα καθημερινά εγκλήματα, τα οποία ούτε

καταγράφονται ούτε καταδικάζονται… Σε τίποτα και κανέναν δεν ωφελεί να

δίνεις παρατάσεις σε μια καταδικασμένη ζωή».

Είναι θέμα ωρών, ίσως και 2-3 ημερών. Απομένει η τελική επισφράγιση ενός εν

ζωή θανάτου. Και ο θάνατος αυτός θα είναι λύτρωση για τη Μαρία, την αδελφή της

την Ισμήνη, τον αδελφό τους τον Κωστή. Θα πονέσει λιγότερο «από όσο ήδη

πονέσαμε και πονάμε…».

Να εύχεσαι τον θάνατο ενός λατρεμένου προσώπου, αλλά να μην τολμάς ούτε

«βοήθεια» να ζητήσεις ούτε να κάνεις εσύ ο ίδιος κάτι, είναι το ίδιο τραγικό.

Η Μαρία και τα αδέλφια της δεν μπόρεσαν καν να αποφύγουν «όλες εκείνες τις

υπερβολές και τις υπερβάσεις που έγιναν στο όνομα της Ιατρικής. Τα τελευταία

χειρουργεία θα μπορούσαν να μην είχαν γίνει, η επανάληψη της χημειοθεραπείας

δεν είχε κανένα νόημα και εκείνο το βράδυ που σταμάτησε για λίγο η καρδιά του

δεν υπήρχε λόγος για την ανάνηψη. Όλα οδηγούσαν σ’ ένα αυξανόμενο μαρτύριο. Το

μόνο που καταφέραμε, ήταν ότι εμποδίσαμε τον πατέρα μας να ξεκουραστεί την ώρα

που έπρεπε και στερήσαμε το δικαίωμα στην ελευθερία και στις επιλογές κάποιου,

που και ελεύθερος έζησε και με επιλογές…».