<

Σημαντικές δυσκολίες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας αντιμετωπίζουν οι

απόφοιτοι του Παντείου Πανεπιστημίου, αφού η ανεργία προσεγγίζει συνολικά για

το Ίδρυμα το 22%. Την ίδια ώρα, το 40,8% των πτυχιούχων απασχολούνται σε

θέσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τις σπουδές τους, ενώ η ανεργία είναι

γένους θηλυκού.

Από τα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα του Γραφείου Διασύνδεσης του

Πανεπιστημίου, η απορροφητικότητα των πτυχιούχων εκτιμάται στο 70,3%, ενώ το

ποσοστό των μη οικονομικά ενεργών είναι 7,7%.

Η ψαλίδα, ωστόσο, ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες πτυχιούχους είναι μεγάλη. Οι

άνδρες εμφανίζουν υψηλότερο δείκτη απασχόλησης και ποσοστό ανεργίας της τάξεως

του 17,3%, ενώ οι γυναίκες άνεργες υπερβαίνουν τον μέσο όρο ανεργίας του

Ιδρύματος με ποσοστό 25,3%.

Σημαντικές όμως, είναι και οι αποκλίσεις από τον μέσο όρο απορροφητικότητας

ανάμεσα στα Τμήματα του Πανεπιστημίου. Συγκεκριμένα, το Τμήμα Δημόσιας

Διοίκησης εμφανίζει τον υψηλότερο δείκτη (85,9%), ενώ το Τμήμα Πολιτικής

Επιστήμης τον χαμηλότερο (62,1%). Περίπου στη μέση βρίσκεται το Τμήμα

Κοινωνιολογίας με δείκτη απασχόλησης 70,6% και ακολουθούν τα υπόλοιπα τμήματα

με χαμηλότερους δείκτες.

Την ίδια ώρα, το υψηλότερο μερίδιο (28,6%) στην πίτα της ανεργίας εμφανίζει το

Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, ενώ το χαμηλότερο, όπως

αναμενόταν, το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης (10,9%). Οι πτυχιούχοι των υπόλοιπων

Τμημάτων εμφανίζουν εξαιρετικά υψηλή συμμετοχή στην ανεργία με τα Τμήματα

Πολιτικής Επιστήμης και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να εμφανίζουν περισσότερο από

το ένα τέταρτο των πτυχιούχων τους ως ανέργους.

Πάντως, οι υψηλότεροι δείκτες απασχόλησης των προηγουμένων ετών (83,3% για το

1994) δείχνουν ότι είναι απαραίτητο να παρέλθει ένα χρονικό διάστημα από τη

στιγμή της αποφοίτησης, ώσπου οι πτυχιούχοι να καταφέρουν να εξασφαλίσουν μια

θέση εργασίας. Ακριβής υπολογισμός γι’ αυτό το χρονικό διάστημα δεν υπάρχει,

αλλά εκτιμάται ότι προσεγγίζει και πολλές φορές ξεπερνάει τα δύο έτη. Στο

μεταξύ, παραπάνω από το ένα τρίτο των πτυχιούχων του 1997 βρίσκονταν το 1999

εκτός απασχόλησης, αναλογία που επιβεβαιώνει τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν

οι τπυχιούχοι στη φάση της μετάβασης.

Πάντως, το 40,8% των πτυχιούχων του Παντείου θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμιά

συνάφεια ανάμεσα στις σπουδές τους και το αντικείμενο της εργασίας τους. Μια

αρκετά μεγάλη μερίδα (20,9%) θεωρεί πως η συνάφεια είναι μέτρια, ενώ το 26,1%

τη θεωρεί μικρή. Μόνο το 12,3% των πτυχιούχων δήλωσαν πως υπάρχει μεγάλος

βαθμός συνάφειας ανάμεσα στη δουλειά τους και το αντικείμενο που σπούδασαν.

Οι κλάδοι στους οποίους απασχολούνται οι πτυχιούχοι συνδέονται περισσότερο με

τις υπηρεσίες. Δύο κλάδοι των υπηρεσιών, η εκπαίδευση και η Δημόσια Διοίκηση,

οι οποίες συνδέονται με τις δραστηριότητες του δημόσιου τομέα, συγκεντρώνουν

περίπου το ένα τρίτο του συνόλου της απασχόλησης των πτυχιούχων.

Στους υπόλοιπους κλάδους, τις υψηλότερες συγκεντρώσεις εμφανίζουν ο

χρηματοπιστωτικός τομέας σε ποσοστό 18%, ακολουθεί η εκπαίδευση με ποσοστό

17,1%, ενώ σχετικά υψηλά ποσοστά (12,3%) συγκεντρώνουν οι κλάδοι του εμπορίου.

Ακόμη ένας χώρος που εμφανίζει σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις απασχολούμενων

πτυχιούχων είναι αυτός της υγείας, της ψυχαγωγίας και των λοιπών υπηρεσιών σε

ποσοστό 12,7%.

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ (ΔΠΘ)

Το 12% των πτυχιούχων από τις καθηγητικές σχολές θεωρούν άχρηστο το πτυχίο

Τρεις στους δέκα αποφοίτους των καθηγητικών σχολών δεν έχουν εργαστεί ποτέ σε

δουλειά σχετική με το αντικείμενο σπουδών, ενώ 12% από τους πτυχιούχους των

σχολών αυτών θεωρεί το πτυχίο άχρηστο για την εύρεση εργασίας. Στην άλλη άκρη,

οι απόφοιτοι των Πολυτεχνικών Σχολών χρειάζονται το μέγιστο έξι μήνες για να

εργαστούν σε αντικείμενο σχετικό με αυτό της σχολής που τελείωσαν. Τα στοιχεία

προκύτπουν από έρευνα για την επαγγελματική σταδιοδρομία των αποφοίτων που

πραγματοποίησε το Γραφείο Διασύνδεσης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

(ΔΠΘ).

Χαμηλή είναι η απορροφητικότητα των καθηγητικών σχολών, καθώς το 43% των

αποφοίτων είναι άνεργοι, ενώ αντίστοιχη είναι η εικόνα και στους πτυχιούχους

των Παιδαγωγικών Σσχολών και των ΤΕΦΑΑ. Από το σύνολο των ανέργων αποφοίτων

του ΔΠΘ (11,4%), οι επτά στις δέκα είναι γυναίκες. Αλλά και στους εργαζόμενους

που δουλεύουν σε αντικείμενο σχετικό με τις σπουδές τους, οι άνδρες

υπερισχύουν. Το ύψος των αποδοχών είναι ο βασικός λόγος δυσαρέσκειας των

εργαζόμενων αποφοίτων όλων των σχολών του Δημοκρίτειου και ακολουθούν η μη

αξιοποίηση γνώσεων (27,8%) και η αναξιοκρατία (24,1%).

Ανάγκη για εξειδίκευση

Αν και το 60% των αποφοίτων απάντησε θετικά στην ανάγκη για εξειδίκευση, το

μεγαλύτερο μέρος των πτυχιούχων απάντησε ότι ήταν καλά προετοιμασμένοι για την

επαγγελματική απασχόληση. Εξαίρεση αποτελούν οι πτυχιούχοι των Σχολών Δικαίου,

που σε ποσοστό 40% δήλωσαν ότι δεν ήταν καθόλου καλά προετοιμασμένοι από τις

προπτυχιακές τους σπουδές. Οκτώ στους δέκα αποφοίτους του Δημοκρίτειου θεωρούν

ως καλύτερους τρόπους ανταπόκρισης στην αγορά εργασίας τη συνεχιζόμενη

εκπαίδευση (79,6%) και την αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών (58,8%).

Αντίθετα, μόνο το 1,8% επέλεξε τη σύνδεση του Πανεπιστημίου με τους χώρους

εργασίας.

Αν και μόνο το 14% των αποφοίτων του ΔΠΘ παρακολουθεί μεταπτυχιακό πρόγραμμα,

δεν παρουσιάζεται σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των ανδρών (53,3%) και των

γυναικών (46,7%) μεταπτυχιακών σπουδαστών. Μετά τη λήψη του πτυχίου, τέσσερις

στους δέκα αποφοίτους των Πολυτεχνικών Τμημάτων συνεχίζουν τις σπουδές τους

για την απόκτηση μάστερ, ενώ ούτε ένας στους δέκα πτυχιούχους των καθηγητικών

σχολών δεν παρακολουθεί μεταπτυχιακό.

Περισσότεροι από τους μισούς πτυχιούχους των Πολυτεχνικών Σχολών έκρινε πολύ

καλή την προετοιμασία για την είσοδο σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα,

αντίθετα με το 50% των αποφοίτων των Παιδαγωγικών Τημάτων και των Σχολών

Δικαίου που απάντησαν ότι δεν ήταν καθόλου καλά προετοιμασμένοι. Έτσι στις

προτάσεις των αποφοίτων για τις αλλαγές στο προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, το

υψηλότερο ποσοστό (76,8%) συγκεντρώνει η κατηγορία «ποιότητα διδασκαλίας και

συγγραμμάτων» και ακολουθεί η ανάγκη για μεγαλύτερο βάθος σε λιγότερα

αντικείμενα (48,6%).

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

4½ χρόνια στην… αναμονή για δουλειά οι Γεωλόγοι

Μόνο τέσσερις στους δέκα Γεωλόγους βρίσκουν δουλειά στο αντικείμενο των

σπουδών τους, ενώ το χρονικό διάστημα ανεργίας των αποφοίτων του Τμήματος

φθάνει τα 4,5 χρόνια. Άνεργοι είναι όμως και το 40% των πτυχιούχων Νηπιαγωγών

και το 35% των Βιολόγων.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε το Γραφείο Διασύνδεσης του Πανεπιστημίου

Πατρών για την επαγγελματική εξέλιξη των αποφοίτων, τα μεγαλύτερα ποσοστά

αποκατάστασης μετά τη λήψη του πτυχίου προέρχονται από τα Τμήματα της

Φαρμακευτικής, της Ιατρικής και των Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και

Πληροφορικής. Υψηλή απορροφητικότητα παρουσιάζουν και οι σχολές των Πολιτικών

Μηχανικών (83%), των Φυσικών (86%) και των Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών

Μηχανικών (83%).

Ο μέσος όρος ανεργίας των πτυχιούχων φθάνει τα 2 χρόνια, διάστημα που όμως

παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις ανάλογα με το τμήμα. Οι δάσκαλοι περιμένουν 2,8

χρόνια για να βρουν δουλειά, ενώ ο αντίστοιχος χρόνος για τους Ηλεκτρολόγους

Μηχανικούς είναι 1,2 χρόνια. Πάντως, σε όλα τα Τμήματα του Πανεπιστημίου

Πατρών οι γυναίκες απόφοιτοι παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας

συγκριτικά με τους άνδρες συναδέλφους τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα

Τμήματα των Φυσικών και των Χημικών, όπου ο μέσος όρος ανεργίας στους άνδρες

δεν ξεπερνά τον 1,5 χρόνο, αντίθετα για τις γυναίκες φθάνει τα 3,5 χρόνια.

Οι αμοιβές δεν είναι ανάλογες με τα προσόντα

Παντελής Καπετανάκης, 26 χρόνων, πτυχιούχος με μάστερ στο εξωτερικό

Τελείωσε το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο

Πάντειο Πανεπιστήμιο, έκανε το μεταπτυχιακό του στην Αγγλία και τη Γερμανία

πάνω στη Διοίκηση Ευρωπαϊκού Τουρισμού και γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες. Για

τον 26χρονο Παντελή Καπετανάκη όμως δεν είναι εύκολη η εύρεση εργασίας, που να

τον ικανοποιεί από τη μία πλευρά και να ανταποκρίνεται από την άλλη στα τυπικά

του προσόντα. «Οι εργοδότες είναι επιφυλακτικοί. Συχνά προτιμούν κάποιον με

λιγότερα προσόντα, γιατί δεν μπορεί να έχει υψηλές οικονομικές απαιτήσεις».

Όπως εξηγεί ο ίδιος, που δουλεύει κατά διαστήματα σε τουριστικό γραφείο, «το

δύσκολο δεν είναι να βρεις μία οποιαδήποτε δουλειά. Δεν έχεις όμως το δικαίωμα

διαπραγμάτευσης. Αν ζητήσεις περισσότερα χρήματα δεν θα σε προσλάβουν. Άρα, ή

το δέχεσαι ή μένεις άνεργος».

Πάντως, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει κανείς στην αρχή, ο

Παντελής δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα ενός μεταπτυχιακού. «Το

πανεπιστημιακό πτυχίο σήμερα είναι ό,τι το απολυτήριο Λυκείου τη δεκαετία του

’60. Το μεταπτυχιακό είναι απαραίτητο και μάλιστα καλόν είναι να γίνεται στο

εξωτερικό. Εκεί όπου συνδυάζεται η υλικοτεχνική υποδομή με την πρακτική

εξάσκηση, κάτι που λείπει από αντίστοιχα προγράμματα στην Ελλάδα».