Οι πιστωτικές κάρτες αποτελούν ένα από τα δημοφιλέστερα μέσα συναλλαγής.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πληρωμής για συναλλαγές, τόσο εντός Ελλάδας

όσο και στο εξωτερικό, σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέχρι σήμερα οι συναλλαγές

πραγματοποιούνταν με τη χρέωση ή πίστωση της κάρτας σε δραχμές, εφόσον η

συναλλαγή γινόταν στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις που η συναλλαγή γίνονταν στο

εξωτερικό η χρέωση ή η πίστωση γινόταν πάλι σε δραχμές, με τη μετατροπή όμως

από το νόμισμα της χώρας στην οποία έγινε η συναλλαγή και με τη συναλλαγματική

ισοτιμία του νομίσματος της χώρας σε σχέση με τη δραχμή. Από την 1η Ιανουαρίου

2001, που η χώρα μας μπήκε πλέον στο μεταβατικό στάδιο για την ένταξή της στην

ΟΝΕ και μέχρι το 2002, τα ερωτήματα που απασχολούν τους καταναλωτές είναι με

ποιο τρόπο θα γίνονται οι πληρωμές με τις πιστωτικές κάρτες αλλά και πόσο

χαμηλότερα θα διαμορφωθούν τα επιτόκια των καρτών.

Μικρές μειώσεις

Πολλοί είναι εκείνοι που περίμεναν με την έλευση του ευρώ η πτώση των

επιτοκίων να επηρεάσει και τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Όμως, αν και οι

τράπεζες η μια μετά την άλλη ανακοινώνουν την πτώση των επιτοκίων σε αρκετές

κατηγορίες προϊόντων, στην περίπτωση των πιστωτικών καρτών οι μειώσεις δεν θα

μπορούσαν να χαρακτηριστούν γενναίες. Η εκτίμηση αρκετών τραπεζών είναι ότι

αυτό θα γίνει σταδιακά, επειδή είναι αρκετά επισφαλείς για τις τράπεζες οι

πιστωτικές κάρτες. Έτσι, σήμερα, αν και τα επιτόκια των προσωπικών δανείων

έχουν φθάσει στα επίπεδα κάτω του 10%, τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών στην

πλειονότητά τους προσεγγίζουν το 16,5% – 17%.

Εντούτοις, παρά το αυξημένο κόστος τους και στην εποχή του ευρώ, οι πιστωτικές

κάρτες παραμένουν δημοφιλείς, αφού προσφέρουν στους χρήστες τους άμεση

ρευστότητα και δυνατότητα αγορών ακόμα και σε περιόδους που η αγοραστική τους

δύναμη είναι μειωμένη. Επίσης, οι κάτοχοί τους έχουν την ευκαιρία να

εκμεταλλευτούν τα προγράμματα άτοκων δόσεων με μόνη επιβάρυνση τη συνδρομή για

την κάρτα τους. Η εναλλακτική αυτή δυνατότητα κάνει τις πιστωτικές κάρτες

ελκυστικές παρά τα υψηλά επιτόκιά τους.

Οι νέες συνθήκες

Η μετάβαση στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα (ευρώ) δεν συνεπάγεται καμία σημαντική

αλλαγή για τους κατόχους των πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών. Οι συναλλαγές

κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο θα γίνονται σε δραχμές, αφού αυτό το νόμισμα

θα υπάρχει έως το 2002. Η νέα παράμετρος είναι ότι στις επιχειρήσεις με τις

οποίες θα συναλλάσσεται ο κάτοχος της κάρτας ενδέχεται να κληθεί να υπογράψει

απόδειξη αγοράς σε ευρώ. Όμως, όποια και αν είναι η νομισματική μονάδα

συναλλαγής, η χρέωση θα γίνει στη νομισματική μονάδα στην οποία ο κάτοχος της

κάρτας διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό (εφόσον είναι συνδεδεμένη με τραπεζικό

λογαριασμό). Δηλαδή, αν ο λογαριασμός που διατηρεί ο κάτοχος της κάρτας είναι

σε δραχμές, θα εξακολουθήσει να πληρώνει σε δραχμές και απλώς η πίστωση της

κάρτας που διαθέτει θα αναγράφεται και σε ευρώ. Όλα αυτά έως το 2002, οπότε

και θα κυκλοφορεί μόνο το ευρώ.

Από φέτος, που η Ελλάδα συμμετέχει στη ζώνη του ευρώ, παύει να υφίσταται ο

συναλλαγματικός κίνδυνος, καθώς το ευρώ αποτελεί το επίσημο νόμισμα της χώρας

και η δραχμή υποδιαίρεσή του με σταθερή και αμετάκλητη τη μεταξύ τους

ισοτιμία. Έτσι, κατά την περίοδο αυτή μπορείτε να εκτελείτε πληρωμές με τις

πιστωτικές σας κάρτες σε όποια χώρα της ζώνης του ευρώ και αν βρίσκεστε, χωρίς

να επιβαρύνεστε με επιπλέον κόστος από τις ισοτιμίες των νομισμάτων.

Τα ποσά θα μετατρέπονται αυτόματα από την τράπεζα με τις σταθερές τιμές

μετατροπής και θα χρεώνονται ή θα πιστώνονται χωρίς καμία επιβάρυνση στον

λογαριασμό σας στο εθνικό νόμισμα και στην προκειμένη περίπτωση σε δραχμές.

Η προστασία των καταναλωτών

Αυτό που οι καταναλωτές θα πρέπει να γνωρίζουν είναι ότι κατά τον σχεδιασμό

της μετάβασης στο ευρώ ελήφθησαν ιδιαίτερα μέτρα για την προστασία των

συμφερόντων τους. Οι μετατροπές των τιμών σε ευρώ των προϊόντων, των

εμπορευμάτων και των υπηρεσιών θα πρέπει να γίνονται με τις σταθερές τιμές

μετατροπής μεταξύ του εθνικού νομίσματος και του ευρώ χωρίς επιπλέον

επιβαρύνσεις.

Επίσης, ισχύει η αρχή της συνέχειας των συμβάσεων, ώστε να αποτραπεί

οποιαδήποτε μονομερής απόπειρα χρησιμοποίησης του ευρώ ως δικαιολογίας για

αλλαγές ή καταγγελίες ισχυουσών συμβάσεων.

Στις αποδείξεις από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας υπάρχει πλέον διπλή

αναγραφή των τιμών προκειμένου να εξοικειωθεί το κοινό με τις νέες αξίες και

να αποφευχθούν φαινόμενα αύξησης των τιμών κατά τη μετατροπή τους σε ευρώ.