|
|
Κρατούνται στα σωφρονιστικά καταστήματα «προς συμμόρφωσιν και
παραδειγματισμόν» αλλά ανεβαίνουν ένα-ένα τα σκαλοπάτια του εγκλήματος όπου
και… σταδιοδρομούν.
|
|
Κι αυτό δεν είναι πια μια θεωρητική ή φιλολογική επιστημονική παρατήρηση για
τους ανήλικους κρατουμένους της χώρας μας αλλά στατιστικό δεδομένο, απόρροια
μιας μεγάλης έρευνας που διενήργησε σε δύο φάσεις ο Τομέας Ποινικών Επιστημών
της Νομικής Σχολής Αθηνών, με τη συνδρομή της Επιτροπής Ερευνών του ίδιου
Πανεπιστημίου, στις φυλακές Ανηλίκων του Κορυδαλλού και της Κασσαβέτειας. Με
την επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής κ.
Νέστορα Κουράκη και τον συντονισμό της εγκληματολόγου κ. Φωτεινής Μηλιώνη,
τόσο η αρχική έρευνα όσο και η επανάληψή της κατέδειξαν «την απόλυτη
αναποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού μας συστήματος και την ανάγκη
αναζήτησης άλλων μεθόδων αντιμετώπισης της παραβατικότητας των ανηλίκων».
Στην πρώτη μεγάλη έρευνα που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1993 και ολοκληρώθηκε
τον Σεπτέμβριο του 1994, απάντησαν σε 94 καυτά ερωτήματα 156 ανήλικοι (το 84%
των τότε κρατουμένων) 149 αγόρια και 7 κορίτσια. Η επεξεργασία των
απαντήσεων και των στοιχείων έδωσε την παρακάτω γκρίζα εικόνα:
* Το 96,7 % των ανηλίκων, που βρίσκονταν στη φυλακή με ποινή στέρησης της
ελευθερίας πάνω από 2 χρόνια (60 συνολικά ανήλικοι), είχαν εγκλειστεί και πριν
σε σωφρονιστικό κατάστημα.
* Οι κρατούμενοι ανήλικοι απασχολούνται σε κάποια εργασία (έστω και
δευτερεύουσα) σε ποσοστό 58%, οι υπόλοιποι κυριολεκτικά «κάθονται, παίζουν
μπάλα ή κόβουν βόλτες παρά το γεγονός ότι το 63% απ’ αυτούς έχει έντονη
επιθυμία να εργασθεί.
* Μόνο ένας στους τρεις ανηλίκους παρακολουθεί μαθήματα σχολείου.
* Τα ναρκωτικά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των ανηλίκων κρατουμένων. Το
61% των ανηλίκων δοκίμασαν ναρκωτικά πριν από τον εγκλεισμό τους, το 37% απ’
αυτούς είχαν εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες με όλα τα συμπαρομαρτούντα
προκειμένου να εξασφαλισθεί η δόση κλοπές, διαρρήξεις φαρμακείων, πορνεία,
μικρεμπόριο ναρκωτικών, ακόμη και ληστείες.
* Πίσω από την παραβατικότητα και αργότερα την εγκληματικότητα των ανηλίκων,
υπάρχει συνήθως μια αδιάφορη, φτωχή κι αμόρφωτη οικογένεια. Είναι παιδιά που
έζησαν σε διαταραγμένο οικογενειακό περιβάλλον και απομακρύνθηκαν πρόωρα από
το σπίτι και το σχολείο. Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κυρίως σε υποβαθμισμένες
περιοχές της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς τους
αγράμματοι σε ποσοστό 46% (έναντι 8% του γενικού πληθυσμού), άτομα με
ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα και το 17% απ’ αυτούς δίχως σταθερό εισόδημα.
*Το 28% των ανηλίκων κρατουμένων έχασαν τον έναν τους γονιό έως τα δώδεκά τους
χρόνια ένα ποσοστό που αυξάνεται στο 39% λίγο πριν από τον εγκλεισμό τους
στη φυλακή.
*Αλλά ακόμη και όταν οι γονείς ζούσαν μαζί, διαπληκτίζονταν διαρκώς μεταξύ
τους (35%) και επέβαλλαν σωματικές τιμωρίες δίχως σοβαρή αιτία (32%). Το 27%
των παιδιών παρέμειναν αγράμματα αλλά και όσα πήγαιναν σχολείο το
αποστρέφονταν σε τέτοιο βαθμό που το 56% έμενε στην ίδια τάξη λόγω απουσιών.
*Από 13 χρόνων μπήκαν στη βιοπάλη, δούλευε μόνιμα το 51% και περιστασιακά το
34%, αλλάζοντας συχνά εργοδότη.
* Η πρώτη εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη ήρθε για τους ανήλικους κρατουμένους στην
τρυφερή ηλικία των 13-14 χρόνων. Στους πρώτους 10-12 μήνες του «σωφρονισμού»
τους, έχουν όλο τον χρόνο και όλες τις «ευκαιρίες» να γνωρισθούν με τον
κοινωνικό στιγματισμό και την απομόνωση, να υποστούν εξευτελισμούς και κάθε
είδους βιασμούς, να εξοικειωθούν με τα δρώμενα της φυλακής και να αποκομίσουν,
από άλλους εμπειρότερους, την αναγκαία «τεχνογνωσία του εγκληματείν». Σύντομα
από μαθητευόμενοι εξελίσσονται σε διδάκτορες του εγκλήματος και οι καταδίκες
που ακολουθούν δεν αφορούν πια σε μικροκλοπές αλλά σε ληστείες, ανθρωποκτονίες
ή βιασμούς.
Πέντε περίπου χρόνια μετά την ολοκλήρωση της πρώτης έρευνας, και συγκεκριμένα
από τον Μάιο του ’99 έως και σήμερα, μια μεγάλη ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής
πάντα τον καθηγητή Εγκληματολογίας κ. Νέστορα Κουράκη και συντονίστρια την
εγκληματολόγο κ. Φωτεινή Μηλιώνη, αναλαμβάνει το δυσκολότερο όλων έργο: Την
αναζήτηση των ανηλίκων που κατέθεσαν παλαιότερα κομμάτια της ψυχής τους και
τις «πλούσιες» εμπειρίες τους, πίσω από τα σίδερα του Κορυδαλλού και της
Κασσαβέτειας. Σκοπός της ερευνητικής προσπάθειας ήταν να διαπιστωθεί τι
απέγιναν οι συγκεκριμένοι ανήλικοι κρατούμενοι. Η δεύτερη φάση της έρευνας
διεξάγεται ήδη εδώ και ενάμιση χρόνο, η στατιστική επεξεργασία δεν είναι ακόμη
πλήρης αλλά τα πρώτα αποτελέσματα και συμπεράσματα των ειδικών επιστημόνων
καταδεικνύουν ότι «η διαδικασία προσαρμογής των ανηλίκων κρατουμένων στον
ιδρυματικό υποπολιτισμό της φυλακής δυσχέρανε ή κατέστησε αδύνατη την
κοινωνική τους (επαν)ένταξη μετά την αποφυλάκισή τους, με αποτέλεσμα, εξαιτίας
του στιγματισμού, της έλλειψης βοήθειας από το περιβάλλον τους και την
Πολιτεία αλλά και του ενστερνισμού προτύπων εγκληματικής συμπεριφοράς από τους
ίδιους τους κρατουμένους, να οδηγηθούν και πάλι στη διάπραξη αξιόποινων
πράξεων…»
Παρά τις μεγάλες δυσκολίες ανεύρεσης των παλαιών κρατουμένων λόγω αλλαγής
διευθύνσεων μετά την αποφυλάκιση αλλά και μη τήρησης εμπεριστατωμένων αρχείων
από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς οι ερευνητές κατόρθωσαν να εντοπίσουν
και να μιλήσουν με τους 103 από τους 156 ανήλικους κρατουμένους του ’94.
Δυστυχώς, οι 44 βρίσκονταν και πάλι στη φυλακή αυτή τη φορά στις
σκληρότερες, των ενηλίκων και οι υπόλοιποι 59 εκτός φυλακής. Οι πληροφορίες
για δώδεκα ακόμα συνολικά άτομα συγκεντρώθηκαν μέσω τρίτων συγγενών ή
γνωστών τους. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν ζουν πλέον, κάποιοι άλλοι νοσηλεύονται σε
ψυχιατρείο και κάποιοι, εμφανώς πιο τυχεροί, ζουν στο εξωτερικό! Τα ίχνη των
υπολοίπων 41 έχουν χαθεί…
«Από την επεξεργασία των πρώτων στοιχείων της έρευνας, προκύπτει δυστυχώς ότι
ένας μεγάλος αριθμός περίπου το 1/3 των ανηλίκων κρατουμένων είχε
προβλήματα με τον νόμο μετά την αποφυλάκισή τους», εξηγεί ο κ. Νέστορας
Κουράκης. «Μόνο ένας από τους 44 που εντοπίσαμε και πάλι στη φυλακή, εκτίει
ποινή που του είχε επιβληθεί πριν από το ’93. Οι νεαροί αυτοί με το ιδρυματικό
παρελθόν, εμφανίζονται να είναι πολυ-υπότροποι (έχουν εκτίσει περισσότερες
ποινές μετά την αποφυλάκιση του ’93) και διαπράττουν συνήθως παραβάσεις για
τις οποίες δεν απειλούνται με ποινές μεγάλης διάρκειας κυρίως κλοπές. Αλλά
υπάρχουν και τρεις νεαροί που τα εγκλήματά τους συντάραξαν την κοινή γνώμη και
αξίζει να τύχουν ειδικότερης επιστημονικής ανάλυσης…».
Το πρώτο διάστημα μετά την αποφυλάκιση ήταν καθοριστικό για τη μελλοντική
εγκληματική σταδιοδρομία των υπότροπων νεαρών που φαίνεται «να επανεγκλείονται
με γεωμετρική ταχύτητα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός νεαρού που
συναντήσαμε στη φυλακή, αποφυλακίστηκε και σε 15 ημέρες τον ξανασυναντήσαμε σε
άλλη φυλακή, υπόδικο, για μια νέα αξιόποινη πράξη».
Οι περισσότεροι από τους σημερινούς έγκλειστους δείχνουν «ιδρυματοποιημένοι»
και μάλλον παραιτημένοι από κάθε προσπάθεια επανένταξης. Αισθάνονται οικεία
στο περιβάλλον της φυλακής και η κράτησή τους μοιάζει «φυσιολογικό και
αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους». Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι ότι
πολλοί και από τους 59 νεαρούς που συναντήθηκαν με τους ερευνητές εκτός
φυλακής σε καφετέριες, μπαράκια ή κινηματογράφους δήλωσαν ότι είχαν
προβλήματα με τον νόμο μετά την αποφυλάκισή τους ή διέπραξαν εγκληματικές
πράξεις αλλά δεν υπέπεσαν στην αντίληψη των διωκτικών αρχών και επομένως
δεν… συνελήφθησαν. Κάποιοι απ’ αυτούς προσπαθούν να ισορροπήσουν στην
ελευθερία. Αρκετοί, κατάφεραν να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά, έχουν
δημιουργήσει οικογένεια και ζουν μια φυσιολογική ζωή. Οι περισσότεροι
εξομολογούνται την προσπάθειά τους να απεξαρτηθούν από τις ναρκωτικές ουσίες.
Και αρκετοί φαίνεται να προσπαθούν ακόμα να βρουν εκείνον τον «περίεργο» δρόμο
που οδηγεί στην επανένταξη αλλά κανένας χάρτης δεν περιέχει…
«Αύριο αν δεν βρω χρήματα θα είμαι πάλι μέσα…»
|
| Ανήλικοι κρατούμενοι. Μέσα από τα σίδερα εκπαιδεύονται σταδιακά και από μαθητευόμενοι γίνονται διδάκτορες του εγκλήματος. Το 33% των ανηλίκων, που αποφυλακίζονται, επιστρέφουν σε χρόνο ρεκόρ στη φυλακή (των ενηλίκων αυτή τη φορά) για σοβαρότερα αδικήματα
|
Αποσπάσματα από τις εξομολογήσεις των νεαρών πρώην και νυν κρατουμένων…
Ορέστης. Ετών 21. Τσιγγάνος, κατοικεί στη Θήβα με τη μητριά, τον πατέρα και τα
αδέρφια του. Δεν έχει γνωρίσει τη φυσική του μητέρα. Έμαθε να διαβάζει,
«ενώνοντας ένα προς ένα τα γράμματα…». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση για βαριά
σωματική βλάβη. Αποφυλακίστηκε με όρους, έπειτα από δύο χρόνια.
Η φυλακή: «… είναι μεγάλη εμπειρία. Μπαίνει στο μυαλό σου. Δεν ξεκολλάει.
Πολύ άσχημη κατάσταση… Στέλνοντάς μας στη φυλακή νομίζουν ότι κάνουν καλό.
Αλλά είναι αντίστροφη μέτρηση. Δεν μας βάζουν μυαλό… Και όταν βγεις δεν σε
βοηθούν, σε αφήνουν πίσω. Τότε θα πας να κλέψεις… Η φυλακή σε κάνει άγριο,
χειρότερο…».
Η δουλειά: «Δεν μπορείς να βρεις δουλειά. Δεν θα δουλέψει όμως το ποινικό
μητρώο. Εγώ θα δουλέψω…».
Φοίβος, 21 ετών. Παιδί πολυμελούς οικογένειας με προβλήματα με τον νόμο
στο παρελθόν. Από τα 16 του μπαινοβγαίνει στα σωφρονιστικά καταστήματα, όπου
δεν κάνει… τίποτα! Είναι ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους. Έχει ελάχιστες
αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία θεωρεί ότι πέρασε όλη του τη ζωή στη
φυλακή: «Ένιωσα πώς είναι να είσαι χαρούμενος, ξένοιαστος και ευτυχισμένος,
μόλις πέρυσι, σε ηλικία 20 ετών, όταν έκανα για πρώτη φορά διακοπές…».
Το πρόβλημά του: «είναι ένα, μόνο ένα, η φυλακή με έκανε… τεμπέλη!».
Παραμένει άπραγος, δεν παλεύει και ιδιαίτερα την επαγγελματική του
αποκατάσταση «με σύστησαν σ’ ένα κατάστημα, μόλις το αφεντικό είδε αυτά(τις
χαρακιές από ξυράφι στα χέρια του) με έδιωξε χωρίς δεύτερη κουβέντα…».
Δεν θέλει να κάνει όνειρα για το μέλλον ο Φοίβος «για το σήμερα ζω. Τι
όνειρα να κάνω… Σήμερα είμαι ελεύθερος, αύριο αν δεν βρω τα χρήματα (σ.σ.:
για να κλείσει τις δικαστικές του εκκρεμότητες) θα είμαι πάλι μέσα…».
Βασίλης, ετών 22. Φυλακίστηκε για κατοχή κλεμμένης μηχανής μεγάλου
κυβισμού. Η φυλακή τον εκπαίδευσε στην τεμπελιά και τα ναρκωτικά. Σήμερα
δουλεύει στο φανοποιείο του πατέρα του.
«… Δεν ξέρω ποιανού ήταν αλλά εγώ την είχα αγοράσει. Υπάρχει μεγάλη διαφορά,
ρε φίλε. Και μετά από κάνα δύο μέρες ήρθαν αυτοί και με πήραν στο Τμήμα… Δεν
συμφώνησα με την κατηγορία που μου απήγγειλαν, ήθελα λίγο χρόνο να βρω
εκείνους που μου πούλησαν κλεμμένο πράγμα, αλλά μάταια… Και ενώ πέρασα
αρκετές ώρες δεμένος σε μια καρέκλα, χωρίς να μου δώσουν ούτε ένα ποτήρι νερό,
με έβαλαν μέσα σε ένα δωμάτιο που οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με αίματα, μια
αίθουσα βρώμικη και εκεί ξεκίνησε ο προσωπικός μου εξευτελισμός…. Με
βαρούσαν συνεχώς και να φανταστείς ότι… Και μόλις βρήκα το κουράγιο να
μιλήσω στον πατέρα μου, να του δείξω τις μελανιές, ήμουν κιόλας στη φυλακή.
Εκεί έμαθα να είμαι ψυχρός. Δεν ήθελα να με βλέπουν να κλαίω γιατί θα με
περνούσαν αδύναμο…».
Λευτέρης. Τοξικομανής, τρόφιμος και πάλι, αυτή τη φορά σε φυλακή
ενηλίκων. Παιδί του δρόμου, δεν γνώρισε ποτέ οικογένεια και πέρασε από όλα τα
αναμορφωτικά ιδρύματα της χώρας. Εκεί εκπαιδεύτηκε ώστε να υπερηφανεύεται ότι
κατέχει τα πρωτεία της τέχνης του εγκληματείν… Είναι εξοικειωμένος με το
περιβάλλον της φυλακής που την ευγνωμονεί γιατί του παρέχονται όλα τα
απαραίτητα προς το ζην: «… οι χειμώνες περνούν εύκολα, μόνο τα καλοκαίρια
είναι μεγάλα»! Πώς περνάει τον χρόνο του ο Λευτέρης; «Μαθαίνω το μεγάλο κόλπο.
Την επόμενη φορά θα είμαι πιο τυχερός…». Αδράνεια, παθητικότητα, αδιαφορία,
με αυτά τον προίκισε η φυλακή.
Κώστας, 22 χρόνων. Πήγε στο ραντεβού με τον ερευνητή, με τη φίλη του
που τον βοηθά να στηριχθεί στα πόδια του. Στόχος τους, «να μαζέψουμε χρήματα,
να αφαιρέσουμε τα τατουάζ από το σώμα του Κώστα. Δεν τον εμπιστεύονται όπου
πάει να βρει δουλειά…», εξομολογείται εκείνη. Εκείνος θέλει να βρει δουλειά,
αλλά δεν ξέρει πώς να ντυθεί, πώς να κινηθεί, από 13 χρόνων είναι στη
φυλακή… Από τα ναρκωτικά μάλλον δεν ξέκοψε, πηγαινοέρχεται στην Ομόνοια, τον
πλησιάζουν διάφοροι, αλλά αυτός αντιστέκεται, λέει, ακόμα…
Η ζωή στη φυλακή «… είναι μονότονη» λέει η φίλη του. «Μια φορά έκανε μια
χαρακιά στο χέρι για να μπει μια μέρα στο νοσοκομείο, πέντε μέτρα παρακάτω,
για να αλλάξει περιβάλλον… Για μια μέρα! Το πιστεύεις;».
Αργά τη νύχτα, μετά το ραντεβού με τον ερευνητή, ο Κώστας έφυγε για μια βόλτα
στην Ομόνοια…
Βαγγέλης, ετών 24. Το βράδυ πριν το ραντεβού γυρνούσε στις πλατείες κι
όταν ξημέρωσε θυμήθηκε πως κάποιος ήθελε να ακούσει την ιστορία του. Ευθύς εξ
αρχής δήλωσε «είμαι δυνατός χαρακτήρας. Τώρα πια μπορώ να αντιμετωπίσω τα
πάντα. Τίποτα δεν με τρομάζει…».
Ο φίλος του, ο Αντώνης, τον βοήθησε μετά την αποφυλάκισή του να βρει σπίτι, να
το επιπλώσει, να βάλει λίγο τη ζωή του σε τάξη. Μετά εκείνος πέθανε. Ύστερα
είχε ένα ατύχημα ο ίδιος κι έμεινε μήνες στο νοσοκομείο. Όταν βγήκε βρήκε το
σπίτι κλειστό, ο ιδιοκτήτης είχε κρατήσει τα έπιπλά του, έναντι των ενοικίων
που χρωστούσε. Βρέθηκε στον δρόμο. Κάποια στιγμή, τον «αδίκησαν», ξέσπασε και
βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, όπου αυτή τη φορά προσπάθησε να μην έχει σχέσεις
με τους συγκρατουμένους του και έκανε διαρκώς γυμναστική. Αποφυλακίστηκε και
πάλι. Αλλά προτιμά να μένει σε παγκάκια και πλατείες παρά σε φθηνά ξενοδοχεία.
Προσπαθεί να βρει και δουλειά αλλά είναι δύσκολο για κάποιον που δεν έχει
στέγη. Κάποια στιγμή, μπορεί να ξαναβρεθεί στη φυλακή αλλά προσωρινά είναι
ελεύθερος…


