Είναι νέοι, είναι οι άνθρωποι που θα αναζητήσουν μια θέση στην αγορά εργασίας

της Ενωμένης Ευρώπης του αύριο, είναι όμως εκείνοι με τις λιγότερες

δυνατότητες, συγκριτικά. «Νέους χωρίς προσόντα» τους ονομάζουν κοινωνιολόγοι

και ερευνητές από την Ελλάδα, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Φινλανδία και την Κύπρο,

που τα τελευταία χρόνια μελετούν τα χαρακτηριστικά και τις συνθήκες στις

οποίες ζουν και αναζητούν μοντέλα και πρότυπα για την κατάρτισή τους.

Ο αριθμός των παιδιών «χωρίς προσόντα» στην Ελλάδα δεν έχει καταγραφεί.

Υπολογίζεται όμως ότι το 44,2% των μαθητών ηλικίας 17 ετών έχουν παρατήσει το

σχολείο -ποσοστό πολύ υψηλό, αν το συγκρίνει κανείς με τον μέσο όρο του 16,3%

που ισχύει για το σύνολο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Δεν υπάρχει ένας σαφής ή νομικά κατοχυρωμένος ορισμός για το τι σημαίνει

«νέος χωρίς προσόντα». Συνήθως είναι τα παιδιά που εγκαταλείπουν τις σπουδές

πριν ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, πριν αποκτήσουν κάποιο

πιστοποιητικό κατάρτισης», αναφέρει ο κ. Νίκος Βούζας, ερευνητής στο Εθνικό

Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και ένας από τους επιστήμονες που συμμετέχουν

στη συγκεκριμένη έρευνα.

Πέντε χώρες, η Ελλάδα, το Βέλγιο, η Φινλανδία, η Δανία και η Κύπρος, και

τέσσερα πανεπιστημιακά ιδρύματα ασχολούνται με το θέμα των νέων χωρίς

προσόντα.

Η ελληνική ερευνητική ομάδα, η οποία έχει αναλάβει συντονιστικό ρόλο στο

σχετικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (πρόγραμμα

Leonardo Da Vinci), αποτελείται από επιστήμονες του Ινστιτούτου Κοινωνικής

Πολιτικής του ΕΚΚΕ, με επικεφαλής τον διευθυντή του κ. Δημήτρη Καραντινό.

Ερευνητικές ομάδες

Χθες οι ερευνητικές ομάδες όλων των χωρών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα

συναντήθηκαν σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, προκειμένου να παρουσιάσουν

την κατάσταση σε καθεμία από τις χώρες ξεχωριστά, να συζητήσουν τα βασικότερα

συμπεράσματα και να καταλήξουν στον σχεδιασμό ενός νέου προτύπου οργάνωσης της

κατάρτισης που θα αφορά αποκλειστικά τους νέους χωρίς προσόντα.

Όπως προκύπτει από την τελική έκθεση των ερευνητικών αποτελεσμάτων, το

πρόβλημα εντοπίζεται εντονότερο στη Δανία όπου το 16% των νέων ηλικίας από 15

έως 19 ετών και το 24% των νέων ηλικίας από 20 έως 24 ετών ανήκουν στην

κατηγορία των παιδιών που θα ξεκινήσουν ή έχουν ξεκινήσει την ενήλικη ζωή τους

χωρίς επαγγελματικά προσόντα, χωρίς κατάρτιση. «Και στις πέντε χώρες που

εξετάστηκαν, η βασική πολιτική σχετικά με τους νέους χωρίς προσόντα ξεκινά με

στόχο να αποθαρρύνει την εγκατάλειψη του σχολείου και να ενθαρρύνει τα παιδιά

που έφυγαν νωρίς από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση να επιστρέψουν, αν όχι στα

σχολεία σε κάποια προγράμματα κατάρτισης που απευθύνονται ειδικά σε αυτή την

κατηγορία νέων.

Εκθέσεις

Στο Βέλγιο προσφέρονται προγράμματα υποχρεωτικής εκπαίδευσης μειωμένου

ωραρίου, στη Δανία ειδικές τάξεις που λειτουργούν ως «γέφυρες» με τη

δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στη Φινλανδία προβλέπεται η παράταση της

υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ενώ στην Ελλάδα λειτουργούν τα λεγόμενα σχολεία

δεύτερης ευκαιρίας».

Για καθεμία από τις χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, οι σχετικές εκθέσεις

καταλήγουν σε πολύ συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση του

προβλήματος. Για την Ελλάδα προτείνεται να συγχρονισθούν μεταξύ τους συστήματα

συνεχούς κατάρτισης, επαγγελματικής εκπαίδευσης και αρχικής κατάρτισης, να

ξεκαθαρισθούν οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες σε κάθε ένα από αυτά και να

οργανωθούν καλύτερα τα εθνικά σχέδια δράσης για την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

«Τα παιδιά να συμμετέχουν ενεργά στο πρόγραμμα»

Ο σχεδιασμός ενός προγράμματος κατάρτισης, που θα απευθύνεται σε νέους χωρίς

προσόντα, δεν είναι εύκολη υπόθεση κι αυτό το κατάλαβαν πολύ καλά οι ερευνητές

που ασχολήθηκαν με το θέμα. «Ένα τέτοιο πρόγραμμα», αναφέρεται στα

συμπεράσματα της σχετικής έρευνας, «θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στους

ίδιους τους νέους. Τα παιδιά θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά τόσο στον

σχεδιασμό όσο και την παρακολούθηση ενός προγράμματος κατάρτισης, να νιώθουν

πως το πρόγραμμα κατά κάποιον τρόπο τους ανήκει. Μόνον έτσι μπορούν να

«δεθούν»».

Επιπλέον, τα εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται σε νέους ανθρώπους

χωρίς προσόντα, θα πρέπει να συνδυάζουν μια σειρά υπηρεσιών, όπως η διορθωτική

εκπαίδευση και κατάρτιση, η συμβουλευτική και η καθοδήγηση, η εργασιακή

εμπειρία, η βοήθεια στην αναζήτηση δουλειάς. «Όλα αυτά θα πρέπει να είναι

οργανωμένα κατά τρόπο ευέλικτο, έτσι ώστε να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ιδιαίτερες

ανάγκες των συγκεκριμένων παιδιών, ώστε να μπορούν να παρακολουθήσουν την

εξέλιξή τους και πέρα από την κατάρτιση ή την εύρεση εργασίας».