Το εγκώμιο της σκιάς, που έγραψε ο Τανιζάκι στα 1933 (Εκδόσεις Άγρα,

μετάφραση Π. Ευαγγελίδης), είναι ένα δοκίμιο πάνω στις παραδοσιακές αξίες του

ιαπωνικού πολιτισμού.

Με τον δικό του ποιητικό τρόπο, ο Ιάπωνας συγγραφέας θυμάται την απόλαυση του

ανατολίτικου κόσμου της σκιάς, που χάνεται ολοένα, με την επικράτηση ενός

διαφορετικού τρόπου ζωής που αναφέρεται σε όλο πιο προφανείς και αστραφτερές

εικόνες. Ο Τανιζάκι ανακαλεί αυτά που χάθηκαν από τον κόσμο της σκιάς, τους

κήπους, τα ρούχα, ακόμα και τα πρόσωπα με τη σκοτεινή απόχρωση που λίμναζε στα

βάθη του δέρματος. Χωρίς να απορρίπτει χίλια πράγματα για τα οποία πρέπει να

είναι κανείς ευγνώμων στη δυτική κουλτούρα, αναπολεί την απόλαυση που χαρίζει

«ο ελάχιστος ίσκιος ενός σύννεφου», τη μαγεία του ομιχλώδους κόσμου των

σκιών και το βαθιά κρυμμένο φως στο χρυσό χρώμα των πετασμάτων ή των θυρών,

που τραβούσε την απέραντα μακρινή αιχμή από το φως του κήπου για να το στείλει

πάλι πίσω σαν φέγγος ονειρικό.

Η σκιά, αποτέλεσμα της συνάντησης του φωτός με συγκεκριμένα εμπόδια, ανοίγεται

στον κόσμο του μεταβατικού, δίνει σχήμα στο άμετρο, εξανθρωπίζει το άπειρο,

μετράει το χρόνο και γράφει στη γη τη γεωμετρία του ήλιου. Στη δική μας

παράδοση, παραπέμπει σε συνειρμούς που αναφέρονται στον υπαίθριο βίο των

Ελλήνων, σε σχέσεις προαιώνιες με το λιοπύρι και τη δροσιά.

Με τα δικά μας δεδομένα, κλίματος, τοπίου, γενικά «τόπου», η σκιά αποτελεί ένα

εργαλείο για την αρχιτεκτονική. Κι όμως, η έλλειψη σκιερών περιοχών

χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο τις κατασκευές και τα προγράμματα των

δημοσίων ή ιδιωτικών έργων στην Ελλάδα. Υπάρχει διάχυτη η τάση για όλο και

περισσότερες κλιματιζόμενες κλειστές διαδρομές ή εσωτερικούς καθιστικούς

χώρους, στρωμένους συνήθως με μοκέτα, ακόμα και σε συγκροτήματα που

λειτουργούν μόνο το καλοκαίρι. Ενδεικτική αυτής της νοοτροπίας είναι η πρόταση

για τη μείωση του ποσοστού ημιυπαίθριου χώρου που προέβλεπε ο Γενικός

Οικοδομικός Κανονισμός από 40% σε 20% της συνολικής επιφάνειας του κτίσματος.

Κι όμως, αυτό που μας ευφραίνει στους τόπους που επιθυμούμε να επιστρέφουμε,

είναι σε μεγάλο βαθμό το καταφύγιο της σκιάς, το ημίφως μαζί μ’ εκείνο το

αεράκι που, ακόμα και μέσα στο λιοπύρι, δροσίζει συχνά αυτούς τους μοναδικούς

χώρους μετάβασης, που μας έλκουν μαζί με την πυκνή σκιά των δέντρων ­

«νησιά δροσιάς στη μέση της φλεγόμενης μέρας».

Ας θυμηθούμε τις στοές, τις σκεπαστές διαδρομές, τα βαθιά υπόστεγα, στους

οικισμούς, στα μοναστήρια και στις πλατείες, τα σκιερά στεγάδια, που

παρεμβάλλονται ανάμεσα στους κλειστούς χώρους, την ιδιαίτερη ποιότητα που

αποκτά το παλλόμενο φως όταν φιλτράρεται από τα φυλλώματα των δέντρων ή από τα

αναρριχώμενα φυτά, που στεγάζουν τις αυλές στα μοναστήρια και στα σπίτια. Ας

θυμηθούμε τους σκιερούς τόπους των παιδικών μας χρόνων, τα δέντρα που

αγαπήσαμε, πλατάνια, ελιές, πεύκα, που στέγασαν τα παιχνίδια μας, την απόλαυση

της ξενοιασιάς, μνήμες ανάμεικτες με τις μυρωδιές από τα φυλλώματα, τα

γιασεμιά και τ’ αγιοκλήματα του κήπου μας.

Η σύζευξη της σκιάς με τον κατοικημένο χώρο είναι πανάρχαια στον τόπο μας.

Στην πέμπτη ραψωδία της Οδύσσειας (Εκδόσεις Στιγμή, μετάφραση Δ. Μαρωνίτη) ο

Όμηρος περιγράφει με ακρίβεια έναν τόπο σκιερό, στο νησί της Καλυψούς, όπου

έφτασε ο θεός Ερμής: «Όμοιος με γλάρο κι ο θεός Ερμής φάνταζε καβαλάρης των

αμέτρητων κυμάτων». Η κατοικία της Καλυψούς, μια βαθιά και φαρδιά σπηλιά

ανάμεσα στα μαλακά λιβάδια με τις άγριες βιολέτες και τα άγρια σέλινα: «Κι

ένας θεός αν έρχονταν εδώ, κοιτάζοντας αυτό της ομορφιάς το θαύμα,

θα γέμιζε αγαλλίαση η ψυχή του».

Ένας τόπος που ευφραίνει όλες τις αισθήσεις: Την όσφρηση: μοσκοβολιές του

κέδρου και της θούγιας που καίγονταν στη φωτιά. Την ακοή: το τραγούδι της

καλλίκομης νεράιδας που ύφαινε στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα και έξω

από τη σπηλιά: «Τέσσερεις κρήνες στη σειρά να τρέχουν, στο πλάι η

μια της αλληνής κι όμως η καθεμιά αλλού το γάργαρο νερό της να ξεδίνει».

Τη γεύση: «άφθονη αμβροσία για φαΐ, κόκκινο νέκταρ για κρασί».

Την όραση και την αφή: την οπτική και απτική σχέση με τα πράγματα, τη σκιά και

το φως όπως συμπλέκονται, στους βιωμένους χώρους: «Κι εκεί μπροστά να

περιβάλλει τη βαθιά σπηλιά μια νιούτσικη και καρπερή κληματαριά,

σταφύλια φορτωμένη».

Τα δέντρα καταφύγια σκιάς και οικειότητας τα κοίταξαν με αγάπη οι ποιητές όλου

του κόσμου. Στα «ποιήματά» τους, είτε με λόγια, είτε με έργα, τα δοξάσανε.

Είδανε σ’ αυτά εκείνες τις ποιότητες, που αναδύονται όταν υπάρχουν ρίζες βαθιά

στη γη και φυλλώματα που δείχνουν τον ουρανό. Ο Παπαδιαμάντης, για το

αγαπημένο δέντρο των παιδικών του χρόνων, μια βασιλική δρυ, γράφει: «το

περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον… Και

ήτον, εκείνη, άνασσα του δρυμού δέσποινα καλλονής,

βασίλισσα της δρόσου».

Η Σουζάνα Αντωνακάκη είναι αρχιτέκτονας.