Διαφορετική προσέγγιση κάθε εταιρείας ξεχωριστά, ανεξαρτήτως κλάδου, διατήρηση

υψηλών ποσοστών σε κλάδους τηλεπικοινωνιών και ενέργειας, αλλά και σε

εταιρείες που σχετίζονται με αυτούς, όπως και στροφή σε ευρωπαϊκές μετοχές

είναι οι «πρώτες βοήθειες» που σκέφτονται αυτή τη στιγμή οι θεσμικοί επενδυτές

για να αντισταθμίσουν τις απώλειες από την αρχή του έτους. Πάντως, δεν

διστάζουν να εκφράζουν την αισιοδοξία τους για την πορεία της αγοράς, η οποία

θα είναι καταλυτική για την επίτευξη κερδών στα χαρτοφυλάκιά τους. Η κρίση στο

Χρηματιστήριο χτύπησε, όπως ήταν φυσικό, τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια

εσωτερικού. Όμως, κατά μέσο όρο οι απώλειές τους το πρώτο εξάμηνο του έτους

ήταν μικρότερες από εκείνες του γενικού δείκτη τιμών μετοχών. Οι απώλειες του

Γενικού Δείκτη ήταν 30,03% και οι μέσες απώλειες των μετοχικών αμοιβαίων

κεφαλαίων ήταν 25,2%. Έτσι, πρωταρχικός στόχος των θεσμικών επενδυτών και

ειδικότερα των διαχειριστών αμοιβαίων κεφαλαίων μετοχικών εσωτερικού είναι να

αντισταθμίσουν τις απώλειες των χαρτοφυλακίων τους κατά το δεύτερο εξάμηνο του

έτους. Πώς, όμως, πρόκειται να επιτευχθεί αυτό;

Μόνο μικροποσά

Μιλώντας στα «ΝΕΑ» επικεφαλής εταιρειών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων,

τόνισαν ότι δεν μπορούν να γίνουν θαύματα και ο μοναδικός τρόπος για να

καταγραφούν κέρδη στα χαρτοφυλάκια των αμοιβαίων κεφαλαίων είναι η βελτίωση

του κλίματος στο Χρηματιστήριο, η άνοδος των τιμών και η αύξηση του τζίρου.

Όπως εξήγησαν, ήδη τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια εσωτερικού είναι κατά μέσον

όρο τοποθετημένα στο Χρηματιστήριο κατά 85% και διατηρούν ρευστότητα σε

ποσοστό 15%. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε κεφάλαια περίπου 500 δισ. δραχμών,

τα οποία, όμως, δεν μπορούν να διοχετευθούν στην αγορά απότομα, καθώς δεν

υπάρχει βάθος στη ρευστότητα, λόγω του μικρού ημερήσιου τζίρου. Συνεπώς, και

να επιθυμεί ο διαχειριστής την τοποθέτηση κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο, τη

στιγμή αυτή δεν μπορεί να το κάνει. «Μόνο μικροποσά μπορούμε να επενδύουμε

αυτή τη στιγμή», είπε ένας διαχειριστής χαρακτηριστικά. Τα αμοιβαία κεφάλαια,

σε αντίθεση με τις εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, προσαρμόζουν την

επενδυτική τους πολιτική με βάση το ταμείο, καθώς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη

τους τις εισροές και τις εκροές. Ύστερα από τις εκροές συνολικού ποσού 50 δισ.

δραχμών την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου, σήμερα η πίεση φαίνεται ότι έχει

εκτονωθεί.

Ο Νίκος Μυλωνάς

Ο διευθυντής επενδύσεων του ομίλου Ασπίς, καθηγητής κ. Νίκος Μυλωνάς, τόνισε

χθες στα «ΝΕΑ» ότι «στόχος των θεσμικών επενδυτών είναι να καταγράψουν κέρδη

στο δεύτερο εξάμηνο του 2000. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με αναστροφή του

κλίματος, δηλαδή με αύξηση του τζίρου και με άνοδο των τιμών. Χωρίς να αλλάξει

η ψυχολογία δεν μπορούν να γίνουν θαύματα, καθώς οι τεχνικές που

χρησιμοποιούνται μπορούν να αυξήσουν τις αποδόσεις και να μειώσουν τον κίνδυνο

μέχρις ενός βαθμού. Από εκεί και ύστερα χρειάζεται και η βοήθεια από την

αγορά». Ο κ. Μυλωνάς διατύπωσε την αισιοδοξία του για την αγορά και επεσήμανε

ότι «σήμερα εμφανίζονται σημαντικά ελκυστικοί κλάδοι, όπως είναι εκείνοι των

τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας, όπου αναμένεται η απελευθέρωσή τους. Αυτό

που χρειάζεται σήμερα είναι να γίνει διαφορετική προσέγγιση για κάθε εταιρεία,

ανεξαρτήτως κλάδου, να εντοπιστούν οι ικανότητές της και οι διαφορές της από

τις άλλες και να στραφούν περαιτέρω οι θεσμικοί σε ευρωπαϊκές αξίες».