Το εφιαλτικό σκηνικό, που κάποιοι άλλοι έστησαν ερήμην του στα παιδικά του

χρόνια και τον έχρισαν «πρωταγωνιστή», προσπάθησε να ανατρέψει μεγαλώνοντας ο

Βασίλης Μουζακίτης, ελπίζοντας πως δημιουργώντας τη δική του οικογένεια θα

καταφέρει να ισορροπήσει και να καλύψει τα συναισθηματικά του κενά.

Βασίλης Μουζακίτης. Άτομο μειωμένου καταλογισμού τον έκριναν οι δικαστές του

Εφετείου καταδικάζοντάς τον σε ποινή κάθειρξης 25 ετών για τη δολοφονία της

συζύγου και της πεθεράς του μέσα στο Νοσοκομείο Σωτηρία

Το φορτίο που κουβαλούσε ήταν βαρύ. Παιδί χωρισμένων γονιών, μετρούσε μικρές

στιγμές ευτυχίας στα χρόνια που μοιράστηκε με τον αγαπημένο του παππού. Ό,τι

έχει να θυμάται πριν και μετά είναι στίγματα κακοποίησης από τον πατέρα και τη

νέα του γυναίκα, αλλά και από τη μάνα που η ζωή της ήταν ένα διαρκές

«πήγαινε-έλα». Αναζητούσε λίγη αγάπη, περίσσευμα φροντίδας. Βρήκε ψυχές

ερμητικά κλειστές και κατέληξε σε Ίδρυμα να μετρά τις πληγές του. Σωματικές

και όχι μόνον… Ο μεγαλύτερός του φόβος ήταν να μην καταλήξει σε ψυχιατρείο.

Όσο για τη ρετσινιά τού τρελού που του είχαν κολλήσει, την είχε πια συνηθίσει.

Μέχρι που γνώρισε τη Δέσποινα. Δεν το πολυσκέφθηκαν, παντρεύτηκαν και

δημιούργησαν οικογένεια. Πίστεψε πως είχε φθάσει γι’ αυτόν ο καιρός να πάψει

να παλεύει με τον κόσμο και να δώσει όση αγάπη τού στέρησαν οι δικοί του στο

παρελθόν, στα παιδιά του.

Στο μυαλό του είχε στήσει το δικό του σκηνικό αυτήν τη φορά, με χρώματα

φωτεινά. Πολύ σύντομα όμως, οι ισορροπίες και πάλι ανατράπηκαν. Η σύζυγός του,

Δέσποινα Κότση, δεν άντεχε να μοιράζεται μαζί του τη ζωή της. Προσπάθησε να

φύγει από κοντά του. Εκείνος ένιωσε πως χάνει τον τελευταίο άνθρωπο που

αγάπησε.

Και τότε ήταν που αντέδρασε με τρόπο ακραίο και βίαιο. Τη βία που για χρόνια

εισέπραττε, τη διοχεύτευσε σε ό,τι αγάπησε, παρατήρησε μία ψυχολόγος.

Ηταν μεσημέρι της 9ης Δεκεμβρίου 1996, όταν με μία καραμπίνα μπήκε στον θάλαμο

160 της Θωρακοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Σωτηρία, όπου νοσηλευόταν

η σύζυγός του, την οποία ο ίδιος είχε τραυματίσει με μαχαίρι μία ημέρα πριν,

και την πυροβόλησε δύο φορές. Στη συνέχεια, έστρεψε το όπλο εναντίον της

πεθεράς του Μαρίας Κότση, την οποία πυροβόλησε τέσσερις φορές. Τη θεωρούσε

υπεύθυνη γιατί τον εγκατέλειψε η Δέσποινα, ενώ ισχυρίστηκε ότι την εξωθούσε

στην πορνεία.

Κουβέντες βαριές, που ίσως να δημιούργησε το σαλεμένο του μυαλό ή η εναγώνια

προσπάθειά του να βρει άλλοθι στο διπλό φονικό που προκάλεσε. Οι δικαστές του

Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Χαλκίδας δεν πίστεψαν τον υπερασπιστικό του

λόγο. Τον έκριναν ένοχο χωρίς κανένα ελαφρυντικό, καταδικάζοντάς τον δύο φορές

σε ισόβια κάθειρξη.

Και χθες, ο 27χρονος κατηγορούμενος ήταν πάλι αντιμέτωπος με τους δικαστές του

Εφετείου. Τους διηγήθηκε την προσωπική του ιστορία από την αρχή μέχρι το

τέλος. Εκείνοι, με τη σειρά τους, βαδίζοντας στα χνάρια που άφηνε κάθε του

λέξη έφθασαν στο συμπέρασμα πως ο άνθρωπος που είχαν απέναντί τους ήταν

μειωμένου καταλογισμού. Και έτσι τον έκριναν κατά πλειοψηφία (6-1) τιμωρώντας

τον με συνολική κάθειρξη 25 ετών, ποινή που ήταν γι’ αυτόν ανάσα ζωής.

«Δεν ήθελα να τις σκοτώσω, είπε απολογούμενος ο κατηγορούμενος. Ήθελα μόνο να

τις τρομάξω, γιατί με είχαν πονέσει πολύ. Η πεθερά μου έβγαλε το σίδερο από το

κρεβάτι του νοσκομείου και με κτύπησε στο κεφάλι. Η Δέσποινα μού είπε ότι θα

με κλείσει σε ψυχιατρείο και θα μου πάρει τα παιδιά. Τρελάθηκα. Πήρα την

καραμπίνα για να τις τρομάξω. Από ‘κεί και πέρα δεν θυμάμαι τίποτα. Μόνο το

“μπαμ”…».

Μόλις κατάλαβε ότι τα ισόβια δεσμά είχαν «σπάσει», γύρισε προς τους δικαστές

και τους είπε: «Σας ευχαριστώ. Δεν θα σας απογοητεύσω». Και ο πρόεδρος του

δικαστηρίου διατύπωσε μεγαλόφωνα την αγωνία όλων των παραγόντων της δίκης

κάνοντας μία ευχή: «Μακάρι τα παιδιά σας να μη βρεθούν στη θέση που βρίσκεστε

εσείς σήμερα…».