|
|
Το πολύ ωραίο σκίτσο του Στάθη, στα «ΝΕΑ» της περασμένης Τρίτης, που δείχνει
τον Αλβανό συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ να λέει στον μαχητή τού UCK «Ωραία: σήμερα
θα σε αποδοκιμάσω 15 φορές», απαντώντας στην προτροπή του τελευταίου «εγώ
λοιπόν θα σκοτώνω Σέρβους κι εσύ (Κανταρέ) θα αποδοκιμάζεις τις πράξεις μου»,
ενώ στη λίστα των μελλοθανάτων αναγράφονται «Σέρβοι, Τσιγγάνοι, Τούρκοι,
Σλαβόφωνοι, Μουσουλμάνοι του Κοσσυφοπεδίου…» (ως τα μελλοντικά θύματα) με
αναγκάζει να μιλήσω κάτι που ώς τώρα το απέφυγα για την κόντρα μου με τον
Αλβανό συνάδελφό μου.
Κατ’ αρχήν ο Κανταρέ (αξιολογότατος συγγραφέας το ταλέντο του οποίου είναι
αδιαμφισβήτητο όταν περιγράφει τη χώρα του πριν από το 1940) είναι το μοναδικό
παγκοσμίως παράδειγμα «αντικαθεστωτικού» συγγραφέα που αυτοεξορίστηκε όταν το
ολοκληρωτικό καθεστώς με το οποίο, υποτίθεται, διαφωνούσε, κατέρρευσε.
Φεύγει δηλαδή οριστικά από την Αλβανία το 1990 και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Μα
ήταν στ’ αλήθεια ποτέ «αντικαθεστωτικός», αφού ποτέ δεν είχε προβλήματα με το
καθεστώς του Χότζα; Και τα βιβλία του κυκλοφορούσαν στην Αλβανία ελεύθερα και
ο ίδιος ελεύθερα ταξίδευε στο εξωτερικό, όπου και τον γνώρισα το 1986.
Ωστόσο πήρε τις αποστάσεις του από το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα, αφού εκείνο
έπεσε. (!) Βιβλία του που είχαν πρωτοκυκλοφορήσει στην Αλβανία βγαίνουν σήμερα
στα γαλλικά ξαναγραμμένα, καθώς, όπως ο ίδιος ομολογεί, με τις τότε συνθήκες
δεν μπορούσε να τα τυπώσει όπως τα είχε γράψει.
Όλα αυτά για να πούμε πως ο άνθρωπος λειτούργησε, όπως πολλοί που βρέθηκαν
στην ίδια με αυτόν δύσκολη θέση και επινόησαν για λόγους καθαρά επιβίωσης τη
διπλή γλώσσα», που τους έμεινε, μετά που πια δεν τη χρειάζονταν, σαν δεύτερη
φύση.
|
|
Και αυτήν ακριβώς τη διγλωσσία χρησιμοποιεί κατά κόρον στο άρθρο του στη
γαλλική «Μοντ» και στο οποίο αναγκάστηκα να του απαντήσω: ενώ επιφανειακά
καταδικάζει τις πράξεις αντεκδίκησης κατά των Σέρβων τών συμπατριωτών του
ουσιαστικά τις επικροτεί…
Μου ανταπάντησε πως διαστρέφω την αλήθεια σαν διανοούμενος της παρακμής που
είμαι. Με το θέμα ασχολήθηκε στην «Ελευθεροτυπία» η ικανή συνάδελφος Βένα
Γεωργακοπούλου, προσπαθώντας να δώσει όλα τα στοιχεία τής αντιπαράθεσης.
Με μια διαφορά ωστόσο: παραθέτοντας φράσεις του Κανταρέ από το επίμαχο άρθρο
του, δίνει την εντύπωση ότι καταδικάζει τις πράξεις των ομοεθνών του. Φυσικά
το κάνει, αλλά προσθέτει αμέσως μετά: «Αυτή είναι η μισή αλήθεια. (Ότι οι
Αλβανοί δολοφονούν Σέρβους και Τσιγγάνους). Η άλλη μισή είναι ότι συνεχίζεται
η καταδίκη εις θάνατον των Αλβανών. (Από ποιους; αναρωτιέμαι). Ο αριθμός των
σκοτωμένων Αλβανών κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου υπήρξε μιάμιση
φορά μεγαλύτερος από τον αριθμό των Σέρβων που υπέστησαν την ίδια μοίρα».
«Εδώ ας σταθώ κι ας δω κι εγώ τη φύση λίγο», που λέει κι ο ποιητής.
«Χιλιάδες Αλβανοί κρατούνται ως όμηροι στη Σερβία», συνεχίζει. Δεν είναι
δύσκολο να φανταστεί κανείς την αγωνία των οικογενειών τους, μετά που
υπέστησαν όσες φρικαλεότητες γνωρίζουμε, και ζουν σήμερα αυτή την αβεβαιότητα.
«Η Μιτροβίτσα είναι ο τόπος των Σέρβων παραστρατιωτικών, όπου συνεχίζουν τις
εγκληματικές τους ενέργειες απειλώντας τους Αλβανούς» κτλ. κτλ.
Για όλα αυτά του απάντησα του Κανταρέ, αλλά κυρίως για τη φράση που είχε
τολμήσει να γράψει τον Απρίλιο του ’99 ότι «οι βομβαρδισμοί στο Κόσοβο
ανοίγουν μια καινούργια σελίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού». Ως αναγνώστης και
οπαδός του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, του οποίου η «Ιστορία του Ευρωπαϊκού
Πολιτισμού» με γαλούχησε, δεν μπορούσα να βρω τη συνεργία βομβαρδισμών και
πολιτισμού. Τα δύο αυτά ήταν παιδιόθεν αντιθετικά μέσα στη σκέψη μου.
Με τον Κανταρέ, ωστόσο, η σχέση μας είναι πιο παλιά. Από την ίδια αυτή
εφημερίδα, «ΤΑ ΝΕΑ», τον είχα προκαλέσει (Σεπτ. 1976) με ανοιχτή επιστολή να
μου απαντήσει γιατί εντάσσει τα Γιάννενα στη Νότιο Αλβανία και γιατί στο
«Χρονικό της Πέτρινης Πολιτείας» (μία αντιγραφή του δικού μας Πρεβελάκη)
γιατί, ενώ όλα είναι καταπληκτικά μέχρι το 1940, ξαφνικά ύστερα από την
ημερομηνία αυτή η γραφίδα του θολώνει. Και έχει δύο αξιωματικούς του ελληνικού
Στρατού τον Καζιντζίκι και τον Βασιλίκι που κατακρεουργούν Αλβανούς.
Φυσικά, υπό το καθεστώς Εμβέρ Χότζα, δεν μου απάντησε. Όταν τον γνώρισα το
1986 (την ώρα που κατοικοέδρευε στην επίσημη εμβερχοτζική πρεσβεία, στο
Παρίσι) και του υπέβαλα προφορικά το ερώτημα, μου απάντησε ότι με Καζιντζίκι
δεν εννοούσε καθόλου τον Καζαντζάκη, ενώ ο μύθος της κυρα-Βασιλικής ήταν πολύ
διαδεδομένος στη χώρα του.
Με αυτήν τη διπλή γλώσσα ξεπέρασε τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη του σταλινισμού.
Αποτελούν ανέκδοτο οι απαντήσεις του στη Γαλλία, σε όσα συμπόσια παραβρεθήκαμε
από κοινού, για το ποια υπήρξε η στάση του υπό το καθεστώς του Χότζα. Ένα χέλι
δεν θα μπορούσε να ξεγλιστρήσει καλύτερα.
Όσο για το επίμαχο άρθρο του στη «Μοντ» (αιτία της κόντρας μας) αναφέρει πως
στο φεστιβάλ βιβλίου της Πρίστινα, που παραβρέθηκε προσφάτως, κυκλοφορούσαν
όλα τα βιβλία (από την Ποιητική του Αριστοτέλη μέχρι τον Οδυσσέα του Τζόυς)
«και γι’ αυτό κανείς δεν μιλάει», γράφει. Πολύ ωραία. Αλλά σε ποια γλώσσα; Στα
αλβανικά απ’ ό,τι ξέρουμε δεν μεταφράστηκε ποτέ ο Τζόυς. Επί Εμβέρ Χότζα είχαν
προχωρήσει μέχρι και τον Τζακ Λόντον. Η γλώσσα δεν ήταν άλλη φυσικά από τα
σερβοκροατικά. Αλλά περί αυτού ούτε λόγος.
Όπως και τα δικά του βιβλία που γράφτηκαν στα αλβανικά αλλά που κανείς δεν τα
διάβασε σε αυτήν τη γλώσσα. Ευτύχησε να έχει ως μεταφραστή στα γαλλικά τον
Κερκυραίο ευπατρίδη Γιουσούφ Βρυώνη (σήμερα μόνιμο αντιπρόσωπο της Αλβανίας
στην Ουνέσκο) και από τα δικά του υπέροχα γαλλικά κυκλοφόρησαν και σε άλλες
γλώσσες σε όλο τον κόσμο. Πριν του αποδώσουμε τον τίτλο του μεγάλου συγγραφέα
και πιθανώς το Νόμπελ, θα πρέπει κάποιος επιτέλους να μας πει ποια είναι η
αξία του έργου τού Κανταρέ στη μητρική του γλώσσα.

