|
|
«Το ζευγάρι ήταν σε διάσταση. Τους είχα γνωρίσει όταν υπηρετούσα στο
Ναύπλιο. Με επισκέπτονταν συχνά προκειμένου να βοηθήσω στη συμφιλίωσή τους. Ο
σύζυγος, που ήταν αστυνομικός, δεν ήθελε να χωρίσουν και προσπαθούσε, με τη
μεσολάβηση τρίτων, να μεταπείσει τη γυναίκα του. Είχαν δύο παιδιά. Μια μέρα
του τηλεφώνησε η γυναίκα του για να πάει στο σπίτι του να πάρει κάποια
πράγματα. Πήγε λοιπόν μαζί με τον 11χρονο γιο της. Εκεί ο άνδρας της άρχισε
πάλι την κουβέντα για την επανασύνδεσή τους. Για άλλη μια φορά η γυναίκα ήταν
ανένδοτη. Κάποια στιγμή ο γιος βγήκε από το σπίτι. Πήγε να φέρει κάτι από το
αυτοκίνητο. Τότε ο πατέρας του πήγε στο διπλανό δωμάτιο, πήρε το υπηρεσιακό
του περίστροφο και πυροβόλησε εναντίον της γυναίκας του. Ο θάνατός της ήταν
ακαριαίος. Ο αστυφύλακας έσπευσε να εξαφανιστεί και, όταν το παιδί ξαναμπήκε
στο σπίτι, βρήκε τη μητέρα του νεκρή. Ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια
κάθειρξη τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό. Τα παιδιά και, κυρίως το
αγόρι που υπήρξε περίπου αυτόπτης μάρτυς, έπαθαν μεγάλο σοκ. Οι επιπτώσεις
ήταν τραγικές. Εκτός του ότι έχασαν και τους δυό γονείς τους, έγιναν στη
συνέχεια και αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των γονέων του δράστη και των
γονέων του θύματος. Το δικαστήριο έδωσε την επιμέλεια στους γονείς της
μητέρας. Οργισμένοι εκείνοι όπως ήταν φυσικό εναντίον του δολοφόνου της
κόρης τους, δεν επέτρεπαν στα παιδιά να επισκεφτούν τον πατέρα τους. Οι γονείς
του αστυφύλακα επίσης, κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να έρθουν σε επαφή με τα
παιδιά και ζητούσαν εισαγγελική παρέμβαση. Μέσα σ’ όλη αυτή την αντιδικία
βρέθηκαν αυτά τα παιδιά, που ήδη ήταν τόσο πληγωμένα από το φρικτό τέλος της
μητέρας τους. Δυστυχώς σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά είναι τα μεγάλα
θύματα. Πολλά καταλήγουν σε ιδρύματα, αν δεν υπάρχει κανένας συγγενής ικανός
να τα μεγαλώσει. Και, ούτως ή άλλως, όπως και αν συνεχίσουν τη ζωή τους, δεν
μπορούν ποτέ να ξεχάσουν. Και να θέλουν, συνήθως οι συγγενείς του θύματος δεν
τα αφήνουν».
Ίσως είναι πιο τραγικό κι από τον θάνατο. Να εκτυλίσσεται ένα έγκλημα μπροστά
στα μάτια ενός παιδιού. Κι αυτό να μην μπορεί να αντιδράσει. Να μην
προλαβαίνει καν να μπει ανάμεσα στους δύο… αντιπάλους, να τους εμποδίσει.
Κλαίει, φωνάζει, όπως έκανε πάντα όταν γινόταν μάρτυρας ενός τσακωμού, αλλά η
ένταση δεν αφήνει τους γονείς του να το ακούσουν. Μάλλον έχουν ξεχάσει την
παρουσία του. Κι όταν επιβιώσει ο ένας από τους δύο, τότε θυμάται πως το παιδί
ήταν εκεί…
Ο ρόλος των συγγενών
Ο πυροβολισμός, οι γροθιές ή και το ματωμένο μαχαίρι σηματοδοτούν το τέλος.
Στο χώρο απλώνεται μια νεκρική πράγματι σιγή. Και μετά οι εικόνες
μπερδεύονται στη μνήμη του μικρού αυτόπτη μάρτυρα. Ασθενοφόρα, περιπολικά,
συντετριμμένοι συγγενείς που σπεύδουν να πάρουν το παιδί στο σπίτι τους,
προσποιούμενοι πως τίποτε δεν έχει συμβεί.
Τέτοια περιστατικά, δυστυχώς, συμβαίνουν από καιρό σε καιρό. Και έχουν ως
αποτέλεσμα, εκτός από τον φυσικό θάνατο ενός ανθρώπου, την ψυχική εξόντωση των
παιδιών που τυχαίνει να παρακολουθούν τις σκηνές φρίκης. Τι συγκρατούν στη
μνήμη τους μάλλον εξαρτάται από την ηλικία τους και, κυρίως, από τον τρόπο με
τον οποίο αντιμετωπίζουν στη συνέχεια το γεγονός οι οικείοι του. Αν φροντίζουν
να του υπενθυμίζουν διαρκώς πως «ο μπαμπάς σκότωσε τη μαμά» ή το αντίστροφο,
όχι μόνο καλλιεργούν το μίσος στην ψυχή του για τον δράστη, αλλά συμβάλλουν
και στη διόγκωση του, ούτως ή άλλως, τραγικού περιστατικού.
Και ως άλλοθι
Κατά την εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων συνήθως δεν εξετάζονται ως μάρτυρες τα
παιδιά που παρακολούθησαν τη σκηνή. Εκτός αν είναι μεγάλα. Το γεγονός όμως της
παρουσίας τους στον τόπο του εγκλήματος απασχολεί ιδιαίτερα τους παράγοντες
της δίκης. Το πρόσωπο που κατηγορείται ισχυρίζεται συνήθως πως αν είχε
προσχεδιάσει τον φόνο δεν θα πραγματοποιούσε τα σχέδιά του ενώπιον του παιδιού
του, ενώ η άλλη πλευρά, των συγγενών του θύματος προβάλλει το συγκεκριμένο
θέμα για να τονίσει τα άγρια ένστικτα του δράστη.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η υπόθεση της δολοφονίας του αστυνομικού
Χρήστου Κολιτσόπουλου, ο οποίος δέχτηκε το χτύπημα από τον Σγουρίδη τη στιγμή
που έμπαινε στο σπίτι του κρατώντας αγκαλιά τον γιο του. Η Κάτια
Κολιτσοπούλου, που κατηγορήθηκε για τον σχεδιασμό του εγκλήματος, στήριξε
κυρίως την υπεράσπισή της σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός. «Υπέφερα τόσα για να
κάνω αυτό το παιδί. Αν γνώριζα τι θα επακολουθούσε, θα το άφηνα να πάει με τον
πατέρα του;» έλεγε. Ενώ οι συγγενείς του άτυχου αστυνομικού, που μεγάλωσαν το
παιδί και δεν του επέτρεψαν να ξαναδεί τη μητέρα του και τους γονείς της,
αντέτασσαν: «Είναι αδίστακτη. Του έδωσε το παιδί μαζί του για να έχει άλλοθι».
ΣΙΜΕΛΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Τα παιδιά δεν κατάφεραν να συγκινήσουν τον πατέρα
|
|
΄Ηταν 10 η ώρα το βράδυ όταν ένα ακόμη επείγον περιστατικό καταγραφόταν στα
βιβλία του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών. Η ασθενής, 27 ετών, διατηρούσε
τις αισθήσεις της. «Με χτύπησε ο άνδρας μου», ψέλλισε μόλις την κατέβασαν από
ασθενοφόρο. Η νοσοκόμα που παρέλαβε την κοπέλα στράφηκε αμέσως στον νεαρό που
τη συνόδευε. «Σας ακούω», του είπε. «Πρόκειται για ένα απλό τροχαίο», της
απάντησε εκείνος. «Εσείς ποιος είστε;». «Ο σύζυγός της. Γεώργιος Στεφάνου».
Το νεαρό ζευγάρι βρισκόταν τους τελευταίους τρεις μήνες σε διάσταση. Μια άλλη
γυναίκα, απλή φίλη κατά τους ισχυρισμούς του 30χρονου τότε οικοδόμου,
προκάλεσε όπως τουλάχιστον πίστευε η γυναίκα του την απόφασή του να φύγει
από το σπίτι. Η σκέψη αυτή βασάνιζε τη Σιμέλα. Δεν ήθελε να τον χάσει. Οι
προσπάθειες που κατέβαλε για να τον μεταπείσει, κατέληγαν πάντα σε καβγά.
Ήταν αρχές Νοεμβρίου του 1993 όταν η Σιμέλα αντελήφθη πως ο άνδρας της
βρισκόταν στο σπίτι της αδελφής του, στο ισόγειο της πολυκατοικίας όπου έμενε
και εκείνη με τα δύο παιδιά τους. Τον 7χρονο Βελισσάριο και την κατά ένα χρόνο
μικρότερη Μαρία. Τα πήρε λοιπόν μαζί της και κατέβηκαν κάτω. Ήλπιζε φαίνεται
πως η παρουσία των παιδιών θα τον συγκινούσε. Παρ’ όλα αυτά, μόλις μπήκε στο
διαμέρισμα άρχισε να ψάχνει όλα τα δωμάτια. Ο Γ. Στεφάνου εξοργίστηκε και της
ζήτησε να φύγει. Οι σκηνές που ακολούθησαν καταγράφηκαν μόνο στη μνήμη των δύο
παιδιών. Που υπήρξαν τραγικοί αυτόπτες μάρτυρες του άγριου περιστατικού.
Η δήλωση του οικοδόμου περί τροχαίου ατυχήματος, διαψεύσθηκε αμέσως από τους
γιατρούς που εξέτασαν τη Σιμέλα και έκριναν την κατάστασή της ιδιαίτερα
κρίσιμη. Από τα τραύματά της έβγαλαν το συμπέρασμα πως η γυναίκα είχε πέσει
θύμα ξυλοδαρμού. Αμέσως ειδοποιήθηκε η Αστυνομία και ο Γιώργος Στεφάνου
συνελήφθη. Παραπέμφθηκε στο Αυτόφωρο, από όπου ζήτησε και πήρε τριήμερη προθεσμία.
Στο μεταξύ, η Σιμέλα είχε πέσει σε κώμα. Αιτία οι βαριές κρανιοεγκεφαλικές
κακώσεις, αλλά και η πτώση της στο δάπεδο κατά τη διάρκεια της συμπλοκής με
τον άνδρα της. Ο Γ. Στεφάνου βρισκόταν διαρκώς στο νοσοκομείο έως την ημέρα
της δίκης του. Αλλά και λίγο πριν ξεκινήσει για το δικαστήριο, τηλεφώνησε για
να μάθει πώς πάει η γυναίκα του. «Καμιά βελτίωση», του απάντησαν.
Ο οικοδόμος στεκόταν έξω από τη δικαστική αίθουσα περιμένοντας να εκφωνηθεί η
υπόθεσή του. Μόλις άκουσε το όνομά του, προχώρησε προς το εδώλιο του
κατηγορουμένου. Δύο αστυνομικοί όμως τον σταμάτησαν. «Συλλαμβάνεστε ως
υπαίτιος για τον θάνατο της γυναίκας σας…». Η Σιμέλα είχε εκπνεύσει.
Το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Άμφισσας επέβαλε στον Γ. Στεφάνου κάθειρξη 8 ετών
για το αδίκημα της θανατηφόρου σκοπούμενης σωματικής βλάβης, κρίνοντας πως η
άτυχη κοπέλα είχε πέσει θύμα ξυλοδαρμού. Στο Εφετείο όμως τα πράγματα άλλαξαν.
Όπως και η κατηγορία, που μετετράπη σε θανατηφόρο μη σκοπούμενη σωματική
βλάβη.
Ο ισχυρισμός τού κατηγορουμένου ότι η Σιμέλα έπεσε στο δάπεδο και χτύπησε το
κεφάλι της, καθώς εκείνος τραβούσε το χέρι του ενός παιδιού, προκειμένου να το
κρατήσει μαζί του και η μητέρα του το τραβούσε προς τα έξω, έγινε δεκτός. Η
ποινή του μειώθηκε κατά τέσσερα χρόνια.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΚΙΑΟΥΡΑΚΗΣ
Παιχνίδια θανάτου με το υπηρεσιακό περίστροφο
|
| Μανώλης Γκιαουράκης: Τα παιχνίδια του Κωστάκη «όπλισαν» το χέρι του
|
«Κωστάκη, κάθησε εδώ. Η μαμά θα γίνει καλά». Ο αστυφύλακας Μανώλης Γκιαουράκης
βγήκε από το διαμέρισμα όπου ζούσαν η γυναίκα του και ο τρίχρονος γιος τους
και κατευθύνθηκε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα για να αναφέρει το ατύχημα.
Η 25χρονη Μαργαρίτα, η γυναίκα του, με την οποία ήταν σε διάσταση, είχε
προσπαθήσει να του πάρει το υπηρεσιακό του περίστροφο όπως είπε με
αποτέλεσμα το όπλο να εκπυρσοκροτήσει και να την τραυματίσει. Ο ίδιος βεβαίως
ήξερε πως η Μαργαρίτα, ήταν ήδη νεκρή. Ο πυροβολισμός που είχε δεχτεί σχεδόν
εξ επαφής, στο πίσω μέρος της κεφαλής, της προκάλεσε ακαριαίο θάνατο. Γι’ αυτό
ο αστυφύλακας δεν έκρινε σκόπιμο να καλέσει γιατρό.
Η συμβίωση του ζευγαριού είχε διακοπεί πολιτισμένα. Μ’ ένα ιδιωτικό
συμφωνητικό, υπογεγραμμένο και από τους δύο, είχαν ρυθμίσει όλα τα μεταξύ τους
θέματα. Της διατροφής, της επικοινωνίας του πατέρα με τον Κωστάκη, των
διαδικασιών για το συναινετικό διαζύγιο και της επιμέλειας του παιδιού.
Ευτυχώς δεν διαφωνούσαν πουθενά.
Το απόγευμα, της 15 Μαρτίου 1990, ο αστυφύλακας είχε πάει βόλτα με το γιο του.
Όπως κάθε φορά, έτσι κι εκείνη την ημέρα δεν μπόρεσε να του χαλάσει το χατίρι.
Του ψώνισε όποιο παιχνίδι ζητούσε, αν και ήταν βέβαιος πως η μητέρα του θα
θύμωνε. Πράγματι, μόλις η Μαργαρίτα άνοιξε την πόρτα και είδε τον Κωστάκη με
τα παιχνίδια στην αγκαλιά, εξαγριώθηκε. Και για να μην τα βάλει με τον εν
διαστάσει σύζυγό της, άρχισε να μαλώνει τον μικρό. «Σου έχω πει να μην
ξαναφέρεις παιχνίδια στο σπίτι γιατί θα τα πετάξω!».
Ο Μανώλης Γκιαουράκης έκρινε ότι έπρεπε να παρέμβει και, όπως ήταν επόμενο, η
μια κουβέντα έφερε την άλλη. Όλα, διαδραματίστηκαν μπροστά στα μάτια του
έντρομου Κωστάκη. Του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα του τραγικού περιστατικού. Του
παιδιού, που κάθισε δίπλα στη νεκρή μητέρα του περιμένοντας να γίνει καλά…
Στο δικαστήριο ο αστυφύλακας επανέλαβε τους περί ατυχήματος ισχυρισμούς του.
«Καθώς σηκώθηκα να φύγω, εκνευρισμένος από τον καβγά, διαπίστωσα ότι το
υπηρεσιακό μου περίστροφο είχε φύγει κάπως από τη θέση του. Το έβγαλα για να
το φτιάξω και, όπως το κρατούσα στο ύψος του κεφαλιού της Μαργαρίτας, εκείνη
τρόμαξε και προσπάθησε να μου το πάρει. Τότε το όπλο εκπυρσοκρότησε κι έγινε
το κακό».
Δεν έπεισε όμως το δικαστήριο. Γιατί η Μαργαρίτα είχε δεχτεί τον πυροβολισμό
από πίσω, ενώ αν είχαν γίνει τα πράγματα όπως τα περιέγραψε ο δράστης, θα την
είχε τραυματίσει από μπροστά. Και βέβαια, για να επανατοποθετήσει το
περίστροφο στη θήκη, δεν χρειαζόταν να το ανεβάσει τόσο ψηλά, μέχρι το κεφάλι
της γυναίκας του…
Το δικαστήριο, τόσο πρωτοδίκως, όσο και σε δεύτερο βαθμό, επέβαλε στον Μανώλη
Γκιαουράκη την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ο 12χρόνος σήμερα Κωστάκης
μεγαλώνει με τους γονείς της μητέρας του. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν εκείνο
το «μπαμ», που ίσως του φάνηκε αστείο την πρώτη στιγμή, ηχεί ακόμη στ’ αυτιά του…


