Επί δύο ημέρες κρατούσε στην αγκαλιά το παιδί του. Την τρίτη ημέρα ο
γιατρός ανακοίνωσε στον τότε 22χρονο Σάββα Καραγιαννίδη ότι το νεογέννητο είχε
πεθάνει. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν χρειάστηκε τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως,
ανακάλυψε έκπληκτος ότι το παιδί του δηλώθηκε πως είχε γεννηθεί νεκρό. Από
τότε άρχισε έναν αγώνα για να βρει την αλήθεια.
|
|
«Πήγα την τρίτη ημέρα στο νοσοκομείο. Ο γιατρός με περίμενε και μου είπε: το
παιδί πέθανε. Μόνο μην λες τίποτε στη γυναίκα σου. Θα της το πω εγώ». Ήταν
Μάρτιος του 1977. Όταν ζήτησε να το θάψει, του είπαν ότι τα είχαν αναλάβει όλα
αυτοί. Η γυναίκα του το έμαθε αργότερα. Έφυγε για την πατρίδα του, τη Βέροια.
Χρειάστηκαν αρκετό διάστημα για να συνέλθουν. Τα χρόνια πέρασαν και όταν πια
απέκτησαν τρία παιδιά και χρειάστηκαν ένα πιστοποιητικό, στο οποίο θα φαινόταν
ότι είχε γεννηθεί ένα ακόμη, βρέθηκαν, όπως χιλιάδες οικογένειες, στο απόλυτο
χάος. Ο ληξίαρχος στην αρχή τού είπε ότι το παιδί δεν είχε γεννηθεί. Όμως,
ύστερα από έρευνες ημερών στο ληξιαρχείο, είδαν έκπληκτοι ότι το παιδί τους
είχε γεννηθεί νεκρό και ότι το είχαν γράψει στα μητρώα αρρένων, ενώ ήταν κορίτσι!
Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι σήμερα η οικογένεια Καραγιαννίδη ζει το δικό
της δράμα. Όσο ψάχνει για στοιχεία για το παιδί της τόσο πείθεται ότι ζει και
ότι έπεσε θύμα αγοραπωλησίας. Κανείς δεν τους δίνει λεπτομέρειες για ό,τι είχε
συμβεί. Όλοι όσοι τότε είχαν σχέση με το μαιευτήριο, αρνούνται να έρθουν σε
επαφή μαζί του.
Από τότε ο κ. Καραγιαννίδης, και για δέκα σχεδόν χρόνια, ακολουθεί δικές του
πρακτικές, ώστε να φτάσει εκεί που θέλει. Κλείνει ραντεβού με τον γιατρό μέσω
τρίτου προσώπου. Στήνεται με τις μέρες έξω από σπίτια ανθρώπων που πιστεύει
ότι έχουν κάποια σχέση με την υπόθεσή του. Άλλοτε παριστάνοντας τον
οδοκαθαριστή, άλλοτε τον δημοτικό υπάλληλο. Μερικές φορές, όπως λέει,
αναγκάστηκε να υψώσει τη φωνή του. Άλλες, πάλι, απείλησε ψάχνοντας στοιχεία.
Και τα έψαξε παντού. Σε όλα τα νεκροταφεία, όπου δεν βρήκε τίποτε ψάχνοντας
στα αρχεία τους. Πουθενά τίποτα.
Δεν μιλάνε
Αυτό που τον βασανίζει είναι ότι τότε ήταν 22 χρόνων δεν ζήτησε να δει το
νεογέννητο νεκρό. Και βεβαίως δεν φρόντισε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα
χαρτιά. Άλλωστε ούτε που του περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να ήταν το
παιδί στη ζωή. «Εγώ να δεχτώ ότι το παιδί μου πέθανε. Τι πιο απλό να μου
εξηγήσουν πώς και να μου πούνε πού έχει ταφεί, ώστε να κλείσει το θέμα. Και
αφού όλα είναι καθαρά, γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος για να μου δώσουν κάποια
στοιχεία; Εγώ πιστεύω ότι το παιδί πουλήθηκε. Και δεν είναι απάντηση αυτό που
μου λένε ότι έπρεπε τότε να το πάρω νεκρό και να το θάψω ο ίδιος. Και στο
τέλος τέλος, μου οφείλουν και μια εξήγηση πώς το κοριτσάκι μου, όταν το έψαξα
μετά δέκα χρόνια, βρέθηκε να είχε καταχωριστεί στο βιβλίο αρρένων και μάλιστα
“Νεκρογενών” του Ληξιαρχείου Αθηνών, ας μου δώσουν μια εξήγηση»…
Η θερμοκοιτίδα
«ΤΑ ΝΕΑ» προσπάθησαν χθες να επικοινωνήσουν με τους υπευθύνους του ιδρύματος,
χωρίς λόγω ώρας αυτό να καταστεί δυνατό. Σύμφωνα με τον κ. Καραγιαννίδη, το
παιδί γεννήθηκε κανονικά, ζύγιζε τρία κιλά και μπήκε για δύο ημέρες στη
θερμοκοιτίδα. «Τώρα που ψάχνω να βρω κάποια στοιχεία, δεν βρίσκουν να μου
δώσουν ούτε το τιμολόγιο, όπου εκεί φαίνεται καθαρά το ποσό που πλήρωσα. Αυτό
για μένα είναι ένα σοβαρό στοιχείο, γιατί θα φανεί ότι το παιδί γεννήθηκε
ζωντανό. Αν είχε γεννηθεί νεκρό, τι χρειαζόταν η θερμοκοιτίδα»…
Στο θηλέων έψαχνε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της κόρης του. Δεν τη βρήκε. Το
παιδί είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο νεκρογενών αρρένων (πάνω)
Η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως εκδόθηκε την 1η Απριλίου τρεις ημέρες μετά τη
γέννηση του παιδιού, που αποδεικνύει ότι δεν γεννήθηκε νεκρό (δεξιά)
|
Έρευνες χρόνων: ο Σάββας Καραγιαννίδης ψάχνει τα τελευταία 10 χρόνια για να μάθει την αλήθεια για το παιδί του
|
Οπωροπώλης ο Σάββας Καραγιαννίδης περνά τη ζωή του μεταξύ Αθηνών και
Βέροιας.Τα δέκα τελευταία χρόνια αναγκάζεται να μένει μακριά από το σπίτι του
και Σαββατοκύριακα. Ο λόγος που τον αναγκάζει να μένει μακριά από την
οικογένειά του είναι οι έρευνες που κάνει για να δει τι συνέβει με το πρώτο
του παιδί.
«Στην αρχή όταν ζήτησα στοιχεία δεν μου απάντησαν. Στη συνέχεια πήγα στον
εισαγγελέα. Ξαναπήγα στο μαιευτήριο και τότε μου έδωσαν τη ληξιαρχική πράξη
γεννήσεως. Προσπάθησα να βρω τη μαία. Δεν μπορούσα να βρω το τηλέφωνό της».
Όμως από το τηλέφωνο δεν βγάζει άκρη. Η μαία αρνείται οποιαδήποτε σχέση. Τα
ίδια υποστήριξε μιλώντας αργά χθες το βράδυ στα «ΝΕΑ». Στη συνέχεια τηλεφωνεί
ως ανιψιός εκείνου που τότε διατηρούσε γραφείο τελετών και είχε αναλάβει την
ταφή του παιδιού. Και πάλι δεν είχε τα αποτελέσματα που προφανώς ήθελε.
Στήθηκε με τις ώρες έξω από σπίτια ατόμων που πίστευε και πιστεύει ότι έχουν
σχέση με το πρόβλημά του. Μάλιστα, μια φορά περίμενε έξω από σπίτι
συγκεκριμένου ατόμου από τις 2 μετά τα μεσάνυχτα «εκτελώντας χρέη
οδοκαθαριστή». Γινόταν μετακόμιση και στα σκουπίδια βρήκε κάποια χαρτιά, όπως λέει.
Από το «μικροσκόπιο» ειδικής επιτροπής κοινωνικών λειτουργών θα περνά στο εξής
κάθε υιοθεσία. Και σε κάθε περίπτωση, για να βρεθεί ένα ανήλικο παιδί σε νέο
οικογενειακό περιβάλλον θα πρέπει η επιτροπή με αναφορά της να ανάψει «πράσινο
φως» προς τις δικαστικές αρχές, ώστε να επικυρωθεί η υιοθεσία.
Τις αλλαγές στη διαδικασία των υιοθεσιών προωθούν τα συναρμόδια υπουργεία
Υγείας-Πρόνοιας και Δικαιοσύνης με σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που έχει ήδη
υποβληθεί για επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Όπως προβλέπεται, στο εξής για την πραγματοποίηση μιας υιοθεσίας ανηλίκου θα
προηγείται κοινωνική έρευνα την οποία θα μπορούν να διεξάγουν:
*Ο Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδας (πρώην ΠΙΚΠΑ).
*Το Κέντρο Βρεφών «Μητέρα».
*Το δημοτικό βρεφοκομείο Θεσσαλονίκης «Άγιος Στυλιανός».
*Η Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας των Νομαρχιών.
Η έρευνα από κοινωνικούς λειτουργούς των συγκεκριμένων υπηρεσιών μπορεί να
διεξαχθεί και με αίτηση των θετών γονέων, ενώ σε κάθε περίπτωση που κρίνεται
αναγκαίο στην επιτροπή θα συμμετέχουν και ψυχολόγοι ή ψυχίατροι.
Η επιτροπή μπορεί να ελέγξει κάθε στοιχείο που αφορά τη θετή οικογένεια και
σχετίζεται με το συμφέρον τού προς υιοθεσία παιδιού, ενώ η έρευνά της μπορεί
να επεκταθεί και προς τη φυσική οικογένεια του παιδιού και το περιβάλλον της,
ώστε να διαπιστωθεί αν όντως υπάρχει αδυναμία να κρατήσει το παιδί.
Τα συμπεράσματά της η επιτροπή κοινωνικών λειτουργών θα τα υποβάλει απευθείας
στο αρμόδιο δικαστήριο ώστε να εκδοθεί η απόφαση για την υιοθεσία, ενώ όπως
προβλέπεται στο σχέδιο Διατάγματος, η κοινωνική υπηρεσία που θα χειριστεί την
υιοθεσία είναι υποχρεωμένη να έχει συνεργασία με τη θετή οικογένεια για τα
προσεχή τρία χρόνια (με κατ΄ οίκον επισκέψεις κ.ά.). Κι αυτό με στόχο τόσο την
επίβλεψη της προσαρμογής του υιοθετημένου παιδιού και την αντιμετώπισή του στο
νέο οικογενειακό περιβάλλον όσο και την παροχή συμβουλών προς του θετούς γονείς.








