Ο πυρετός του Χρηματιστηρίου στέλνει ολοένα και περισσότερους Έλληνες στις

τράπεζες για να αγοράσουν μετοχές με δανεικά. Σύμφωνα μάλιστα με τραπεζικά

στελέχη, δεν είναι λίγοι εκείνοι που παίρνουν δάνεια από δύο και τρεις ακόμα

τράπεζες για να συμμετάσχουν στο ράλι της οδού Σοφοκλέους. Τα περισσότερα

πιστωτικά ιδρύματα χορηγούν δάνεια αυτής της κατηγορίας, που φθάνουν μέχρι το

ποσό των 5.000.000 δραχμών. Τα δάνεια αυτά όμως κρύβουν τρεις παγίδες.

1 Τα υψηλά επιτόκια, τα οποία κυμαίνονται στα επίπεδα του 16% και 17%.

2 Η περιορισμένη χρονική διάρκεια του δανείου. Η Τράπεζα της Ελλάδας

προβλέπει ότι η χρονική διάρκεια αποπληρωμής του μπορεί να φθάσει τους 18

μήνες, όμως στην πράξη αρκετές τράπεζες θέτουν ως όριο τους έξι ή τους εννιά μήνες.

3 Η κατάθεση, ως εγγύηση, χρεογράφων, που η συνολική τους αξία θα

πρέπει να είναι διπλάσια του ποσού που δανείζεται, και σε ορισμένες

περιπτώσεις ακόμη μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα το ρίσκο που αναλαμβάνει κανείς

για την άντληση κεφαλαίων, που θα επενδυθούν στο Χρηματιστήριο με δανεισμό, να

αποδεικνύεται εξαιρετικά υψηλό.

Κι όμως, οι τρεις παραπάνω παγίδες δεν αποθαρρύνουν όσους θέλουν, ειδικά σε

περιόδους δημοσίων εγγραφών εταιρειών, αλλά και γενικότερης ανόδου του

Χρηματιστηρίου, να προχωρήσουν σε δανεισμό για την αγορά μετοχών, όπως

επισημαίνεται από τα αρμόδια τραπεζικά στελέχη που χειρίζονται τέτοιες υποθέσεις.

Και χάνουν και χρωστούν

Το δανειακό αυτό «άνοιγμα» όμως κοστίζει ακριβά στον δανειολήπτη, όταν η

Σοφοκλέους περνάει σε φάση κρίσης, η οποία συμπαρασύρει σε πτωτική τροχιά την

πλειοψηφία των μετοχών, την ίδια ώρα που οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη

σύναψη του δανείου καθίστανται ληξιπρόθεσμες και κατά συνέπεια άμεσα πληρωτέες.

Η κατάσταση χειροτερεύει ακόμα περισσότερο αν τα δάνεια αυτής της κατηγορίας

είναι περισσότερα του ενός. «Έχουν εντοπισθεί και τέτοιες περιπτώσεις»,

τονίζεται από την Εθνική Τράπεζα. «Ορισμένοι κάνουν χρήση της δυνατότητας

χορήγησης τέτοιων δανείων από διαφορετικές τράπεζες, στο ανώτατο προβλεπόμενο

όριο, που είναι 5.000.000 δρχ.».

Έλεγχος φερεγγυότητας

Γι’ αυτό και τα πιστωτικά ιδρύματα δεν χορηγούν αδιάκριτα τα δάνεια αυτής της

κατηγορίας. «Χορηγούμε δάνειο για την αγορά μετοχών», επισημαίνεται από την

Τράπεζα Πειραιώς «αλλά κατά περίπτωση». Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα εξετασθεί με

ιδιαίτερη προσοχή η οικονομική κατάσταση του υποψήφιου δανειολήπτη και θα

επιχειρηθεί μία ακριβής διασταύρωση στοιχείων για τη φερεγγυότητά του.

«Ο έλεγχος, μέσω του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, είναι απαραίτητος», τονίζεται από

την αρμόδια διεύθυνση της Alpha Τραπέζης Πίστεως. Κατόπιν θα γίνει μία

εκτίμηση των χρεογράφων που ο υποψήφιος δανειολήπτης θα προσκομίσει ως

εγγύηση, η αξία των οποίων, όπως προβλέπεται από τη σχετική πράξη της Τραπέζης

της Ελλάδος, θα πρέπει να είναι διπλάσια του ποσού που θα δοθεί ως δάνειο.

Διασπορά μετοχών

«Τα χρεόγραφα» διευκρινίζεται από την Πίστεως «δεν είναι απαραίτητο να είναι

μετοχές. Μπορεί να είναι και έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου ή μερίδια από

Αμοιβαία Κεφάλαια». Συνήθως όμως είναι μετοχές, οι οποίες, πριν γίνουν

αποδεκτές, θα περάσουν από τη σχετική «κρίση». Αν η μετοχή είναι

«περιφερειακή» και το ρίσκο μεγαλύτερο, τότε θα ζητηθεί από την τράπεζα ένας

συνδυασμός μετοχών. Ο λόγος είναι απλός: στην περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν

εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, η τράπεζα θα πουλήσει τις μετοχές που της

έχουν κατατεθεί ως εχέγγυο για να διασφαλίσει την επιστροφή των χρημάτων που

έχει δώσει με τη μορφή δανείου. «Γι’ αυτό και τα πιστωτικά ιδρύματα επιδιώκουν

την διασπορά των μετοχών που δίνονται ως εχέγγυο σε αυτές τις περιπτώσεις

δανείων», τονίζεται από την Εμπορική τράπεζα.

Τα όρια από 6 έως 18 μήνες

«Την ίδια ώρα γίνεται και ένας υπολογισμός της μέσης χρηματιστηριακής αξίας

της μετοχής κατά το τελευταίο εξάμηνο, προκειμένου να υπάρχει μία καλύτερη

εικόνα της πορείας της, σε ένα ικανοποιητικό χρονικό διάστημα», προστίθεται

από την Εθνική.

Σε ό,τι αφορά τέλος τη χρονική διάρκεια αυτών των δανείων, από την πράξη του

διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος προκύπτει ότι το ανώτατο χρονικό όριο είναι

18 μήνες. Συνήθως όμως κυμαίνεται στους έξι μήνες, ενώ είναι δυνατόν να δοθεί

και μία τρίμηνη παράταση, αν ζητηθεί από τον δανειολήπτη. Τουλάχιστον αυτή η

τακτική εφαρμόζεται, σε σημαντικό βαθμό, στην περίπτωση της Εθνικής τράπεζας.