Νέο γύρο μείωσης στα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων εντός του 1999
προεξοφλούν στελέχη των εμπορικών τραπεζών της χώρας
Το κλειδί για το μέγεθος της μείωσης, αλλά και για το πότε θα εκδηλωθούν οι
κινήσεις των Τραπεζών, κρατά στα χέρια του ο διοικητής της Τραπέζης της
Ελλάδος, κ. Λουκάς Παπαδήμος, ο οποίος συνεκτιμώντας τις εξελίξεις στα μέτωπα
του πληθωρισμού και της δραχμής θα ανάψει το «πράσινο φως», μειώνοντας τα
επιτόκια στην διατραπεζική αγορά.
Μάλιστα, όπως επισημαίνει στέλεχος μεγάλης εμπορικής τράπεζας, η Διοίκηση της
Τραπέζης της Ελλάδος «χρωστάει» μισή μονάδα στην τραπεζική αγορά, καθώς δεν
ακολούθησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πρόσφατη μείωση των επιτοκίων.
Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις που έκαναν στην «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» επτά τραπεζικά
στελέχη, ο καθοριστικός παράγοντας για μια νέα μείωση των επιτοκίων είναι ο
πληθωρισμός, που θεωρείται και το κρισιμότερο οικονομικό μέγεθος στην πορεία
ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ.
Αν ο πληθωρισμός περιοριστεί στο τέλος Ιουλίου κοντά στο 2% και εφ’ όσον δεν
υπάρχουν εξωτερικοί αποθαρρυντικοί παράγοντες (πολεμικές επιχειρήσεις στη
Σερβία, ενδεχόμενη κρίση στις διεθνείς χρηματαγορές), τότε, όπως εκτιμά
στέλεχος μεγάλης εμπορικής τράπεζας, ένας νέος γύρος μείωσης στα επιτόκια των
Τραπεζών θεωρείται περισσότερο από βέβαιος.Πάντως, οι περισσότεροι τραπεζίτες
τοποθετούν τον νέο γύρο μείωσης των επιτοκίων μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του
έτους. Σε ό,τι αφορά τα ποσοστά μείωσης, αυτά θα ποικίλουν από Τράπεζα σε
Τράπεζα, ανάλογα με τον βαθμό ανταγωνιστικότητάς τους.
Ωστόσο, ιδιαίτερα αισθητές θα είναι οι μειώσεις στα επιτόκια καταναλωτικής
πίστης (καταναλωτικά, προσωπικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες), καθώς είναι τα
μοναδικά τραπεζικά προϊόντα με επιτόκια σε απαγορευτικά ακόμη επίπεδα.
Επιπλέον, στην κατηγορία αυτή των δανείων εκδηλώνεται εντονότερος και ο
ανταγωνισμός μεταξύ των Τραπεζών.
Οι προβλέψεις Στουρνάρα
|
| Γιάννης Στουρνάρας, πρόεδρος Συμβουλίου Οικον. Εμπειρογνωμόνων. Προβλέπει μικρή μείωση των επιτοκίων μέσα στο καλοκαίρι, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιεί για υπερθέρμανση της οικονομίας από μία μεγαλύτερη αύξηση
|
Ενώ, όμως, από την πλευρά των τραπεζιτών εκφράζεται αισιοδοξία, υπό
προϋποθέσεις βέβαια, από την πλευρά του ΥΠΕΘΟ οι προβλέψεις για την πορεία των
επιτοκίων είναι ιδιαίτερα συγκρατημένες και προσεκτικές.
Όπως δήλωσε στην «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών
Εμπειρογνωμόνων, καθηγητής κ. Γιάννης Στουρνάρας, η μείωση των επιτοκίων που
τοποθετείται στο δεύτερο εξάμηνο του έτους θα είναι μικρή.
Είναι αυτονόητο το ότι ο κ. Στουρνάρας, μιλώντας από τη σκοπιά των
μακροοικονομικών εξελίξεων, δεν κρύβει τους φόβους του για το πιθανό
ενδεχόμενο «υπερθέρμανσης» της οικονομίας, που θα πυροδοτούσε μια μεγάλη
μείωση στα τραπεζικά επιτόκια και θα δυσκόλευε έτσι τις προσπάθειες
αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Διατυπώνοντας τις προβλέψεις του για την πορεία
του πληθωρισμού, ο σύμβουλος του υπουργού Εθνικής Οικονομίας είπε ότι μέσα στο
καλοκαίρι, με πιθανό μήνα τον Ιούλιο, θα έχει πέσει στο 2%. Στο υπουργείο
Εθνικής Οικονομίας παρακολουθούν την πορεία των επιτοκίων με διχασμένα
αισθήματα, καθώς από την μια είναι υποχρεωμένοι να συναινούν στην εφικτή
νομισματική πολιτική της Τραπέζης της Ελλάδος, για την αντιμετώπιση του
πληθωρισμού, αλλά από την άλλη είναι υποχρεωμένοι να ακούν τις γκρίνιες
επιχειρηματιών για το υψηλό κόστος του τραπεζικού δανεισμού.
Η πολιτική επιτοκίων
«Κλειδί» για τα επιτόκια δανεισμού των εμπορικών τραπεζών είναι τα βασικά
επιτόκια παρέμβασης της Τραπέζης της Ελλάδος στη διατραπεζική αγορά και κυρίως
αυτό της αποδοχής καταθέσεων διαρκείας 14 ημερών, που από τον Ιανουάριο είναι
καθηλωμένο στο 12%. Μόνο αν αυτό το επιτόκιο πέσει, πιθανόν ύστερα από δύο
μήνες, όπως περιμένουν οι εμπορικές τράπεζες, θα ανοίξει ο δρόμος για
φθηνότερα δάνεια.
Πάντως, η Διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας έχει καταστήσει σαφές,
ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα μέτρα για τον περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης,
ότι γι’ αυτήν στόχος πρώτης προτεραιότητας είναι η «παγίωση της πτωτικής
πορείας του πληθωρισμού», αλλά και ο «περιορισμός μεγάλων διακυμάνσεων της
συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής, που θα εξασφαλίσει την ομαλή συμμετοχή
της στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ».
Βασικό εργαλείο για την επίτευξη των στόχων αυτών είναι η πολιτική επιτοκίων,
γεγονός που σημαίνει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα δώσει το «πράσινο φως» για
νέες μειώσεις στα επιτόκια, μόνο στην περίπτωση που βεβαιωθεί ότι το κέλυφος
του σκληρού πυρήνα του πληθωρισμού έχει διαρραγεί επαρκώς και τα ενδεχόμενα
πιέσεων στη δραχμή έχουν ελαχιστοποιηθεί.
Ο Ν. Καραμούζης
|
| Νίκος Καραμούζης, υποδιοικητής της Εθνικής Τραπέζης. Προβλέπει νέο γύρο μείωσης στα επιτόκια χορηγήσεων μέχρι το τέλος Ιουλίου, με την προϋπόθεση όμως ότι ο πληθωρισμός θα έχει πέσει στο 2% περίπου
|
Ο υποδιοικητής της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, κ. Νίκος Καραμούζης, θεωρεί
σίγουρη την πτώση των επιτοκίων εντός του 1999 και την προσδιορίζει μάλιστα
μέσα στο καλοκαίρι.
Με δηλώσεις του στην «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» επισημαίνει ότι εκτός απροόπτου ο πληθωρισμός
θα κινείται περί το 2% στο τέλος Ιουλίου και κατά συνέπεια η Τράπεζα της
Ελλάδος αναμένεται να προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων της διατραπεζικής
αγοράς. Από το εύρος της μείωσης των επιτοκίων της διατραπεζικής θα καθοριστεί
και η αντίστοιχη πτώση στα τραπεζικά επιτόκια.
Ο κ. Καραμούζης δεν συναρτά τη μείωση των επιτοκίων μόνο με την πορεία του
πληθωρισμού, αλλά τη συνδέει και με το ενδεχόμενο να εκδηλωθούν κάποια στιγμή
πιέσεις στη δραχμή.
Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνει ο κ. Καραμούζης, τα επιτόκια θα πέσουν αισθητά
όταν θα έχει εξασφαλιστεί πλήρως η ένταξη της δραχμής στη ζώνη του ευρώ.
Ο Γ. Μιχελής
|
| Γιώργος Μιχελής, γενικός διευθυντής της Εμπορικής Τραπέζης. Προβλέπει μειώσεις στα επιτόκια καταναλωτικής πίστης, όχι μόνο επειδή είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα, αλλά και επειδή ο ανταγωνισμός στον τομέα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονος
|
Ο γενικός διευθυντής της Εμπορικής Τραπέζης, κ. Γιώργος Μιχελής, εκτιμά ότι τα
επιτόκια χορηγήσεων θα ακολουθήσουν γενικά πτωτική πορεία εντός του 1999,
επισημαίνοντας παράλληλα ότι τα πρόσφατα μέτρα περιορισμού της πιστωτικής
επέκτασης που ελήφθησαν από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενδέχεται να
καθυστερήσουν τις σχετικές αποφάσεις των Τραπεζών.
Ο κ. Μιχελής προβλέπει ότι το «πάγωμα» των επιτοκίων θα είναι προσωρινό και
μέχρι το τέλος του έτους θα σημειωθεί εκ νέου μείωση στα επιτόκια χορηγήσεων.
Τη μεγαλύτερη πτώση προβλέπει για τα επιτόκια τραπεζικών προϊόντων που
απευθύνονται στην πλειοψηφία των πελατών των Τραπεζών.
Τα προϊόντα αυτά (καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες), που αποτελούν
ήδη ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της τραπεζικής αγοράς με πολύ υψηλούς ρυθμούς
ανάπτυξης και περιθώριο περαιτέρω μεγέθυνσης, έχουν υψηλότερα επιτόκια από τις
άλλες κατηγορίες χορηγητικών προϊόντων και κατά συνέπεια έχουν και μεγαλύτερα
περιθώρια μείωσης. Επιπλέον, η όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των Τραπεζών για
απόσπαση μεριδίων αγοράς θα συμβάλει στη μείωση των επιτοκίων αυτών.
Εκτιμώντας τους παράγοντες από τους οποίους θα επηρεαστεί η πορεία των
επιτοκίων μέχρι το τέλος του 1999, ο κ. Μιχελής αναφέρει:
«Η πορεία των επιτοκίων στην οικονομία εκτιμάται ότι θα παρακολουθεί την
εξέλιξη του πληθωρισμού. Εφ’ όσον δεν υπάρξουν προσκόμματα στη μείωση του
πληθωρισμού, τα επιτόκια θα ακολουθήσουν καθοδική πορεία μέχρι το τέλος του
1999.
Επιπλέον, η διαμόρφωση συνθηκών σταθερότητας στο εξωτερικό περιβάλλον της
οικονομίας, η επικράτηση ηρεμίας στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς
και η συγκράτηση των δανειακών αναγκών του Δημοσίου στα προϋπολογισθέντα για
το 1999 επίπεδα, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες για τη συνέχιση της
καθοδικής τάσης των επιτοκίων».
Ο Δ. Σαντιξής
Ο υποδιοικητής της Αγροτικής Τραπέζης κ. Δημήτρης Σαντιξής εκτιμά ότι θα
υπάρξει οπωσδήποτε, εντός του 1999, μείωση τόσο στα επιτόκια καταθέσεων όσο
και σε αυτά των χορηγήσεων, αλλά επισημαίνει ότι όλα θα εξαρτηθούν από την
Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η διάρκεια της
κρίσης στην Σερβία και ενδεχόμενες νέες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές
χρήματος και κεφαλαίων.
Πάντως, ο κ. Σαντιξής προσδιορίζει την μείωση των επιτοκίων εντός του 1999 σε
χαμηλά επίπεδα, ενώ αφήνει να εννοηθεί ότι η πολιτική αντιμετώπισης του
δομικού πληθωρισμού με μέτρα νομισματικής πολιτικής έχει εξαντλήσει τα
περιθώριά του.
Ιδιαίτερη έμφαση για να διαμορφωθούν σταθεροί όροι μείωσης των επιτοκίων
πρέπει να δοθεί στην πολιτική διαρθρωτικών αλλαγών τόσο στο επίπεδο των
δημοσίων οικονομικών όσο και σε αυτό της πραγματικής οικονομίας.
Ο Δ. Μαρουλής
Ο κ. Δημήτρης Μαρουλής, στέλεχος της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών του Ομίλου
της Τραπέζης Πίστεως, είναι ιδιαίτερα συγκρατημένος στις προβλέψεις του για
την πορεία των επιτοκίων εντός του 1999. Αν και δεν αποκλείει κάποια μείωση
μέσα στο έτος, επισημαίνει ότι αυτό θα εξαρτηθεί από τις προθέσεις της
Τραπέζης της Ελλάδος και φυσικά την πορεία του πληθωρισμού.
Παράλληλα, ο κ. Μαρουλής υπενθυμίζει με νόημα ότι τα επιτόκια χορηγήσεων
μειώθηκαν μέχρι και 2,5% από την Τράπεζα στις αρχές του έτους, ενώ τα επιτόκια
στεγαστικών δανείων είναι σήμερα από τα χαμηλότερα της Ευρώπης.
«Κλειδί» για την περαιτέρω πορεία των τραπεζικών επιτοκίων είναι η αντίστοιχη
πορεία στα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς και κυρίως το βασικό επιτόκιο με
το οποίο παρεμβαίνει στην διατραπεζική η Τράπεζα Ελλάδος, που είναι σήμερα
12%. Μάλιστα ο κ. Μαρουλής εκτιμά ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα προχωρήσει
μέχρι τέλος Ιουνίου στην μείωση κατά μισή μονάδα του παραπάνω επιτοκίου και
τότε ίσως εκδηλωθούν και οι προθέσεις των εμπορικών τραπεζών.
Ο Α. Καρυτινός
|
| Αριστοτέλης Καρυτινός, διευθυντής Στεγαστικής Πίστης της Eurobank. Δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να σημειωθούν αυξήσεις στα επιτόκια, αν τα μακροοικονομικά μεγέθη και κυρίως ο πληθωρισμός δεν πάνε καλά
|
Ο διευθυντής Στεγαστικής Πίστης του Ομίλου της EUROBANK κ. Αριστοτέλης
Καρυτινός δεν θεωρεί καθόλου δεδομένο ένα νέο γύρο μείωσης των επιτοκίων εντός
του 1999.
Αντίθετα, δεν αποκλείει και άνοδο στα επιτόκια στην περίπτωση που ορισμένες
εμπορικές τράπεζες καταγράψουν ζημίες από την εφαρμογή των περιοριστικών της
πιστωτικής επέκτασης μέτρων που πήρε πρόσφατα η Τράπεζα της Ελλάδος.
Σε κάθε περίπτωση ο κ. Καρυτινός δεν προβλέπει εντυπωσιακές εξελίξεις στην
πορεία των επιτοκίων εντός του 1999, αλλά τις τοποθετεί σίγουρα για τις αρχές
του 2000, όταν θα έχει εξασφαλιστεί το εισιτήριο ένταξης της Ελλάδος στην ΟΝΕ.
Το μη ευνοϊκό περιβάλλον για άμεση μείωση των επιτοκίων το αποδίδει τόσο στις
ισχυρές αντιστάσεις του σκληρού πυρήνα του πληθωρισμού όσο και στα υψηλά
δραχμικά επιτόκια που είναι απαραίτητα για την πολιτική στήριξης της σκληρής
δραχμής.
Πάντως, ο κ. Καρυτινός δεν αποκλείει να υπάρξει νέος γύρος μείωσης των
επιτοκίων, αλλά μόνο στην περίπτωση που αλλάξουν άρδην τα μακροοικονομικά
δεδομένα ή στην περίπτωση που «υπάρξουν κινήσεις σκοπιμότητας από κρατικούς τραπεζίτες».
Ο Θ. Μυλωνάς
Ο γενικός διευθυντής του Ομίλου της Τραπέζης Πειραιώς κ. Θεόδωρος Μυλωνάς
εκτιμά ότι στον βαθμό που η ελληνική οικονομία πιάνει τα κριτήρια που
απαιτούνται για την ένταξή της στην ΟΝΕ, θα δημιουργούνται και οι απαραίτητες
προϋποθέσεις για την μείωση των βραχυχρόνιων επιτοκίων δανεισμού των εμπορικών τραπεζών.
Σημαντικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή θα παίξει αναμφισβήτητα και ο
πληθωρισμός. Σε ό,τι αφορά το ύψος της ενδεχόμενης μείωσης των επιτοκίων, ο κ.
Μυλωνάς επισημαίνει ότι αυτό θα επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό από την ένταση
του ανταγωνισμού μεταξύ των Τραπεζών.
Ο Ν. Μπερεντάνος
Ο γενικός διευθυντής της Γενικής Τραπέζης κ. Νίκος Μπερεντάνος προβλέπει ότι
μέσα στο τελευταίο τετράμηνο του έτους τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων
θα σημειώσουν αισθητή πτώση.
Την αισιόδοξη αυτή πρόβλεψη τη στηρίζει στην εκτίμηση αποκλιμάκωσης του
πληθωρισμού μέσα στο προσεχές καλοκαίρι, αλλά και στην αισιοδοξία του ότι οι
όποιες εξελίξεις, πολιτικές και οικονομικές, εντός της χώρας δεν θα επηρεάσουν
άμεσα την πορεία ένταξης της ελληνικής οικονομίας στη Νομισματική Ένωση.
Ιδιαίτερα θετικές θα είναι οι επιπτώσεις από την προσδοκώμενη μείωση των
επιτοκίων, όχι μόνο για τους προϋπολογισμούς των ελληνικών νοικοκυριών αλλά
και για τις ελληνικές επιχειρήσεις που εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά τα
τραπεζικά δάνεια. Επιπλέον, κάθε μείωση στα επιτόκια των δανείων καταναλωτικής
πίστης είναι πάντα ευπρόσδεκτη από την αγορά, που σε περιόδους οικονομικής
δυσπραγίας διασώζεται από τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω των
καταναλωτικών δανείων και των πιστωτικών καρτών.
Οι θετικές επιπτώσεις στους προϋπολογισμούς των ελληνικών νοικοκυριών θα
εκδηλωθούν βεβαίως μόνο στην περίπτωση που η μείωση των επιτοκίων αξιοποιηθεί
για την εξυπηρέτηση του ήδη υψηλού χρεωστικού υπολοίπου που υπερβαίνει το 1,3
τρισ. δρχ. και όχι για την περαιτέρω διεύρυνσή του.
Ιδιαίτερα αισθητές θα είναι οι επιπτώσεις στις επιχειρηματικές μονάδες της
χώρας, οι οποίες διαμαρτύρονται, και μάλλον έχουν δίκιο, για το υψηλό κόστος
δανεισμού τους από τις τράπεζες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παραπάνω θετικές επιπτώσεις στην πραγματική
οικονομία ενδέχεται να προσθέσουν μία επιπλέον δυσκολία στην κυβέρνηση, στην
προσπάθειά της να καθηλώσει τον πληθωρισμό στο 2% οπωσδήποτε μέσα στο καλοκαίρι.
Ζημιωμένοι όμως από μια νέα μείωση στα επιτόκια των καταθέσεων θα βρεθούν και
οι χιλιάδες των μικρών και μεσαίων αποταμιευτών, καθώς θα σημειώσουν απώλειες
εισοδημάτων από τους τόκους των λογαριασμών ταμιευτηρίου που διατηρούν στις τράπεζες.
Περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες έχουν πέσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια
τα επιτόκια των δανείων που χορηγούν οι τράπεζες.
Παρ’ όλα αυτά το σημερινό κόστος του τραπεζικού χρήματος στην Ελλάδα
εξακολουθεί να είναι από τα υψηλότερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επηρεάζοντας έτσι
αρνητικά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και
επιβαρύνοντας σημαντικά τους προϋπολογισμούς των ελληνικών νοικοκυριών.
Σύμφωνα με στελέχη εμπορικών τραπεζών, αν ο πληθωρισμός ήταν ο μοναδικός
παράγοντας στη διαμόρφωση του ύψους των επιτοκίων, αυτά θα ‘πρεπε να ήταν
σήμερα πολύ χαμηλότερα από το 17,5% για βραχυπρόθεσμα δάνεια και το 15,7% για
μακροπρόθεσμα. Τα στελέχη αυτά αποδίδουν τις δυσκολίες για περαιτέρω
ουσιαστική αποκλιμάκωση των επιτοκίων όχι μόνο στην αντιπληθωριστική
νομισματική πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και στις ανταγωνιστικές
ανεπάρκειες του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο, παρά τα σημαντικά
εκσυγχρονιστικά του βήματα τα τελευταία χρόνια, διατηρεί ακόμη, σε ορισμένες
περιοχές του, μη ανταγωνιστικές δομές, κυρίως σε ό,τι αφορά το λειτουργικό του κόστος.
Επιπλέον, όπως επισημαίνουν τα στελέχη αυτά, το κόστος των τραπεζικών δανείων
επιβαρύνεται από τον Ειδικό Φόρο Τραπεζικών Εργασιών που επιβάλλεται επί των
τόκων καθώς και από την εισφορά 1,2% που προστίθεται στο ονομαστικό επιτόκιο.
Επισημαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να μειώσει σταδιακά από τον
Απρίλιο του 2000 την εισφορά του νόμου 128 και όταν το επιτρέψει η
δημοσιονομική συγκυρία, να καταργήσει και τον ΕΦΤΕ που σήμερα είναι 3%. Η
συνολική επιβάρυνση στα επιτόκια από τους δύο αυτούς φόρους ανέρχεται στο 2%.
Παράλληλα, στην κατεύθυνση μείωσης των επιτοκίων θα συμβάλλει και η μείωση
στις αρχές του 2001 στο 2% των υποχρεωτικών δεσμεύσεων των εμπορικών τραπεζών
στην Τράπεζα της Ελλάδος, που σήμερα είναι 12%.



