Κατά της χρήσης του λιμανιού της Θεσσαλονίκης στην περίπτωση που το ΝΑΤΟ
προχωρήσει σε χερσαίες επιχειρήσεις τάσσεται ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος
προβλέπει ότι οι βομβαρδισμοί μπορεί να κρατήσουν τέσσερις πέντε μήνες. Ο
πρώην υπουργός Εξωτερικών εξηγεί ακόμη γιατί ένα ελληνικό βέτο στο ΝΑΤΟ δεν θα
είχε κανένα αποτέλεσμα, αφού η Συμμαχία θα προχωρούσε, έτσι κι αλλοιώς, στους
βομβαρδισμούς με ένα θεσμικό πραξικόπημα. Επιπλέον, ο Μιλόσεβιτς θα έχανε τον
μόνο διεθνή συνομιλητή του και η Ελλάδα θα είχε απομονωθεί. Ο κ. Πάγκαλος λέει
ότι κάθε βόμβα στη Γιουγκοσλαβία δημιουργεί νέους φίλους και συμμάχους για τον
κ. Μιλόσεβιτς και κατηγορεί ορισμένους συμβούλους του κ. Κλίντον ότι εξαρχής
είχαν στο μυαλό τους τη διχοτόμηση του Κοσσυφοπεδίου. Και προσθέτει, πως όσο
περνά ο καιρός, οι πιθανότητες διχοτόμησης του Κοσόβου αυξάνονται. «Η Ευρώπη
υπέστη μια πολιτική συντριβή», λέει ο Θόδωρος Πάγκαλος, επισημαίνοντας ότι τον
οικονομικό λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι Ευρωπαίοι. Ο πρώην υπουργός
Εξωτερικών τονίζει ότι η διεθνής θέση της χώρας καταδείχθηκε από την κρίση
αλλά όσο περισσότερο κρατά η κρίση τόσο πιο σοβαρές θα είναι οι συνέπειες για
την ελληνική οικονομία.Χαρακτηρίζει, τέλος, έσχατο αμάρτημα την προσπάθεια
οποιουδήποτε, να εκμεταλλευθεί την κρίση για τις ευρωεκλογές.
|
|
Ο Θόδωρος Πάγκαλος δεν συμφωνεί με αυτούς που υποστηρίζουν ότι η ελληνική
κυβέρνηση τήρησε, στην κρίση του Κοσόβου, μια «θέση ισορροπίας» δεν μετέχει
μεν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά δεν άσκησε βέτο στο ΝΑΤΟ και
καταδικάζει τις επιχειρήσεις εθνικής κάθαρσης.
Ταυτοχρόνως, ο υπουργός Εξωτερικών εκτιμά ότι η Συμμαχία δεν θα προχωρήσει σε
χερσαίες επιχειρήσεις, αλλά οι βομβαρδισμοί μπορεί να κρατήσουν 4-5 μήνες.
«Εγώ δεν νομίζω ότι πρόκειται για μια θέση ισορροπίας. Θα έλεγα ότι εμείς
έχουμε μία θέση αρχών, όπως εξάλλου από πολύ καιρό είχαμε διακηρύξει, απέναντι
στο κοσοβαρικό πρόβλημα. Τι λένε οι αρχές μας: Πρώτον, να μην καταπατώνται τα
ανθρώπινα δικαιώματα, πουθενά, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη και σε μια χώρα
γειτονική. Αυτή είναι μια αρχή που την εφαρμόζουμε παντού στον κόσμο, δεν
κάνουμε επιλεκτική πολιτική ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως κάνουν ορισμένες
άλλες χώρες, που βλέπουν, ας πούμε, τα παθήματα των Κοσοβάρων, αλλά δεν
βλέπουν τα παθήματα των Κούρδων, διότι εκεί οι βασανιστές και οι
αυθαιρετούντες είναι “δικοί μας άνθρωποι”».
Το απαραβίαστο των συνόρων
«Δεύτερη αρχή, το απαραβίαστο των συνόρων. Από την αρχή, λοιπόν, είπαμε “ναι,
λύση για το κοσοβαρικό, αποκατάσταση ευρύτατης αυτονομίας, προστασία με
διεθνείς εγγυήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά μέσα στα πλαίσια της
Γιουγκοσλαβίας”. Έχω την εντύπωση ότι ιδιαίτερα η αμερικανική ηγεσία, η οποία
ακολουθήθηκε αργότερα και από τις ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών, δεν ετήρησε
αυτήν την επιβαλλόμενη από τις αρχές στάση.
Κάπου τα δικαιώματα των Κοσοβάρων έγιναν το παν και η ακεραιότητα της
Γιουγκοσλαβίας κατά κάποιο τρόπο αναφερόταν ως μια τυπική λεπτομέρεια. Αυτό το
είδα να γίνεται. Ήμουνα παρών και διαμαρτυρόμουν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Για την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας υπήρχε αυτό το lip service, όπως λένε
στα αμερικανικά, δηλαδή, απλώς να λέμε μερικές κουβέντες για να καθησυχάζουμε
τους ακροατές.
Ήταν μια πολύ κακή εξέλιξη, μας οδήγησε εκεί που μας οδήγησε, διότι οι
Κοσοβάροι και ιδιαίτερα οι ακραίοι εκπρόσωποι…».
ΕΡ.: Τους οποίους έχετε χαρακτηρίσει τρομοκράτες…
ΑΠ.: Είναι τρομοκράτες, βεβαίως, διότι δεν αξιοποιούν τις διεθνείς δυνατότητες
που τους δίνονται και προσπαθούν να οξύνουν τις καταστάσεις, διότι έχουν
απαράδεκτες απόψεις. Είναι γνωστό ότι έχουν εμφανίσει σε διάφορα διεθνή
συνέδρια χάρτες της Μεγάλης Αλβανίας, που περιλαμβάνει πέραν των άλλων και
τμήματα της ελληνικής επικράτειας, είναι ανεύθυνοι κι επικίνδυνοι. Λοιπόν:
αυτοί απέκτησαν τον έλεγχο του πληθυσμού με την ανοχή της Δύσης. Αυτό είναι η
αλήθεια κι αυτό είναι μια τεράστια ευθύνη της Δύσης. Νομίζω, λοιπόν, ότι η
θέση της Ελλάδας είναι απλώς σταθερή, εκεί όπου από την αρχή τοποθετηθήκαμε
σωστά, κατά την άποψή μου και σωστά επιμένουμε πάνω στη θέση αυτή και γι’
αυτό καταδικάζουμε και τους βομβαρδισμούς. Διότι αυτό που εζητήθηκε από τον κ.
Μιλόσεβιτς με το Ραμπουγέ-2 το Ραμπουγέ-1 είχε γίνει δεκτό από τον κ.
Μιλόσεβιτς είναι να επιτρέψει ένα δημοψήφισμα, όπου θα ήταν δυνατόν να τεθεί
το αίτημα της ανεξαρτησίας, ως μία εκ των επιλογών. Δηλαδή, στην ουσία να
αποδεχθεί εκ των προτέρων τον διαμελισμό της χώρας του, και ταυτόχρονα για να
οδηγηθούν τα πράγματα εκεί να επιτρέψει την στρατιωτική παρουσία του ΝΑΤΟ, όχι
μόνο στο Κόσοβο αλλά και γενικότερα στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας. Στην ουσία,
δηλαδή, να μετατρέψει όχι μόνο το Κόσοβο σε προτεκτοράτο, αλλά τη
Γιουγκοσλαβία ολόκληρη. Αυτά τα πράγματα καμία κυβέρνηση στον κόσμο δεν θα
μπορούσε να τα δεχθεί. Και, βεβαίως, και ο ίδιος δεν τα εδέχθηκε.
Νομίζω, λοιπόν, ότι η στάση μας είναι όχι στους βομβαρδισμούς, όχι σε αυτήν
την παρεκτροπή που μας έχει οδηγήσει εδώ που έχουμε οδηγηθεί, επάνοδο σε μια
πολιτική λύση που θα στηρίζεται στις αρχικές μας απόψεις κι αυτές που ήταν
πάντα οι ελληνικές απόψεις και που σιγά – σιγά εγκαταλείφθηκαν από τους
εταίρους μας.
Το θέμα του βέτο
Τώρα, το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορούσαμε ή όχι να ασκήσουμε βέτο στο
ΝΑΤΟ. Διότι όταν μια χώρα μένει μόνη της, η καταδικαστική ψήφος, η οποία
εμποδίζει βέβαια τη δράση του Οργανισμού, είναι βέτο. Εγώ λέω ότι το βέτο αυτό
κατ’ αρχήν θα μας απομόνωνε, θα μας εξουδετέρωνε εντελώς και οι Γιουγκοσλάβοι
θα έχαναν τον μόνο διεθνή συνομιλητή, ο οποίος μετέχει στις διαδικασίες, έχει
κάποια κατανόηση για τις θέσεις τους και ταυτόχρονα δεν θα εμπόδιζε τη δράση
του ΝΑΤΟ, διότι το ΝΑΤΟ θα αναγκαζόταν να κάνει θεσμικό πραξικόπημα, ήδη έχουν
γίνει πολλά πραξικοπήματα σε αυτήν την ιστορία, παραγνώριση του ΟΗΕ,
παραγνώριση του ΟΑΣΕ, θα παραγνωριζόταν και το ίδιο το ΝΑΤΟ και μια συμμαχία
εθελοντών, αυτό που ονομάζουν coalition of the willing θα προέβαινε στις ίδιες
ενέργειες και θα έκανε τους βομβαρδισμούς. Κι έτσι θα είχαμε εξουδετερωθεί,
απομονωθεί και θα υφιστάμεθα μια διεθνή κατακραυγή από τα κατευθυνόμενα μέσα
ενημέρωσης, χωρίς να έχουμε κανένα αποτέλεσμα. Αυτό είναι η άποψή μου.
ΕΡ.: Σε περίπτωση που χρειαστούν οι χερσαίες;
ΑΠ.: Ναι. Εκεί, όμως, υπάρχει ευτυχώς, θα έλεγα η γενναία στάση της
κυβέρνησης των Σκοπίων, η οποία δεν επιτρέπει τη δίοδο από το έδαφός της για
τη διενέργεια χερσαίων επιχειρήσεων. Κι επομένως εμείς πρέπει να συνταχθούμε
με αυτή την άποψη των Σκοπίων και να μην επιτρέψουμε τη χρήση του λιμανιού της
Θεσσαλονίκης, με το επιχείρημα ότι αυτό θα αποσταθεροποιήσει περαιτέρω την
περιοχή και δεν θα οδηγήσει σε κανενός είδους λύση. Εξαιρώ το ενδεχόμενο της
αποστολής ειρηνευτικής δύναμης και, βεβαίως, της ανθρωπιστικής βοήθειας;
Όχι στις χερσαίες
|
|
Λιμάνι Θεσσαλονίκης. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος τάσσεται κατά της χρήσης του σε περίπτωση που το ΝΑΤΟ προχωρήσει σε χερσαίες επιχειρήσεις
|
ΕΡ.: Εσείς είχατε προβλέψει ότι θα υπάρξει επέμβαση της Δύσης για το Κόσοβο
και μάλιστα κάτι μήνες πριν αρχίσει. Ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω ποια είναι η
πρόβλεψή σας για τώρα. Θα κρατήσουν μήνες οι βομβαρδισμοί, θα γίνουν χερσαίες επιχειρήσεις…
ΑΠ.: Έχω την εντύπωση ότι χερσαίες επιχειρήσεις αποκλείονται. Θα ήταν πλήρης
έλλειψη οποιασδήποτε σοβαρότητας από την πλευρά της αμερικανικής ηγεσίας να
εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Και πιστεύω ότι είναι πολύ μικρές οι
δυνατότητες να χρησιμοποιήσουν, κατά κάποιο τρόπο, «υποδεέστερους» συμμάχους,
αυτούς που ονομάζω εγώ «παιδιά ενός κατώτερου Θεού», δηλαδή Τούρκους π.χ. Έχω
την εντύπωση ότι η κοινή γνώμη στην Τουρκία θα αντιληφθεί τον χαρακτήρα αυτής
της ενέργειας και επίσης έχω την εντύπωση ότι το τουρκικό στρατιωτικό
κατεστημένο δεν θα θελήσει μια αναμέτρηση που μπορεί να μην είναι και τόσο
αυτόματα ενισχυτική του κύρους και του υποτιθεμένου αηττήτου των τουρκικών
ενόπλων δυνάμεων.
Μπορούν να κρατήσουν, βέβαια, τους βομβαρδισμούς, όπως έχουν δηλώσει ότι θα
κάνουν. Μπορεί να περάσουν 4-5 μήνες. Και το ερώτημα που τίθεται είναι, δεν
βλέπει η αμερικανική ηγεσία ότι αυτό δεν οδηγεί πουθενά;
ΕΡ.: Άρα θεωρείτε ότι αργά ή γρήγορα θα επανέρθουμε σε ένα πολιτικό επίπεδο;
ΑΠ.: Μα, κάθε βόμβα που πέφτει στη Γιουγκοσλαβία δημιουργεί νέους φίλους και
συμμάχους του κ. Μιλόσεβιτς, τον ενισχύει ακόμη περισσότερο. Ο κ. Μιλόσεβιτς
όταν ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί ήταν ένας υπό αμφισβήτησιν ηγέτης στη δική του
τη χώρα. Είχε μια ζωηρή, ισχυρή και αναπτυσσόμενη αντιπολίτευση. Και βλέπουμε,
τελικά, ότι κι αυτή η αντιπολίτευση αναγκάσθηκε να συσπειρωθεί γύρω από τον Μιλόσεβιτς.
Το μεταπολεμικό σκηνικό
ΕΡ.: Και συνολικά για το μεταπολεμικό σκηνικό στα Βαλκάνια, τι βλέπετε;
Βλέπετε, ας πούμε, την προοπτική ενός προτεκτοράτου; Κι αυτό το περίφημο
απαραβίαστο των συνόρων;
ΑΠ.: Εγώ νομίζω ότι αυτό δεν είναι σοβαρό, ότι το προτεκτοράτο η Γιουγκοσλαβία
δεν θα το αποδεχθεί ποτέ. Μία λύση η οποία ενδεχόμενα να μπορούσαν να
υλοποιήσουν, η οποία είναι μια πραγματικά τραγική ομολογία αποτυχίας της
διεθνούς κοινότητας και ιδιαίτερα της αμερικανικής ηγεσίας, θα ήταν η
διχοτόμηση. Και πολύ φοβούμαι ότι, ίσως όχι ο ίδιος ο πρόεδρος Κλίντον, αλλά
ορισμένοι σύμβουλοί του αυτό είχαν εξ αρχής στο μυαλό τους. Είναι η γνωστή
διαδικασία που δοκιμάστηκε και στην Κύπρο το ’74: Στρατιωτικές επιχειρήσεις,
εκ των πραγμάτων εθνοκάθαρση, δημιουργία συμπαγών από εθνική άποψη χώρων, διχοτόμηση.
ΕΡ.: Θεωρείτε αυτή τη «λύση» ως την πιθανότερη;
ΑΠ.: Όσο περνάει ο καιρός, οι πιθανότητες μιας τέτοιας τραγικής έκβασης είναι
ισχυρότερες. Το ονομάζω τραγικό, ξέρετε, όχι γιατί έχω ένα θρησκευτικό μίσος
εναντίον των διχοτομήσεων, αλλά γιατί αυτό θα ανοίξει παραπέρα προσπάθειες
αποσταθεροποίησης στις γειτονικές χώρες, π.χ. στα Σκόπια, και γιατί θα
δημιουργήσει μια βάση για ένταση, μνησικακία και μίσος για το μέλλον. Θα
ταλανίζει, δηλαδή, την περιοχή για πολλά χρόνια, ίσως για μια ή δυο γενιές.
ΕΡ.: Κι οι προσπάθειες της Ευρώπης; Επειδή έχετε παρακολουθήσει επί πολλά
χρόνια τις διαδικασίες πολιτικής ενοποίησης…
ΑΠ.: Είναι σαφές ότι η Ευρώπη υπέστη μια πολιτική συντριβή. Είμαι βαθύτατα
πεπεισμένος ότι η κοινή γνώμη, η οποία είναι τώρα κατά κάποιο τρόπο ναρκωμένη
από τον ενορχηστρωμένο θόρυβο των οπαδών των Κοσοβάρων, οι οποίοι έχουν
συγκεκριμένες πολιτιστικές αναφορές και ξαναλειτουργούν, ρονταρισμένοι από την
υπόθεση της Βοσνίας, απλώς επαναλαμβάνουν το ίδιο θέαμα και ακρόαμα, όταν
συνέλθει από αυτό η κοινή γνώμη θα δει πόσο τραγική ήταν η εικόνα της
ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας, η οποία δεν ετόλμησε ούτε στιγμή να προβάλει τα
λογικά επιχειρήματα τα οποία διετύπωνε.
ΕΡ.: Δεν έχει πολιτικό λόγο…
ΑΠ.: Όχι, πολιτικό λόγο, εσωτερικό, έχει. Ακούγονται λογικά πράγματα κανείς,
όμως, δεν τολμά να σηκώσει το κεφάλι, είναι σαφές ότι η Ευρώπη είναι σε αυτή
την υπόθεση υποχείριο της αμερικανικής ηγεσίας. Και βεβαίως εδώ πιστεύω, δεν
είμαι οπαδός των συνωμοσιών, αλλά πιστεύω ότι ο κ. Κλίντον θα έχει δύο θετικά
αποτελέσματα μιας κακώς εννοούμενης πολιτικής ηγεμονίας: Πρώτον, θα έχει
ταπεινώσει πολιτικά την Ευρώπη, ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη αρχίζει να
διεκδικεί το μερίδιό της από την ηγεσία της διεθνούς κοινότητας. Και δεύτερον,
θα αφήσει πίσω του έναν βαρύτατο λογαριασμό, οικονομικό, τον οποίο βεβαίως οι
Ευρωπαίοι θα πληρώσουν.
Το λάθος της Αλβανίας
ΕΡ.: Τις τελευταίες ημέρες υπάρχουν όλο και περισσότερες πληροφορίες για
συγκρούσεις στα σύνορα Αλβανίας-Γιουγκοσλαβίας. Και η αίσθηση στην Αθήνα είναι
ότι η ευθύνη βαρύνει τα Τίρανα. Εσείς, ως υπουργός, είχατε προσπαθήσει για τη
βελτίωση των ελληνοαλβανικών σχέσεων. Τώρα, πώς βλέπετε το κοσοβαρικό να
επηρεάζει τις σχέσεις μας, αφενός μεν με τα Τίρανα αφετέρου δε με τα Σκόπια;
ΑΠ.: Εγώ νομίζω ότι οι σχέσεις της Αλβανίας και της Ελλάδος πρέπει να είναι
ορισμένες κι ανεξάρτητες από τις οποιεσδήποτε εξελίξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι
δεν πρέπει να τους λέμε τη γνώμη μας. Και η γνώμη μας εν προκειμένω είναι ότι
οποιαδήποτε προσπάθεια αναμέτρησης Αλβανίας-Γιουγκοσλαβίας είναι θανάσιμο
λάθος για την Αλβανία και εγκληματική ενέργεια εις βάρος της ομαλότητας της
περιοχής. Γι’ αυτό είδα με κατάπληξη ότι οι Αμερικανοί ενεφάνισαν έναν
αιχμάλωτο Γιουγκοσλάβο αξιωματικό στα Τίρανα. Θεωρώ την πράξη αυτή
κακοηθέστατη και πρωτοφανούς ανευθυνότητας. Εμείς πάσχουμε, συμπάσχουμε με τον
αλβανικό λαό, όπως ξέρετε, αυτή τη στιγμή εάν υπάρχει Αλβανία οφείλεται αυτό
σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική αρωγή, άμεση ή έμμεση, της Ελλάδας. Γι’ αυτό
θα συνιστούσα στην αλβανική ηγεσία ψυχραιμία, να λείψουν οι πολιτικαντισμοί,
αλλά οι υπεύθυνες πολιτικές ηγεσίες έχουν ως ρόλο να χαλιναγωγούν την κοινή
γνώμη κι όχι να την εξάπτουν.
Η διστακτικότητα των Σκοπίων ήταν αυτή που εμπόδισε το να προχωρήσει μια
συμφωνία με τα Σκόπια για το όνομα Republika Macedonia – Skopia, λέει ο
Θόδωρος Πάγκαλος, αποκαλύπτοντας ότι όλες οι τεχνικές συζητήσεις είχαν ολοκληρωθεί.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών τονίζει ότι η κρίση στο Κόσοβο δείχνει πως όλες οι
επιμέρους διαφορές μεταξύ των βαλκανικών κρατών πρέπει να τεθούν «σε παρενθέσεις».
ΕΡ.: Λέγεται ότι ως υπουργός είχατε «βγάλει από τη μέση» όλα τα τεχνικά
προβλήματα για την επίλυση του θέματος του ονόματος των Σκοπίων κι απέμενε
μόνο το θέμα της πολιτικής βούλησης ένθεν κακείθεν.
ΑΠ.: Ναι, είναι αλήθεια. Είχαμε καταλήξει, αφού είχαν προηγηθεί μακρότατες
τεχνικές συνομιλίες, μεταξύ δύο ικανότατων στελεχών των δύο υπουργείων
Εξωτερικών, του κ. Ζαχαράκι και του κ. Τοσέφσκι. Είχαμε καταλήξει στη σχετικά
απλή λύση της προσθήκης ενός γεωγραφικού προσδιορισμού σε μια ονομασία που θα
είχε στο σύνολό της γεωγραφικό χαρακτήρα: Republica Macedonia – Skopia.
ΕΡ.: Γιατί δεν έγινε, λοιπόν, η συμφωνία;
ΑΠ.: Κατά την άποψή μου υπάρχει μια διστακτικότητα από πλευράς των Σκοπίων, η
οποία είναι εσφαλμένη. Εγώ τους είχα επανειλημμένα εξηγήσει ότι θα υπάρξει μια
στιγμή όπου θα πρέπει η Ελλάδα να εγκρίνει ή να προωθήσει τις υποψηφιότητές
τους στις διαδικασίες ευρωατλαντικής ενοποίησης στις οποίες θέλουν να
μετάσχουν και βεβαίως δεν μπορεί να το κάνει, αν δεν υπάρχει ένα όνομα που θα
είναι κοινά αποδεκτό, όπως το προβλέπει κι η Ενδιάμεση Συμφωνία, εξάλλου.
Βέβαια, πρέπει να σας πω, αν κι η ιδέα αυτή είχε την υποστήριξή μου, δεν το
είχα φέρει προς συζήτηση σε συλλογικά όργανα της κυβέρνησης, όπως θα είχα την
υποχρέωση να πράξω. Οπότε δεν είμαι έτοιμος να πω ότι η Ελλάδα την είχε
αποδεχθεί. Εγώ όμως την έβλεπα θετική κι ήμουν διατεθειμένος να την προωθήσω,
εάν κι από την άλλη πλευρά είχα μιαν ενθάρρυνση. Δεν την είχα και γι’ αυτό δεν συνέχισα.
Γυρίσαμε πίσω
ΕΡ.: Τώρα, με την κρίση στο Κόσοβο, θεωρείτε ότι υπάρχει μια…
ΑΠ.: Εγώ θεωρώ ότι η κρίση στο Κόσοβο δείχνει ότι όλα αυτά τα επιμέρους και μη
ουσιώδη θέματα μεταξύ των βαλκανικών χωρών πρέπει να τεθούν σε παρενθέσεις και
να ρυθμισθούν με ραγδαίες διαδικασίες για να μην επιδεινώνονται και για να μη
δημιουργούν τέτοιου είδους εντάσεις. Πρέπει να εξοστρακίσουμε, να εξοβελίσουμε
τον εθνικισμό από όλες τις σχέσεις μεταξύ των βαλκανικών χωρών για να ανοίξει
μια προοπτική για το μέλλον. Η κατάσταση που ζούμε μας πάει δεκαετίες πίσω.
ΕΡ.: Αυτό ισχύει και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Γιατί υπάρχει η
αίσθηση ότι η βαλκανική κρίση «μας έφερε πιο κοντά» με την Τουρκία…
ΑΠ.: Όχι, δεν νομίζω. Εκεί είναι άλλο θέμα. Εκεί είναι μια ιστορία που κρατάει
πάρα πολύν καιρό κι όπου δεν υπάρχουν δυνατότητες συνεννόησης, διότι η Τουρκία
δεν συμμετέχει στη διεθνή έννομη τάξη. Όταν ξεκινά κανείς ορισμένες
διαδικασίες συνδιαλλαγής, διαμεσολάβησης, πρέπει να υπάρχει και μια κοινή
συμφωνία ή, εν πάση περιπτώσει, μια κατάσταση η οποία να λέει ποιος θα
επιλύσει τη διαφορά, εάν τελικά δεν συμφωνήσεις. Με την Τουρκία αυτό το τελικό
στάδιο, δεν υπάρχει. Διότι η Τουρκία δεν το αποδέχεται. Άρα κάθε συζήτηση
είναι στην πραγματικότητα μια νέα σύγκρουση με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων.
Γιατί να πολλαπλασιάζουμε τις συγκρούσεις; Ξέρετε, υπάρχει αυτή η άποψη της,
πώς να την ονομάσω, της αφελούς κι ονειροπόλου Αριστεράς στην Ελλάδα, η οποία
θέλει σώνει και καλά να αγαπήσει την Τουρκία. Μα, δεν κάνουμε τίποτε άλλο
εκτός από το να συζητάμε με την Τουρκία, δεν έχουμε πάψει ποτέ να συζητάμε.
Και κάθε φορά που συζητάμε όχι μόνο δεν βρίσκουμε καμιά λύση, αλλά οι Τούρκοι
προσθέτουν κι άλλα στοιχεία για να πλουτίσουν την ατζέντα των διενέξεων και
για να κάνουν τη σχέση μας πιο περίπλοκη. Ο διάλογος, λοιπόν, είναι μέθοδος
για να επιδεινώσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκτός αν υπάρξει στην Τουρκία
μια κυβέρνηση η οποία θα αποφασίσει να πολιτευθεί με τρόπο πολιτισμένο.
Η ελληνική θέση
ΕΡ.: Συμφωνείτε με την άποψη ότι η κρίση στο Κόσοβο ισχυροποίησε τη θέση
της χώρας μας;
ΑΠ.: Η κρίση στο Κόσοβο ανέδειξε τη διεθνή θέση της Ελλάδας. Αποτελεί όμως
εκκρεμότητα που δεν μπορεί να έχει καλά αποτελέσματα για την οικονομία μας
κι όσο περισσότερο διαρκέσει τόσο πιο μεγάλο θα είναι το πρόβλημα που θα δημιουργηθεί.
ΕΡ.: Και συμφωνείτε ότι η κρίση ενισχύει τις πιθανότητες να κερδίσει το
ΠΑΣΟΚ τις ευρωεκλογές;
ΑΠ.: Αν θέλετε, θεωρώ απαράδεκτο να τίθεται η ερώτηση αυτή για την επίδραση
πάνω στις ευρωεκλογές. Με την εξής έννοια: Δεν θεωρώ ότι κακώς το σκέφτεστε,
ίσως μπορώ να ομολογήσω ότι κι εγώ το σκέφτηκα, αλλά δεν θα ήθελα πραγματικά
να το συζητήσω. Αρνούμαι να το συζητήσω. Δεν θέλω πόλεμος, νεκροί, δυστυχία με
οποιονδήποτε τρόπο να ωφελήσουν τον έναν και τον άλλον.

