|
|
Κόκκαλης. Κατέθεσε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής στοιχεία για τη σύμβαση της «Ιντραλότ» με το Δημόσιο
|
«Μέχρι σήμερα, το Ξυστό λειτουργεί σωστά. Δεν έχει παραβιαστεί κανείς από
τους όρους της σύμβασης που έχουμε υπογράψει με το Δημόσιο. Και αυτό, έχει
αποδειχθεί από τις εισαγγελικές έρευνες που έχουν γίνει, ύστερα από
καταγγελίες, και έχουν τεθεί στο αρχείο».
ΑΥΤΟ δήλωσε κατηγορηματικά χθες στα μέλη της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων
της Βουλής, ο επιχειρηματίας κ. Σ. Κόκκαλης, ιδιοκτήτης της εταιρείας
«Ιντραλότ», η οποία διαχειρίζεται το Ξυστό. Και πρόσθεσε ότι εάν υπογραφεί η
νέα σύμβαση, τότε το Δημόσιο θα εισπράξει την επόμενη πενταετία 170
δισεκατομμύρια δραχμές.
Ο κ. Κόκκαλης παραβρέθηκε στη συνεδρίαση της αρμόδιας Κοινοβουλευτικής
Επιτροπής «αποδεχόμενος πρόθυμα» όπως είπε τη σχετική πρόσκληση
προκειμένου να ενημερώσει τα μέλη της για τη σύμβαση που έχει υπογραφεί
ανάμεσα στην εταιρεία του και το Ελληνικό Δημόσιο.
Η αίθουσα 223 της Βουλής ήταν κατάμεστη από νωρίς το πρωί. Τον χώρο δεξιά και
αριστερά από τα έδρανα είχαν καταλάβει, αρκετή ώρα πριν από τις 12 το
μεσημέρι, τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ. Όλοι, ανέμεναν την εμφάνιση
στην επιτροπή του κ. Κόκκαλη αλλά και των διευθυντών των εφημερίδων
«Ελευθεροτυπίας» και «Ελεύθερου Τύπου», όπως είχε ανακοινώσει προχθές ότι θα
τους προσκαλέσει η Διακομματική Επιτροπή.
Μάλιστα, ήταν τέτοιος ο συνωστισμός, ώστε ο πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών
Υποθέσεων κ. Ι. Γιαννακόπουλος υποχρεώθηκε να παρέμβει πολλές φορές
προκειμένου να επιβάλει την τάξη. Στην αρχή, διάβασε επιστολή προς την
επιτροπή από τον διευθυντή της «Ελευθεροτυπίας» με την οποία ο κ. Σεραφείμ
Φυντανίδης εξηγούσε ότι για λόγους αρχής δεν ήταν δυνατόν να παραβρεθεί στη
συνεδρίαση. Για την απουσία του διευθυντή του «Ελεύθερου Τύπου» κ. Γιώργου
Κύρτσου ο πρόεδρος της επιτροπής είπε απλώς ότι είχε ενημερωθεί εγκαίρως από
τον κ. Κύρτσο.
Ο κ. Σ. Κόκκαλης, αφού έκανε μία σύντομη αναφορά στο ιστορικό της σύμβασης,
από τον Φεβρουάριο του 1993, οπότε και κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός στην
«Ιντραλότ», μέχρι σήμερα, είπε ότι ο ανάδοχος «έχει εκπληρώσει όλες τις
υποχρεώσεις που προέβλεπε η σύμβαση με το κράτος».
Ιδιαίτερα στάθηκε στα έσοδα που έχει το Δημόσιο την τελευταία πενταετία από το
Ξυστό, λέγοντας ότι, παρά τις αρχικές προβλέψεις, ήταν επτά φορές περισσότερα.
«Αντί σήμερα να είσαστε εδώ και να ρωτάτε το άλφα ή το βήτα, έπρεπε να είσαστε
ευχαριστημένοι που το Στιγμιαίο Κρατικό Λαχείο αντί για 5 δισ. δραχμές που
προβλεπόταν αρχικά έδωσε στο Δημόσιο 37 δισ. ετησίως».
Η άποψη αυτή του κ. Κόκκαλη προκάλεσε την αντίδραση του βουλευτή του ΚΚΕ κ.
Στ. Κόρακα, ο οποίος χαρακτήρισε ως «απαράδεκτο τον υπαινιγμό», τονίζοντας πως
τα χρήματα αυτά είναι του ελληνικού λαού. Και υποστήριξε ότι ταυτόχρονα και η
«Ιντραλότ» αύξησε αναλόγως τα κέρδη της μεγαλώνοντας τον τζίρο του λαχείου.
Ο κ. Κόκκαλης απάντησε ότι οι ιδιωτικές εταιρείες δεν είναι δυνατόν να
δουλεύουν χωρίς κέρδος και πως πουθενά μέχρι τώρα στη συνεργασία με το Δημόσιο
έχει υπάρξει η παραμικρή έλλειψη διαφάνειας. «Σύμφωνα με τα διεθνή στατιστικά
στοιχεία, το Ξυστό, σε περισσότερες από 150 χώρες στον κόσμο, βρίσκεται στην
έκτη ή έβδομη θέση σε σχέση με τις πωλήσεις του, ετησίως».
Από την πλευρά της Ν.Δ. ο βουλευτής κ. Μ. Κεφαλογιάννης έθεσε θέμα διαχείρισης
της διαφημιστικής καμπάνιας από την «Ιντραλότ» για το Ξυστό σχολιάζοντας ότι
μέρος του ποσού (που ανέρχεται σύμφωνα με τη σύμβαση στο 1% του τζίρου)
χρησιμοποιείται για άλλες δραστηριότητες του Ομίλου του κ. Κόκκαλη.
Ακόμη, ο ίδιος αλλά και ο Π. Καμμένος έκαναν λόγο για έλλειψη τυπικών
προϋποθέσεων στην κατάθεση εγγυητικής επιστολής, ύψους 2 δισ. δραχμών, όπως
προέβλεπε η αρχική σύμβαση της εταιρείας με το Δημόσιο.
Και τόνισαν ότι, με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει, η επιστολή αυτή
δεν κατατέθηκε εγκαίρως, με συνέπεια από τον Δεκέμβριο του 1993 να παρέχεται η
δυνατότητα στο Δημόσιο να ακυρώσει τη σύμβαση με την «Ιντραλότ».
Η ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ
Στις αναφορές των βουλευτών της Ν.Δ. ο κ. Κόκκαλης απάντησε ότι τα χρήματα της
εγγυητικής επιστολής κατατέθηκαν στο συμφωνηθέν με το Δημόσιο χρονικό
διάστημα. Αλλά και τη διαφημιστική καμπάνια του Στιγμιαίου Κρατικού Λαχείου
αιτιολόγησε, σημειώνοντας ότι «η κυβέρνηση, σύμφωνα με τη σύμβαση, ανέθεσε
στον ανάδοχο κατ’ αποκλειστικότητα τον τομέα της διαφήμισης».
Και υπογράμμισε ότι το 1994 δαπανήθηκε για τις ανάγκες της διαφήμισης το 1,8%
του τζίρου και αντίστοιχα το 1995 το 1,7%, το 1996 το 1,8% και το 1997 το 2,3%.
Από τον ΣΥΝ ο βουλευτής κ. Ε. Αποστόλου θεώρησε ότι το θέμα δεν είναι
εισπρακτικό και ζήτησε να γίνει γνωστός ο τρόπος με τον οποίο τα χρήματα από
τα κερδισμένα δελτία, που δεν εισπράττονται από τους παίκτες, καταλήγουν στο Δημόσιο.
ΟΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ
Στην παρατήρηση αυτή, ο ιδιοκτήτης της «Ιντραλότ» πληροφόρησε τα μέλη της
επιτροπής πως το Δημόσιο εισπράττει το 100% αυτών των λαχνών. Και πρόσθεσε ότι
το κράτος μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή όλες τις «φάσεις της διαδικασίας».
Μάλιστα, εξήγησε ότι τα λαχεία του Ξυστό εισάγονται από την Αμερική, γίνεται η
καταμέτρηση της κάθε σειράς στο Τελωνείο από το υπουργείο Οικονομικών και
υπογράμμισε ότι σε ειδικές αποθήκες φυλάσσονται 450 εκατ. λαχνοί, «όπου μπορεί
η κυβέρνηση με δικά της έξοδα να διενεργήσει έλεγχο».
Ο κ. Κόκκαλης, καταλήγοντας, επέμεινε συνολικά στον όμιλο επιχειρήσεων της
«Ιντρακόμ» και τόνισε ότι είναι «ο μεγαλύτερος εγχώριος επενδυτής στην Ελλάδα
τα τελευταία χρόνια». Διευκρίνισε ότι «ο ανταγωνισμός δεν είναι ανάμεσα στην
εταιρεία και σε τμήμα των ΜΜΕ ούτε όμως με την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο.
Αλλά, με ομοειδείς εταιρείες οι οποίες δεν έχουν ακόμη κατανοήσει τις
σύγχρονες απαιτήσεις». Και κατέληξε «ελπίζω να μην υπάρξουν στο εξής μόνο
επικρίσεις αλλά να έχουμε και την υποστήριξη από τα μέλη του Κοινοβουλίου». Θα
πρέπει να σημειωθεί ότι στον κ. Κόκκαλη δεν υποβλήθηκαν ερωτήσεις από τους
βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και του ΔΗΚΚΙ.
