Μετά τη συνάντηση. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, κατηφής, περιστοιχισμένος από

τους συνεργάτες του, ανακοινώνει στους δημοσιογράφους την άρνησή του στις

πιέσεις των Αμερικανών

«Ο Τζόνσον δεν θα μου συγχωρέσει ποτέ την ήττα του και μάλιστα σε προεκλογική

περίοδο. Οι “μεγάλοι” δεν συγχωρούν ποτέ. Να είσαι βέβαιος ότι ήδη έχει

αρχίσει το έργο της διάβρωσης. Θα βρουν ανθρώπους ακόμα και στον δικό μας

χώρο. Πόσος καιρός θα χρειασθεί, δεν το ξέρω. Αλλά είναι βέβαιο ότι οι

Αμερικανοί θα με ρίξουν».

ΤΑ ΛΟΓΙΑ αυτά του Γεωργίου Παπανδρέου, τον Ιούνιο του 1964, αποδείχθηκαν

προφητικά. Έναν χρόνο αργότερα, έγινε η αποστασία. Ο Ανδρέας Μοθωνιός,

διευθυντής του ιδιαίτερου γραφείου του «Γέρου», συνόδευσε τον τότε πρωθυπουργό

στο ταξίδι του στην Ουάσιγκτον, για να συναντηθεί με τον Αμερικανό πρόεδρο

Λύντον Τζόνσον.

«Στις αρχές Ιουνίου ειδοποιηθήκαμε για την πρόσκληση του Τζόνσον. Στις 23

Ιουνίου έφθασε το ιδιωτικό αεροπλάνο του Αμερικανού προέδρου για να μας

μεταφέρει στην Ουάσιγκτον. Είχαμε μάθει ότι μια εβδομάδα πριν, βρισκόταν στον

Λευκό Οίκο ο Ισμέτ Ινονού, τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας. Οι Αμερικανοί

συνέχισαν να πιέζουν ώστε να μεταβληθεί το Κυπριακό από διεθνές θέμα σε

ελληνοτουρκική διαφορά, γι’ αυτό και ήταν δεδομένο ότι θα επιμείνουν για

συνάντηση Παπανδρέου – Ινονού».

Το Air Force 1 απογειώθηκε στις 10 το πρωί. «Λίγο μετά, μας ήρθε μια έντονη

μυρωδιά. Στην κουζίνα ετοίμαζαν το κλασικό αγγλοσαξονικό πρωινό: αυγά με

μπέικον. “Οι πρώτες ενδείξεις δεν προδικάζουν ευχάριστα τα αποτελέσματα του

ταξιδιού”, γυρνάει και μου λέει ο Γ. Παπανδρέου. Ποιες ενδείξεις, Πρόεδρε, τον

ρωτάω. “Υποπτεύομαι ότι θα φάμε τα υπόλοιπα του Ινονού. Δεν σου μυρίζει

παστουρμάς; Στον Τούρκο πρόσφεραν από αβρότητα το εθνικό του έδεσμα. Σε μας

προσφέρουν τα περισσεύματά του”. Μα, πρόκειται για μπέικον. “Σε μπέικον θα το

μεταβαπτίσουν, αλλά θα πρόκειται περί γνησίου παστουρμά…”, επέμεινε γελώντας».

ΤΟ «ΟΧΙ»



Το μενού. «Κοτόπουλο Παπανδρέου» ήταν το πρώτο πιάτο που σερβιρίστηκε στο

επίσημο δείπνο. Τον κατάλογο με το μενού του κ. Μοθωνιού, υπέγραψαν ο Λ.

Τζόνσον και ο Γ. Παπανδρέου

Στο τραπέζι των επίσημων συνομιλιών, εκτός του πρωθυπουργού, από ελληνικής

πλευράς είχαν παρακαθήσει ο Ανδρέας Παπανδρεου, ως υπουργός Προεδρίας τότε, ο

υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος και ο Έλληνας πρεσβευτής στην

Ουάσιγκτον, Αλέξανδρος Μάτσας. Οι Αμερικανοί άρχισαν να ασκούν έντονες

πιέσεις. Τόσο ο πρόεδρος Τζόνσον όσο και ο υπουργός Εξωτερικών Ντην Ρασκ, αλλά

και ο υπουργός Άμυνας Ρόμπερτ Μακναμάρα, έθεσαν το θέμα της συνάντησης με τον

Ινονού, που περίμενε στην Νέα Υόρκη. «Ο Γεώργιος Παπανδρέου τους απάντησε: Οι

προτάσεις σας αποτελούν τελεσίγραφο της Τουρκίας, το οποίον μάς μεταφέρετε και

μας ζητείτε την άνευ όρων παράδοση. Μας λέτε: ή θα υποταγείτε ή θα γίνει

εισβολή. Αυτό ακριβώς σημαίνει τελεσίγραφο. Αλλά αυτού του είδους τα

τελεσίγραφα έχει λάβει η Ελλάς από τον φασισμό και τον ναζισμό. Ουδέποτε

ανέμενε ότι θα ελάμβανε από τους συμμάχους και μάλιστα από τους ηγέτας του

ελεύθερου κόσμου. Το τελεσίγραφο είναι τουρκικό. Μας το διαβιβάζετε. Αυτό, εάν

δεν σημαίνει αποδοχή, σημαίνει ανοχή εκ μέρους σας. Χωρίς καμμία μεγαληγορία,

εις ηρεμώτατον τόνο, οφείλω να σας δώσω την απάντηση, την οποία υπαγορεύει η

Ιστορία και η τιμή του Έθνους μου. Όχι».

ΠΑΓΩΣΑΝ ΟΛΟΙ

«Πάγωσαν όλοι», θυμάται ο Ανδρέας Μοθωνιός. Ο Μακναμάρα, θέλοντας να πιέσει

την κατάσταση, είπε ότι οι ΗΠΑ μπορεί να παρενέβησαν και να εμπόδισαν ένα

θερμό επεισόδιο, αλλά θα είναι πολύ δύσκολο να το κάνουν και δεύτερη φορά. «Σε

περίπτωση σύγκρουσης, η Τουρκία διαθέτει δεκαπλάσια αεροπορική δύναμη από τη

δική σας και πρέπει να προσέξετε». Ο Παπανδρέου τον ευχαρίστησε για την

πληροφορία και επειδή, όπως του είπε, «εσείς φροντίσατε να την καταστήσετε

τόσο ισχυρή. Όμως», πρόσθεσε, «στην Ελλάδα έχουμε μια παροιμία: απ’ τα μαλλιά

πιάνεται ο πνιγμένος. Πνιγμένος στην προκειμένη περίπτωση είναι η Κύπρος. Τα

μαλλιά, η Σοβιετική Ένωση που διαθέτει εκατονταπλάσια αεροπορική δύναμη από

την Τουρκία».

Όλοι έμειναν άναυδοι. Η συνάντηση είχε τελειώσει. «Ο Λύντον Τζόνσον, ένας

“τύπος” καουμπόι ακόμα και στο περπάτημα, ήταν τόσο εκνευρισμένος, που δεν

έμεινε ούτε για τη σύνταξη του ανακοινωθέντος. Πήγαμε δίπλα, στο Μπλαιρ Χάουζ

όπου μέναμε και άρχισε μια παρέλαση επισήμων προκειμένου να καμφθεί η άρνηση

του Γ. Παπανδρέου: Μακναμάρα, Άτσεσον, Χάρρυμαν, Μακόνεϋ, ακόμα και ο Καναδός

υπουργός Εξωτερικών Μάρτιν. Όλοι, όμως, έφευγαν άπρακτοι».

ΣΤΟ ΔΕΙΠΝΟ

Το βράδυ, στο επίσημο δείπνο, τους περίμενε άλλη μια έκπληξη. Το πρωτόκολλο

του Λευκού Οίκου προβλέπει, όταν δίνονται γεύματα προς τιμήν ξένου επίσημου,

ένα από τα φαγητά να φέρει το όνομά του. «Ο σεφ της προεδρικής κουζίνας, στην

περίπτωση Παπανδρέου επέλεξε το κοτόπουλο. Έτσι, στο μενού που βρισκόταν στη

θέση καθενός από τους 110 καλεσμένους αναγραφόταν και το φαγητό: “Κοτόπουλο

Παπανδρέου”. Το κοτόπουλο, όμως, αποδείχθηκε τελικά πολύ σκληρό για τα δόντια τους…»

Η ελληνική αποστολή μετέβη στη Νέα Υόρκη ­ απ’ όπου είχε αναχωρήσει πλέον ο

Ινονού ­ για να επιστρέψει στην Αθήνα. «Το πρωί, βλέπω πρωτοσέλιδο τίτλο στην

“Ουάσιγκτον Ποστ”: Ο Τζόνσον ηττήθη από τον Παπανδρέου. Ανεβαίνω στο δωμάτιο

του “Γέρου” και του το δείχνω χαρούμενος. Τι γελάς, μου απάντησε σκεφτικός.

Τώρα πια είναι σίγουρο ότι θα μας ρίξουν. Αργότερα, πήγα για ψώνια και του

έφερα δώρο ένα ζευγάρι παντόφλες. Όταν του της έδωσα, μ’ ευχαρίστησε και με

περιπαικτικό τόνο, πρόσθεσε: Μια και δεν κατάφερε ο Τζόνσον να μου δώσει τα

παπούτσια στο χέρι, αποφάσισε να μου δώσεις εσύ τις παντόφλες στο χέρι».

Η τελευταία προσπάθεια να μεταπεισθεί ο Γ. Παπανδρέου επιχειρήθηκε από τον

Αντλάϊ Στήβενσον. «Ήρθε λίγα λεπτά πριν από την αναχώρησή μας για το

αεροδρόμιο και το μόνο που κατάφερε ήταν μια δίωρη καθυστέρηση του αεροπλάνου

της “Παναμέρικαν” που θα μας μετέφερε στο Παρίσι, για την συνάντηση του

προέδρου με τον στρατηγό Ντε Γκωλ. Στο αεροπλάνο ο πρωθυπουργός ήταν

συννεφιασμένος. Τον πλησίασα και του είπα: Κύριε Πρόεδρε, υπερασπίσατε

Θερμοπύλες και μάλιστα νικηφόρα. Γύρισε, με κοίταξε και απάντησε: Όπως το λέει

κι ο Καβάφης, ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιόταν, όχι θα ξανάλεγε».