Ιταλο Καλβίνο: το αντι-έπος της καθημερινότητας

Ανοιχτό παράθυρο στη μνήμη

, Γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 07/08/2010 07:00 |
Ο κόσμος της φτωχολογιάς παρελαύνει στα διηγήματα του Ιταλο Καλβίνο (κάτω), χωρίς να εξιδανικεύεται, σκληρός, με τοξινωμένα αισθήματα και σχέσεις, όπως ήταν στα χρόνια του πολέμου και τα αμέσως κατοπινά, όταν η δυσπραγία ήταν καθημερινή κατάσταση. Εδώ η Αννα Μανιάνι σε μια σκηνή από τη «Μάμα Ρόμα» του Παζολίνι που αποδίδει επίσης την εποχή
 Ανοιχτό παράθυρο στη μνήμη
Χρόνια ζόρικα, στερημένα, που ανακαλούνται άλλοτε με φρίκη και άλλοτε με τρυφερότητα για την αλήθεια των αισθημάτων ή τη δύναμη των συγκινήσεων. Η μεταπολεμική Ιταλία παλεύει με το γέλιο και με το δάκρυ για την επιβίωση και χτίζει το αντι-έπος της καθημερινότητας.

Πια το ευρύ αναγνωστικό κοινό ο Ιtalo Calvino (1923-1985) συνδέεται συνειρμικά με τις Αόρατες πόλεις (1972) ή το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης (1979), ενδεχομένως και για τη «φανταστική» τριλογία του ( Ο διχοτομημένος υποκόμης, 1952, O αναρριχώμενος βαρόνος, 1957, Ο ανύπαρκτος ιππότης, 1959). Η συστηματική τριβή του στη δεκαετία του ΄50 με τα ιταλικά παραμύθια ενίσχυσε την αφηγηματική χάρη και τον ευφάνταστο τόνο των κειμένων του, προσδίδοντάς του τον τιμητικό τίτλο του «παραμυθά». Η πλούσια λογοτεχνική παραγωγή του σφραγίζεται από ένα διακριτό παιγνιώδες, έντεχνο ύφος, με τάση για πειραματικές αναζητήσεις και επινοητικές λύσεις, ιδίως μετά τη συνάντησή του με τον Κενώ στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και την προσχώρησή του στην ομάδα Οulipo. Ο Καλβίνο μπήκε νωρίς στον χώρο των γραμμάτων από την πύλη της Αριστεράς: διαπαιδαγωγημένος από οικογένεια ελευθεροφρόνων, άθεων επιστημόνων, αποκτά ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια αντιφασιστική συνείδηση, γίνεται μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του παρτιζάνικου κινήματος, ενώ αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου αρχίζει να δημοσιεύει τακτικά κείμενά του σε εφημερίδες και περιοδικά, με μέντορές του τον Παβέζε και τον Βιτορίνι, δημοσιογραφεί στα κομματικά έντυπα (L΄ Unita, Rinascita) και βιοπορίζεται δουλεύοντας επί μακρόν στον εκδοτικό οίκο Εinaudi. Από το Κόμμα θα αποχωρήσει μετά τη σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία (1956), διατηρώντας πάντα την αριστερή ιδεολογία του και το κριτικό του φρόνημα. Οξύς παρατηρητής των κοινωνικών προβλημάτων του τόπου του και της εποχής του, καταγράφει ως ευαίσθητος σεισμογράφος τις αλλαγές στις καθημερινές συμπεριφορές και τις νοοτροπίες που αναδιαμορφώνουν το ήθος της αγροτικής και της αστικής Ιταλίας σε αυτά τα ταραγμένα χρόνια. Η αποτύπωση του ρημαγμένου τοπίου και της ανθρώπινης εξαθλίωσης αλλά συνάμα και της βιταλιστικής δύναμης των επιζώντων οδηγεί αβίαστα στη ρεαλιστική γραφή, σχεδόν την επιτάσσει. Αλλωστε, μεταπολεμικά, το κύμα του ιταλικού νεορεαλισμού είναι στο φόρτε του τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο: οι τραυματικές εμπειρίες βγαίνουν στο φως, οι πληγές επουλώνονται με αυτοσαρκασμό και κλαυσίγελο, οι ζωτικές ανάγκες της καθημερινότητας αποστρέφονται τους βερμπαλισμούς και τις ρηχές αισθηματολογίες, στη σκηνή προβάλλουν οι αντι-ήρωες.

Σύνθετος κόσμος
Τα τριάντα διηγήματα του παρόντος τόμου ανήκουν αδρομερώς σε αυτό το κλίμα. Εμφανίζονται το 1949, λίγο μετά Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές (1947), το «πολεμικό» μυθιστόρημα που έχει καθιερώσει ήδη τον Καλβίνο ως σημαντικό πεζ ογράφο. Πρόκειται για επεισοδιακές σκηνές ή εικόνες που επιχειρούν να γυρίσουν τη μνήμη στα χρόνια του πολέμου, της αντίστασης και τα αμέσως μετέπειτα, σε καιρούς όπου για πολλούς η δυσπραγία και η ανέχεια ήταν καθημερινή και όχι έκτακτη κατάσταση. Ο κόσμος αυτών των ιστοριών είναι σύνθετος: παιδιά που ανακαλύπτουν και γεύονται τα μικροθαύματα της ζωής (τα τρία πρώτα αφηγήματα αποδίδουν τρυφερά την ηλικία της αθωότητας κηλιδωμένη ήδη από τη σκιά του διαφορετικού)· αγόρια που παίζουν με τα όπλα (στο διήγημα που δανείζει τον τίτλο του στο παρόν βιβλίο, ο μικρός σκοπευτής, ενθουσιασμένος που απέκτησε δικό του τουφέκι, πυροβολεί αδιακρίτως σε ό,τι του μοιάζει καλός στόχος) ή αφήνουν πίσω την τραυματισμένη τους παιδικότητα γνωρίζοντας την τραχιά ζωή των ανταρτών, και κορίτσια που λαχταρούν μια βόλτα στην πόλη που «έχει λούνα παρκ, τραμ, κινηματογράφους, παγωτά, μια παραλία με ομπρέλες». Πλάι στα παιδιά και τους εφήβους κυκλοφορούν κουτοπόνηροι και σφιχτοχέρηδες χωρικοί, προσκολλημένοι στο μικρό βιός τους, ακαμάτηδες και χαραμοφάηδες γιοι δραστήριων πατεράδων, ξεπεσμένοι ή ψοφοδεείς αστοί, άξεστοι μαυραγορίτες, καλόκαρδες ή κυνικές πόρνες, τετραπέρατοι μικροκομπιναδόροι, παραδόπιστοι νεόπλουτοι, φοβισμένοι αστυνομικοί, έντρομοι δικαστές, ερωτομανείς χήρες, φαντάροι που παραδέρνουν από ερωτική ασιτία, άστεγοι φτωχοδιάβολοι. Παρελαύνει ο κόσμος της φτωχολογιάς, δίχως να εξιδανικεύεται, σκληρός, με τοξινωμένα αισθήματα και σχέσεις. Ο αντίμαχος κόσμος, των αφεντικών, των αξιωματούχων, των μεγαλοπιασμένων σαρκάζεται εξίσου για την κουφότητα και την αναισθησία του.

Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, δόκιμος μεταφραστής πολλών κειμένων του Καλβίνο, προτάσσει στα διηγήματα ένα εύστοχο κριτικό σημείωμα για τη σημασία τους στο συνολικό έργο του συγγραφέα. Στο επίμετρο ένα αναλυτικό χρονολόγιο. Το βιβλίο είναι μια καλή πυξίδα στις θάλασσες του Καλβίνο.

όλες οι τελευταίες ειδήσεις