Οι περισσότεροι άνθρωποι – όσοι τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα να δουν τη συμπαντική εκδοχή των γεγονότων που θεμελιώνουν την καθημερινότητά τους – συνειδητοποιούν το τυχαίο της ύπαρξής τους. Από το ότι χιλιάδες θεοί και δαίμονες έχουν συνωμοτήσει για να έρθουν στον κόσμο μέχρι το ότι ζουν κατά τύχη.
Αυτό, την πρώτη φορά, μπορεί και να σου δίνει μια αίσθηση σημαντικότητας. Να σε κάνει να αισθάνεσαι ελεύθερος και μοιραίος. Λίγο ήρωας και λίγο απελάτης, ατίθασος μαχητής των φόβων της ζωής. Μόνο την πρώτη όμως, άντε και τη δεύτερη φορά. Οταν επαναλαμβάνεται συχνά και τακτικά, όταν η αίσθηση της ευθραυστότητας μιας κανονικής ζωής αρχίζει και συσσωρεύεται, ο φόβος δείχνει αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Το πιο εξευτελιστικό για την ανθρώπινη ψυχή συναίσθημα. Αδυσώπητο, καταλυτικό, μη διαχειρίσιμο. Σε ακινητοποιεί στη ζωή σου, όπως η θρυλούμενη μόρα στον ύπνο σου. Μην πολυλογούμε. Τον φόβο επιστρατεύουν όλοι οι δικτάτορες όλων των εποχών για να καθυποτάξουν τους λαούς.
Τις τελευταίες ημέρες όλοι μοιραστήκαμε τον φόβο. Τον είδαμε εικονοποιημένο με τον πιο ακραίο, τον πιο τραγικό τρόπο. Οχι σε κάποια μακρινή γωνιά της Γης. Εδώ. Δίπλα μας. Τον μυρίσαμε στη σπιρτάδα του καμένου που απλώθηκε στην ατμόσφαιρα, στη μουντάδα με την οποία έβαψαν οι καπνοί τον ουρανό. Στα πλάνα και στις αναφορές που έχουν καρφωθεί σαν σφήνες στο μυαλό μας και θα αργήσουν πολύ να βγουν από κει μέσα. «Δεν αντέχω να τα σκέφτομαι» λέμε, αλλά οι εικόνες έρχονται μπροστά στα μάτια της ψυχής – μακάριος όποιος έχει βρει τον τρόπο να τους κλείσει την πόρτα. Δεν είναι μόνο η φωτιά που έκαψε τα κορμιά των ανθρώπων. Λίγο πριν, είχε κάψει την ψυχή τους ο φόβος. Αυτός που έκανε τη δεκατριάχρονη ποδηλάτισσα με το φλεγόμενο φουστανάκι να πηδήξει στο κενό. Που έδεσε ανθρώπους άγνωστους μεταξύ τους με το σφιχταγκάλιασμα του θανάτου σε εκείνο το οικόπεδο της Αποκάλυψης. Ο φόβος που δεν μπορεί να διαχειριστεί ο άμοιρος πατέρας και νομίζει ότι αναγνωρίζει στα πρόσωπα ξένων παιδιών τα διδυμάκια του.
Και ο φόβος των άλλων έγινε δικός μας. Κάθισε επάνω μας σαν σκληρό, μάλλινο ρούχο μέσα στο κατακαλόκαιρο. Στάλαξε μέσα μας, ενεργοποίησε παλιούς, παιδικούς φόβους. Το σκοτάδι, έναν μπαμπούλα με κόκκινα μάτια, ότι θα πεθάνουν οι γονείς μας. Και ενώθηκε με τους νεότευκτους φόβους της κρίσης. Οτι θα χάσουμε τη δουλειά μας, το σπίτι μας, την αξιοπρέπεια του να είμαστε εντάξει στις υποχρεώσεις μας. Ο καινούργιος φόβος πρέπει να τραφεί από τους παλιούς, να δυναμώσει και να σε καθηλώσει.
Αυτός ο καινούργιος φόβος είναι πρωτόγνωρος. Είναι η μετεξέλιξη εκείνης της γραφικής αγανάκτησης «Μα πού είναι τέλος πάντων το κράτος;». Μόνο που η έλλειψη κρατικής μέριμνας και προστασίας, η απουσία σχεδίου αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων, πλέον δεν εξοργίζει. Σκοτώνει όσους σκοτώνει και για όλους εμάς τους υπόλοιπους στοιχειώνει το αύριό μας. Μας κάνει να νιώθουμε εκτεθειμένοι στο απρόβλεπτο, ανυπεράσπιστοι σε μια απειλή που εκκρεμεί. Ακόμη και αν δεν είναι ασύμμετρη. Ερμαια καιρικών φαινομένων που μπορούν να προβλεφθούν.
Ακόμη κι αν έχουμε κάνει λάθη ως πολίτες, θεωρητικά, η πολιτεία είναι εδώ για να μας προστατέψει από τα λάθη μας. Να μας βάλει να τα διορθώσουμε αν δεν γίνεται αλλιώς. Εγκαιρα όμως, πριν μας καταπιούν. Η άποψη που διακινείται από κάποια επίσημα χείλη – έστω και υπαινικτικά -, ότι οι κάτοικοι φταίνε επειδή έχτισαν άναρχα, έχει κοινή αφετηρία με τη νοοτροπία ότι το θύμα φταίει επειδή φόρεσε μίνι και προκάλεσε τον βιαστή. Είναι, στην ουσία της, σαν να μη δέχεται να περιθάλψει ένας γιατρός έναν καπνιστή που έπαθε έμφραγμα διότι με το κάπνισμα συνετέλεσε κι αυτός σε ό,τι του συνέβη. Δεν είναι μόνο απάνθρωπο. Είναι αντίθετο σε ό,τι θεωρείται οργανωμένη πολιτεία. Σε κάθε αρχή και συνθήκη της. Το να καώ σε μια φωτιά χαμένη στη ζούγκλα του Αμαζονίου και το να γίνω παρανάλωμα του πυρός στο σπίτι μου στο Μάτι, μισή ώρα από το κέντρο της Αθήνας, μπορεί, ουσιαστικά, να είναι το ίδιο πράγμα. Εχουν όμως τεράστια διαφορά ως προς το εκτόπισμα δημοκρατίας, καθώς η ασφάλεια του πολίτη είναι βασικό συστατικό της.
Αυτές οι πυρκαγιές και οι αιτίες του τραγικού απολογισμού τους είναι γροθιά στον πολιτισμό μας. Το είπε με τον δικό της τρόπο η Κική Δημουλά σε μια ιδιωτική συζήτηση με αφορμή τις πυρκαγιές: «Είναι φοβερό να ψάχνουν να βρουν τους νεκρούς και να μην τους βρίσκουν. Ο νεκρός θέλει να «επιζήσει» ως πεθαμένος, όχι ως χαμένος»… Φοβερό, δηλαδή έμπλεο φόβου. Διότι δεν ξέρω αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, νομίζω όμως ότι δεν υπάρχει μετά τον φόβο.