Μια πομπή υπό τους πένθιμους ήχους πνευστών και κρουστών ξεπροβάλλει και κατευθύνεται στην ολόλευκη σκηνή. Ο Ορέστης (Αλέξανδρος Μαυρόπουλος) ακολουθεί «αλυσοδεμένος» μέσα σε ένα γιλέκο από σχοινιά καθώς ο παιδαγωγός του (Νίκος Χατζόπουλος) τον περιφέρει στον κύκλο της ορχήστρας και σιγά σιγά τον ελευθερώνει.
Η αφήγηση του Θάνου Παπακωνσταντίνου για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή μόλις είχε αρχίσει στο θέατρο της Επιδαύρου την περασμένη Παρασκευή. Και ενώ στις «Χοηφόρους» του Αισχύλου η ηρωίδα διψά για εκδίκηση αλλά δεν θέλει να βουτήξει τα χέρια της στο αίμα και στον Ευριπίδη ζει μέσα στο ακραίο μίσος που φτάνει σχεδόν στη μεταμέλεια, στο έργο του Σοφοκλή η μεταμέλεια δεν υπάρχει ούτε ως ιδέα. «Αν, λοιπόν, ο διπλός φόνος της Κλυταιμνήστρας και του Αίγισθου θα επικύρωνε την ενηλικίωση του Ορέστη και τη λήξη του πένθους της Ηλέκτρας, σε αυτή την τραγωδία τουλάχιστον τούτο δεν συμβαίνει. Ούτε ο Ορέστης θα ενηλικιωθεί ούτε το πένθος της Ηλέκτρας θα πάψει» σημειώνει ο νεαρός σκηνοθέτης στην πρώτη του απόπειρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου που ξεκίνησε με την ατμόσφαιρα ενός μνημόσυνου όπως πιστεύει για τη συγκεκριμένη τραγωδία. Μια πένθιμη γιορτή που αφηγείται κάθε φορά με άλλον τρόπο το ρήγμα του ανθρώπου με τον κόσμο. Μέσα από τη σκηνοθετική ανάγνωση αναδύεται ο κύκλος της ζωής όπου συνυπάρχουν οι αντιθέσεις που την συνθέτουν: το φως και το σκοτάδι, η αθωότητα και η ενοχή, η ένωση και ο διαμελισμός, η εκδίκηση και η συγχώρεση (ή μήπως η κατανόηση;).
Ο Χορός, ντυμένος στα λευκά, αρχίζει να τοποθετείται στην σκηνή και να εναλλάσσει σχήματα μέσα από μια χορογραφημένη κίνηση. Ολο το κείμενο που του αναλογούσε (στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά) ήταν γραμμένο στις μελωδικές γραμμές του Δημήτρη Σκύλλα – μια καινούργια πρόταση -, ο οποίος με την μουσική του φώτισε υποδειγματικά το κείμενο και το όραμα του σκηνοθέτη. Ηχοτοπία από θρηνητικά μοιρολόγια και ψαλμωδίες βγαλμένες από τον Μεσαίωνα.  
ΛΑΣΠΗ ΣΕ ΛΕΥΚΟ. Η εικονογράφηση της παράσταση έφερε τη σφραγίδα της εικαστικής ματιάς του σκηνοθέτη που δεν επιδιώκει μόνο να πει την ιστορία μέσα από το κείμενο αλλά και να μεταφέρει τις σκέψεις του μέσα από την κίνηση και την έκφραση του σώματος. Τα χέρια των ηρώων σε θέση αγκύλωσης συμβόλιζαν την πράξη της εκδίκησης. Κρατούσαν ένα κουτί, το βάρος δηλαδή της ευθύνης, και τη διαχείρισή της σύμφωνα με το αίσθημα δικαίου που έχει ο καθένας. «Δεν μπορώ άλλο να σηκώνω μόνη μου του πόνου το αβάσταχτο βάρος» λέει η Ηλέκτρα (Αλεξία Καλτσίκη) όταν περνά τον λευκό κύκλο και ολισθαίνει τα σκαλιά καθιστή. Στο λευκό κουτί κρύβει λάσπη, την οποία θα βγάλει αργότερα για να την απλώσει στο φόρεμά της και στο σκηνικό. Το ίδιο θα πράξει και ο Χορός όταν θα βγάλει τα λευκά ράσα (επίσης μεσαιωνικής και ρωμαιοκαθολικής εμπνεύσεως) απαγγέλλοντας τραγουδιστά «μοίρα μας είναι ο θάνατος».  
Από τον ίδιο λευκό κύκλο αναδύθηκε η Κλυταιμνήστρα φορώντας ένα κοστούμι σε βαρύ ταφτά και τεράστια ουρά που παρέπεμπε – όπως του Αίγισθου (Χρήστος Λούλης) – σε ερπετό. Καθόλου τυχαία επιλογή από τον δημιουργό της παράστασης ο οποίος επεδίωξε να φέρει στη σκηνή με αυτό τον τρόπο το ισχυρό σύμβολο του φιδιού και της εξόντωσής του που πρωταγωνιστεί σε πολλούς μύθους όπως στον μύθο του Απόλλωνα και του Πύθωνα. Η αγριότητα και οι  τραχιές όψεις στην τραγωδία του Σοφοκλή ήταν αυτές που φωτίστηκαν από τον Θάνο Παπακωνσταντίνου ο οποίος έχτισε ένα εφιαλτικό παραμύθι ανολοκλήρωτης ενηλικίωσης. «Ο Σοφοκλής αριστοτεχνικά δομεί ένα σύμπαν μέσα στο οποίο, ενώ κινούμαστε από έναν κόσμο ανισορροπίας σε μια δικαίωση, προτείνεται δομικά και ρυθμικά μια κίνηση που οδηγεί στον πυρετό και στον παροξυσμό και μας αφήνει μετέωρους , σε εκκρεμότητα. Δεν υπάρχει λύση για τον οίκο των Ατρειδών. Η βία δεν μπορεί παρά να φέρει βία».