Το παρόν αναθεωρητικό διάβημα εκκίνησε, συνεχίζεται και κατά πάσα πιθανότητα θα ολοκληρωθεί άδοξα, υπό τη σκιά δύο ανυπέρβλητων εμποδίων. Πρώτον, δεν υπήρχε καμία ανάγκη, πόσο μάλλον επείγουσα, να αλλάξει το Σύνταγμα, η δε έχουσα την πρωτοβουλία κυβέρνηση δεν κατάφερε σε κανένα σημείο να αναστρέψει αυτή την πραγματικότητα με τις προτάσεις ή τη στάση της.

Αντίθετα, και σα να το έκανε επίτηδες, ο τόνος ήταν από την αρχή πατερναλιστικός – «εμείς θα σας πούμε τι χρειάζεται το πολίτευμα» – και αρκετές προτάσεις – με πρώτη την άρση της μονιμότητας υπό τον μανδύα της «αξιολόγησης» – διχαστικές. Δεύτερον, δεν υπήρχαν όταν ξεκίνησε η διαδικασία, ούτε διαμορφώθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο, οι συνθήκες για επίτευξη της συνταγματικά απαιτούμενης «υπερκομματικής» πλειοψηφίας. Με ευθύνη της κυβέρνησης – καμία διάθεση συνομιλίας με άλλα κόμματα, την επιστημονική κοινότητα, την κοινωνία καθώς και διεκπεραίωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας σε οιονεί εκλογική, άρα εκ φύσεως συγκρουσιακή, στιγμή – αλλά και της αντιπολίτευσης, που μετέβαλε από την πρώτη στιγμή την αναθεώρηση σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Χαρακτηριστικό της κυβερνητικής αναξιοπιστίας είναι ότι ούτε για τη διάταξη για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με την οποία, θεωρητικά, αρκετά κόμματα συμφωνούν, κανένα δεν εμπιστεύεται την κυβέρνηση. Και γι’ αυτό θα διαμορφωθεί, αν διαμορφωθεί, στην επόμενη Βουλή και όχι στην παρούσα, η οποία πρώτα παραβίασε το Σύνταγμα και μετά πρότεινε την αλλαγή του.

Υπό τέτοιες συνθήκες δεν προκαλεί έκπληξη που το αναθεωρητικό διάβημα δεν δημιούργησε την παραμικρή δυναμική, καθώς εμφανίστηκε στα μάτια του πολιτικού και κοινωνικού σώματος γι’ αυτό που πραγματικά ήταν: ένας αντιπερισπασμός στο θεσμικό επίπεδο, με επίκεντρο την αναδρομική νομιμοποίηση, εντός του Συντάγματος, της νομοθετικής πρόβλεψης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν η προσθήκη ενός τρίτου, εσωτερικού αυτή τη φορά, εμποδίου στα κυβερνητικά σχέδια: η ανοιχτά εκφρασμένη μη αποδοχή ορισμένων προτάσεων, και μάλιστα όχι τυχαίων, από βουλευτές της συμπολίτευσης.

Λόγω της πρόνοιας της κυβέρνησης να αποσύρει, πριν τεθεί σε ψηφοφορία, την πρόταση που δημιουργούσε τα περισσότερα προβλήματα στους βουλευτές της – το αδόκιμα γνωστό ως «ασυμβίβαστο» βουλευτή – υπουργού – και συγχρόνως να θέσει, έμμεσα πλην σαφώς, ζήτημα «πατριωτικής» (υπέρ της παράταξης) ψήφου, οι λοιπές προτάσεις της πλειοψηφίας συγκέντρωσαν τις ψήφους των βουλευτών της, και, αν επιβεβαιωθεί το αποτέλεσμα σε ένα μήνα, θα «περάσουν στον δεύτερο γύρο» (στην επόμενη Βουλή). Ομως, οι πολλές γκρίνιες που εκφράστηκαν, καθώς και η μη υπερψήφιση από την Ντόρα Μπακογιάννη της (ανερμάτιστης) πρότασης για εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, δείχνουν την προχειρότητα της αναθεωρητικής πρότασης – προχειρότητα που δεν στάθηκε δυνατό να καλυφθεί από τη μεγαλοστομία και τη φλυαρία – αλλά και την αίσθηση ότι ούτε σε θεσμικό επίπεδο υπάρχει αρραγές μέτωπο. Τώρα που από τις προτάσεις περνάμε στην πράξη, αναδεικνύονται ρωγμές εντός της κυβερνητικής παράταξης, όχι αδυναμίες του Συντάγματος.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail