Η νέα έκδοση με το αυτοβιογραφικό σχεδίασμα του Μπορίς Παστερνάκ («Δόκτωρ Ζιβάγκο») από τις εκδ. Πατάκη (μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου) έφερε στο μυαλό συνειρμικά ένα από τα εξαιρετικά δείγματα του είδους: το «Μίλησε, μνήμη» του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ (Πατάκη, μτφ. Γιώργος Βάρσος, 1997, 2013). Οι δύο Ρώσοι συγγραφείς είναι πάνω κάτω σύγχρονοι: ο Παστερνάκ γεννήθηκε το 1890 στη Μόσχα, ο Ναμπόκοφ το 1899 στην Αγία Πετρούπολη. Για την ιστορία, ο δεύτερος επέκρινε το «Δόκτωρ Ζιβάγκο» ως «επιπόλαιο, άτσαλο και μελοδραματικό», σαφώς ευνοϊκό για τους Μπολσεβίκους. Οι δύο συγγραφείς έζησαν τα γεγονότα πριν και μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο ένας έμεινε στη Ρωσία, ο άλλος κατέφυγε αρχικά στη Γερμανία, αργότερα στο Παρίσι και τις ΗΠΑ.
Στα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία -αν και του Παστερνάκ πρόκειται για σχεδίασμα: μόλις 105 σελίδες στην ελληνική έκδοση-, ο μηχανισμός της ανάμνησης και η «εκπαίδευση της μνήμης» έχουν κυρίαρχη θέση. Από τις εκδόσεις επιλέγουμε δύο αποσπάσματα που αφορούν την ίδια χρονική στιγμή: το καλοκαίρι του 1914, όταν η Ρωσία βρίσκεται σε στάδιο (μερικής) επιστράτευσης, καθώς η Γερμανία κηρύττει τον πόλεμο εναντίον της στο πλευρό της Αυστροουγγαρίας.
Μπορίς Παστερνάκ, «Αυτοβιογραφία»
«Το ζεστό καλοκαίρι του 1914, με τον στεγνό ήλιο της πλήρους έκλειψης, το πέρασα στο εξοχικό των Μπαλτρουσάιτις στο μεγάλο κτήμα τους δίπλα στον ποταμό Οκά, κοντά στην πόλη Αλέκσιν (σ.σ.: στη δυτική ευρωπαϊκή Ρωσία). Έκανα μαθήματα στον γιο τους και μετέφραζα για το θέατρο Κράμερ, που μόλις είχε εμφανιστεί και στο οποίο ο Μπαλτρουσάιτις είχε αναλάβει τη λογοτεχνική διεύθυνση, τη γερμανική κωμωδία του Κλάιστ “Η σπασμένη στάμνα”… Τον Ιούλιο πήγα στη Μόσχα να περάσω από την επιτροπή στρατολογίας και πήρα λευκό χαρτί, καθαρή απαλλαγή,
λόγω του ποδιού μου που ήταν κοντύτερο έπειτα από το σπάσιμο στην παιδική μου ηλικία. Έτσι επέστρεψα στην Οκά. Πολύ σύντομα συνέβη το εξής περιστατικό. Επί ώρα, μέσα στο σάβανο της ομίχλης που σερνόταν πάνω στις καλαμιές του ποταμού, έπλεε και πλησίαζε από κάτω ένα είδος στρατιωτικής μουσικής, με πόλκες και εμβατήρια. Ύστερα, μέσα από την κουρτίνα της καταχνιάς, ξεπρόβαλε ένα μικρό ρυμουλκό με τρεις φορτηγίδες. Καθώς φαίνεται, από το ατμόπλοιο είχαν δει το σπίτι στον λόφο και αποφάσισαν να έρθουν. Το ρυμουλκό έκανε αναστροφή στο ποτάμι και έφερε τις φορτηγίδες στην όχθη μας. Πάνω τους στέκονταν πολλοί στρατιώτες, μια πολυπληθής μεραρχία του πυροβολικού. Οι αξιωματικοί προσκλήθηκαν επάνω για φαγητό και διανυκτέρευση. Το πρωί αναχώρησαν πάλι. Αυτή ήταν μια λεπτομέρεια μιας επιτυχημένης επιστράτευσης. Ο πόλεμος είχε αρχίσει» (σ.75-76).
Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, «Μίλησε, μνήμη»
«Προκειμένου να ανασυνθέσω το καλοκαίρι του 1914, όταν για πρώτη φορά με κατέλαβε το μουδιασμένο μένος της στιχουργικής, το μόνο που μου χρειάζεται, κατά βάσιν, είναι να ξαναδώ την εικόνα ενός συγκεκριμένου εξοχικού περιπτέρου. Εκεί, όταν ερχόταν η μπόρα (κι είχαμε πάμπολλες τον Ιούλιο εκείνο), γύρευε καταφύγιο το ψιλόλιγνο και μάλλον άχαρο παλικαράκι που ήμουν…. Κάπως μπαρόκ, κι όμως συναρμοσμένο με τα όμορφα δέντρα, μαύρο έλατο και φωτεινή σημύδα, των οποίων οι χυμοί τρέχανε κάποτε στο ξύλο του. Ρόμβοι χρωματιστού γυαλιού, κόκκινο του κρασιού και πράσινο της μποτίλιας και βαθύ μπλε, δίνουν στα λεπτοδουλεμένα παράθυρά του έναν τόνο που θυμίζει παρεκκλήσι… Το στενό γεφυράκι που περνούσε καμπυλωτό πάνω από το ρέμα, στο βαθύτερο σημείο του, με το περίπτερο να ορθώνεται στη μέση σαν στερεοποιημένο ουράνιο τόξο, ήταν πολύ γλιστερό μετά τη νεροποντή…Δεν υπήρχε μέσα κανενός είδους έπιπλο, εκτός από ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι, στερεωμένο με σκουριασμένες βίδες στον τοίχο κάτω από το ανατολικό παράθυρο, από του οποίου τα σπασμένα ή τα αχνά γυαλιά, ανάμεσα στα έντονα μπλε και στα μεθυσμένα κόκκινα, έβλεπες λίγο τον ποταμό. Σε μια σανίδα του δαπέδου στα πόδια μου ήταν πεσμένη ανάσκελα μια ψόφια αλογόμυγα, πλάι σε καφετιά τρίμματα σημύδας. Και τα υπολείμματα του ασβέστη που κατέρρεε στο εσωτερικό της πόρτας τα είχαν καλύψει διάφοροι καταπατητές με επιγραφές του τύπου: “Ήμασταν εδώ. Ντάσα, Ταμάρα, Λένα” ή “Κάτω η Αυστρία!” […]
Η ώρα ήταν περασμένη, κι όμως [η μητέρα] περίμενε ακόμη μήπως της τηλεφωνήσει ο πατέρας μου από την Πετρούπολη, όπου τον κρατούσε η ένταση του επερχόμενου πολέμου». (σ. 261-62, 274).








