Οπως όλα στην εποχή μας έτσι και η έννοια του καλοκαιριού έχει ρευστοποιηθεί. Τα «μπάνια του λαού» που όρισε ο Ανδρέας Παπανδρέου προφανώς ισχύουν και διατηρούνται, όχι όμως με το περιεχόμενο που τους δίναμε τη δεκαετία του ’80, τη δεκαετία του ’90 ή στις αρχές του 2000.
Μιλώντας για τον κόσμο της εργασίας πάντα, οι συνθήκες στις δουλειές καθορίζουν τις άδειες, το περιεχόμενό τους και τον τρόπο που οι Νεοέλληνες κάνουν τις διακοπές τους. Κάπως σχηματικά, αν θέλαμε να γραφτεί λοξά η Ιστορία της Ελλάδας μετά τη Μεταπολίτευση, θα μπορούσε να ανατρέξει στα καλοκαίρια των Ελλήνων, στους προορισμούς που επιλέγουν και τα ήθη του θέρους.
Από τη δυνατότητα να επιλέγεις τελευταία στιγμή σε ποιο νησί θα πας, να κάνεις κάμπινγκ, να νοικιάσεις φθηνά δωμάτια τη δεκαετία του ’80 μέχρι την πιο τυποποιημένη μορφή διακοπών τη δεκαετία του ’90 ή τα πεντάστερα και τις αστακομακαρονάδες της εποχής του χρηματιστηρίου μέχρι και την πρώτη εποχή του μνημονίου, τις περικοπές και τον τρόπο που μεταλλάχθηκαν ακόμα και οι εντόπιοι προορισμοί. Οι τυπολογίες του καλοκαιριού, εν πολλοίς, είναι αποτυπώσεις των αλλαγών στα κοινωνικά στρώματα ή και στις εργασιακές σχέσεις.
Την τελευταία 15ετία τα ερωτήματα για τις διακοπές και τις θερινές άδειες ενοποιούνται με την ίδια την ποιότητα της καθημερινότητας. Μπορεί κάποιος άραγε να ξεκουραστεί όταν παραμένει διασυνδεδεμένος με τους εταιρικούς λογαριασμούς του και αναγκάζεται να απαντάει στα μηνύματα ή ακόμη και να κάνει μίνι τηλεσυσκέψεις; Ο τρόπος που κατανέμεται ο χρόνος επιβεβαιώνει και την ποιότητα πολλές φορές της ίδιας της καθημερινότητας.
Για το 2025 και βάση των στοιχείων που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται όχι απλώς για το είδος των διακοπών ή στον τρόπο αλλά και στο περιεχόμενο και τη σύσταση της ίδιας της άδειας. Ενα στα δύο άτομα στην Ελλάδα (46,6%) αδυνατεί να πληρώσει τα έξοδα για διακοπές μιας εβδομάδας λέει η έρευνα της Αρχής. Τα περισσότερα μέρη στην Ελλάδα κατακλύζονται από ξένους επισκέπτες, πράγμα το οποίο το βιώνουμε τουλάχιστον τα τελευταία τρία με τέσσερα καλοκαίρια και στην Αθήνα που έχει εξελιχθεί σε ένα κανονικό city break. Και οι Ελληνες προσαρμόζουν τις μέρες των αδειών τους είτε φιλοξενούμενοι σε κοντινά μέρη στην Αττική από φίλους είτε με συρρικνωμένες διακοπές ολιγοήμερες.
«Κάνω διακοπές, άρα υπάρχω»; Θα ήταν η απορία. Μα οι όποιες διακοπές πια αποτελούν προέκταση του εργάσιμου χρόνου και στην καλύτερη εκδοχή τους απλώς επαναχρωματίζουν τις διαθέσεις. Μια κυβέρνηση του μέλλοντος θα πρέπει να φτιάξει υπουργείο Ελεύθερου Χρόνου.
ΥΓ. Καθόλου τυχαία τα τελευταία χρόνια, μαζί με τον τρόπο που έχει ραγδαία αλλάξει η έννοια των παύσεων, των διακοπών και της ανάπαυλας, έχει εισβάλει στον δημόσιο λόγο και μια δημοσιογραφία της αυτοβελτίωσης. Καθόλου τυχαία, η όποια ευθύνη της απουσίας χρόνου παραπέμπεται στον πολίτη.
Αυτός, Αυτή, Αυτό: Συζήτηση
Σχολιάστηκε η εικόνα κοσμικής φιέστας τη βροχερή φετινή 24η Ιούλη στο Προεδρικό Μέγαρο. Πέραν όμως αυτών που κλήθηκαν και είχαν κάθε δικαίωμα να μην προσέλθουν, ήταν εκεί και πρόσωπα που ασήμαντα δεν τα λες. Θα σταθούμε στον ποιητή Τίτο Πατρίκιο ή σε μερίδα αντιστασιακών, όπως ο στρατηγός Δ. Αλευρομάγειρος, μαχητής στην Κύπρο κατά το δραματικό 1974. Υπό αυτό το πρίσμα ο ΠτΔ Κ. Τασούλας οργάνωσε ορθά την εκδήλωση. Αν το σύνολο του πολιτικού κόσμου θεωρεί πως το περιεχόμενό της πρέπει να αλλάξει, είναι μια συζήτηση. Οργανωμένη όμως ευχόμαστε.
#Hashtag: Κάλπες
Εκλογές όλο και πιο μακριά και στην ώρα τους διατείνεται ο καθ’ ύλην αρμόδιος, δηλαδή ο Πρωθυπουργός. Την ίδια ώρα που το κλίμα είναι αμιγώς προεκλογικό και κανείς δεν το αρνείται. Κι εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα: πώς θα συγκεραστεί η δουλειά της κυβέρνησης με την άγρα ψήφου; Πώς θα παρθούν μεγάλες τομές και αποφάσεις, όταν επικρέμαται μια συνθήκη δημοσκοπήσεων και περιοδειών όπου οι υπουργοί μιλούν και ως κομματάρχες; Προφανώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί, και σωστά, να αφήσει υπονοούμενο κάλπης. Οι πρωθυπουργοί εξαγγέλλουν εκλογές ή όχι. Μπορεί όμως να πει σε τι επί της ουσίας προχωρά η κυβέρνησή του αυτές τις ημέρες.








