«Στον δημόσιο λόγο κυκλοφορούν κατά κόρον δύο αριθμοί: 40%-60%» έγραφα στο προηγούμενο άρθρο μου («ΤΑ ΝΕΑ», 4/7/2026). Η δοσολογία αποδίδει, υποτίθεται, την αντίθεση μεταξύ του ορθολογισμού (40%) και ανορθολογισμού (60%). Δεν αφορά δηλαδή κομματικούς συσχετισμούς αλλά πολιτισμικούς-συναισθηματικούς. «Η άποψή μου» συνέχιζα «είναι ότι ο συσχετισμός είναι αντίστροφος. Ενα 60-70% της κοινωνίας κινείται και προσβλέπει σε μια ορθολογικότερη και ασφαλέστερη εθνική πολιτική ζωή». Ας το πούμε διαφορετικά.

Το 40% αποτελεί την εγγύηση για τη σταθερή πορεία της χώρας, αφετηρία του οποίου είναι το πολύτιμο 38% στο δημοψήφισμα του 2015 και το κίνημα «μένουμε Ευρώπη» που αναδύθηκε σε δύσκολες συνθήκες. Αυτό όμως δεν είναι ένα απομονωμένο ποσοστό, όπως συχνά παρουσιάζεται – περισσότερο μάλιστα από τους φιλοκυβερνητικούς κύκλους.

Σε πολλά θέματα διαστέλλεται και συμβαδίζει με μια κοινωνική πλειοψηφία του 60-70%, ιδίως σε ό,τι αφορά στη σχέση με την Ευρώπη, αλλά και αρκετές δημοκρατικές αξίες. Η σταθεροποίηση του προσανατολισμού αυτού του 60+% σε πιο γόνιμες και ορθολογικές κατευθύνσεις είναι το νέο εθνικό στοίχημα, ώστε να ομαλοποιηθεί η πολιτική ζωή μετά τη λαίλαπα της χρεοκοπίας της προηγούμενης δεκαετίας.

Η συζήτηση αυτή περί αυτών των ποσοστών, σχετίζεται με ένα άλλο παρεμφερές θέμα. Κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές προκύπτει στη δημόσια σφαίρα η συζήτηση περί του Κέντρου. Εξακολουθεί να βγάζει κυβέρνηση; Ποιος κερδίζει περισσότερο στον χώρο του Κέντρου; Εκ πρώτης όψεως οι δύο θεματικές διαχωρίζονται. Αν όμως υιοθετήσουμε μια διευρυμένη έννοια του Κέντρου, τότε ο σχετικός προβληματισμός κουμπώνει με το νέο εθνικό στοίχημα που είπαμε: πώς το 60+% θα προσανατολιστεί σε μια πιο ορθολογική και γόνιμη κατεύθυνση.

Η παλαιά αλλά επίκαιρη έννοια του «ζωτικού Κέντρου» (vital Center) προσφέρεται για αυτή τη σύζευξη. Δεν περιγράφει έναν στενό χώρο μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά ένα πλειοψηφικό ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα, πλουραλιστικό μεν, αλλά που περιέχει κάποιους θεμελιώδεις κοινούς τόπους, δημοκρατικούς και νεωτερικούς. Συνιστά δηλαδή τον «κοινό νου» μιας κοινωνίας, τις αντιλήψεις που ηγεμονεύουν σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Στο μέτρο αυτό, λειτουργεί, ως κοινό πλαίσιο, εντός του οποίου διεξάγεται ο εκλογικός-κομματικός ανταγωνισμός.

Αντιθέτως, στις προεκλογικές συνθήκες πρωτοστατεί η δημοσκοπική προσέγγιση περί του Κέντρου (εμπλουτιζόμενη ευτυχώς από την πολιτική εμπειρία των καλών δημοσκόπων που διαθέτουμε, σε πείσμα των αναίτιων επιθέσεων που κατά καιρούς δέχονται). Ενα πρόβλημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι συνήθως μένει προσκολλημένη στη συγκυρία· άλλωστε αυτή ενδιαφέρει τα ΜΜΕ, τους αρμόδιους για τη χάραξη της στρατηγικής των κομμάτων.

Ως Κέντρο ή καλύτερα ως κεντρώοι, ορίζονται όσοι/ες αυτοχαρακτηρίζονται έτσι. Σε αυτούς αποδίδονται ρητά ή υπόρρητα κάποια οντολογικά χαρακτηριστικά, όπως μετριοπάθεια, ρεαλισμός, προτίμηση στην αποτελεσματικότητα. Μια ομάδα εξ αυτών έχει ισχυρή ιδεολογική-πολιτική άποψη περί του πρακτέου, μια άλλη είναι μάλλον απολιτίτικη, αναποφάσιστη και ευμετάβλητη.

Είναι σαφής η εννοιολογική διαφορά των δύο ορισμών του Κέντρου. Η δημοσκοπική ορίζει πρωτίστως με οντολογικό τρόπο το αντικείμενο και ενδιαφέρεται για την εκλογική συμπεριφορά του. Η άλλη θεωρεί το «ζωτικό Κέντρο», ως ιστορικό προϊόν που διαμορφώνεται από τη γενικότερη κοινωνική, πολιτική, ιδεολογική εξέλιξη μιας εποχής και μιας κοινωνίας. Και επειδή χθες γιορτάσαμε (όσοι και όσες γιορτάσαμε) την 52η επέτειο της Μεταπολίτευσης, είναι χρήσιμη μια συνοπτική αναδρομή της εξέλιξης του «ζωτικού Κέντρου» στη χώρα μας.

Η πρώτη περίοδος 1974-89, κοινωνιολογικά, βασίστηκε στη συνέχιση της μεταπολεμικής εκρηκτικής ανόδου των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων. Ο εγγονός του κολλήγα γίνεται «αστός σεβαστός και καθεστώς» τραγουδούσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης (σε στίχους Νεγρεπόντη) στα περίφημα «Μικροαστικά». Κινητήριος μοχλός της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας είναι ο εθνικός κεϊνσιανισμός, που τότε αποτελούσε ακόμα κοινό υπόδειγμα κρατικής πολιτικής για την ανάπτυξη.

Η ιδεολογική ατμόσφαιρα είχε, ως κοινούς τόπους, την επιθυμία μιας σταθερής δημοκρατίας μετά τη δικτατορία, οι πολίτες οργανώνονταν μαζικά στα κόμματα και τα συνδικάτα, η πολιτική επικοινωνία γινόταν κυρίως μέσω του Τύπου. Ως προς τη διακυβέρνηση, καθιερώθηκε βαθμιαία ένας κραταιός δικομματισμός με έντονα πολωτικά στοιχεία, αλλά με κεντρομόλο γενικά δυναμική προς ένα εκλογικό Κέντρο.

Στην επόμενη περίοδο της μεταπολίτευσης 1989-2008, το προηγούμενο ηγεμονικό σύστημα εξαντλήθηκε και μεταβλήθηκε. Η ένταξη στο ευρώ αναδείχθηκε σε εθνικό στόχο, στον οποίο συνέκλιναν οι πρωταγωνιστές του δικομματισμού, διαμορφώνοντας έτσι ένα κραταιό πλειοψηφικό ρεύμα, η υπερπολιτικοποίηση υποχώρησε έναντι της ατομικότητας, η εισοδηματική άνοδος ευνόησε την επικράτηση της καταναλωτικής κουλτούρας και η δημόσια σφαίρα κυριαρχήθηκε από την ιδιωτική τηλεόραση. Παράλληλα, όμως, άρχισαν να εμφανίζονται αποκλίνουσες δυναμικές στα μεσαία στρώματα – κοινωνικό υπόβαθρο, υποτίθεται, του Κέντρου.

Η τρίτη περίοδος της οιονεί χρεοκοπίας και των μνημονίων είναι πρόσφατη και ζωντανή. Οικονομική και εισοδηματική βύθιση, πτώση των μεσαίων στρωμάτων, πολιτική πόλωση στα όρια του άοπλου εμφύλιου με πρωταγωνιστικό ρόλο των κοινωνικών δικτύων, νέο και ασταθές κομματικό σύστημα, άνοδος του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας σε μια κοινωνία που οι ηγεσίες έχαναν το κύρος τους έναντι των μαζών. Οι παραδοσιακές ταυτότητες στον άξονα Αριστερά – Δεξιά διαπλέκονταν πλέον με νέες ταυτότητες πολιτισμικής κυρίως φύσης και η αναζήτηση ενός Κέντρου, εκλογικού ή ζωτικού, περίσσευε.

Ο όρος «ακραίο Κέντρο» που εισήχθη από τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια μπούρδα που αντέγραφε εκπρόθεσμα την αγγλική αριστερή κριτική στον παλαιό «τρίτο δρόμο» του Εργατικού Κόμματος, με πρόθεση, στα δικά μας, να απαξιώσει την ιδεολογική-πολιτισμική συγκρότηση του κινήματος «μένουμε Ευρώπη». Οι διπλές εθνικές εκλογές το 2023 έβαλαν τέλος στο ιδεολογικό-κομματικό υποκείμενο που διαμόρφωσε και πρωταγωνίστησε στην αντιμνημονιακή εποχή και κατέληξαν στο υπάρχον κομματικό σύστημα του κυρίαρχου κόμματος και της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης.

Στις επερχόμενες εκλογές, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο ερώτημα της κυβερνησιμότητας, και επομένως της πιθανότητας να είναι αυτοδύναμη η ΝΔ. Ευλόγως η συζήτηση περί Κέντρου γίνεται με όρους συγκυριακούς και εκλογικούς. Ομως αυτές οι εκλογές, περισσότερο από τις προηγούμενες, έχουν διπλό νόημα και συμπυκνώνουν δύο χρόνους: τον άμεσο, που αφορά στην κυβερνησιμότητα, και τον μεσοπρόθεσμο, που αφορά στο μελλοντικό πολιτικό κλίμα που θα επικρατήσει στη χώρα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η κοινωνία αναζητά μια νέα και πιο δημιουργική ισορροπία μετά τον άοπλο εμφύλιο. Θα συνεχιστεί ο τοξικός και στείρος κομματικός ανταγωνισμός, που κάνει σχεδόν αδύνατη τη συνεννόηση στα βασικά μιας εθνικής στρατηγικής σε αβέβαιους καιρούς ή θα ομαλοποιηθεί το πολιτικό σύστημα, ώστε ο ανταγωνισμός να γίνει πιο κεντρομόλος και παραγωγικός;

Για να γίνει αυτό, δεν ενδιαφέρει μόνο το 40%, αλλά και πώς θα αναδιαταχθεί ιδεολογικά και κομματικά το 60+%, ώστε να διαμορφωθεί ένα νέο «ζωτικό Κέντρο», ένας νέος πλειοψηφικός πλουραλιστικός πυλώνας εντός του οποίου θα διεξάγεται ο αγώνας για την εξουσία και την εθνική προοπτική. Ως προς αυτό, η ευθύνη πέφτει στη ΝΔ, την ΕΛΑΣ, και το ΠΑΣΟΚ – και ειδικότερα στον Μητσοτάκη, τον Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail