Η ολοκλήρωση της συζήτησης στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατέδειξε, νομίζω, με τον πλέον γλαφυρό τρόπο, ότι προϋπόθεση για μία πρόσφορη συνταγματική αναθεώρηση είναι η θεσμική αξιοπιστία της κυβέρνησης που έχει τη σχετική πρωτοβουλία. Οταν αυτή η αξιοπιστία βρίσκεται στο ναδίρ, λόγω των πολλαπλών και απροκάλυπτων παραβιάσεων ή παρακάμψεων του Συντάγματος, που έχουν προηγηθεί, είναι εύλογο να μην πείθεται σχεδόν κανείς, τόσο από την επιστημονική κοινότητα όσο και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ότι το κίνητρο της κυβέρνησης είναι ο μεταρρυθμιστικός της οίστρος…
Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται όχι μόνον από τον τρόπο που μεθοδεύτηκε πολιτικά η όλη διαδικασία αλλά και από το περιεχόμενο των αναθεωρητικών προτάσεων. Ειδικότερα:
Εν πρώτοις, απουσιάζουν μείζονα θέματα για τα οποία θα άξιζε πράγματι να γίνει μία στοχευμένη και ρηξικέλευθη συνταγματική αναθεώρηση όπως, για παράδειγμα:
– Η ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας, μέσω της καθιέρωσης ή/και βελτίωσης μορφών άμεσης πολιτικής συμμετοχής.
– Η αποκατάσταση του θεσμικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέσω μερικής επαναφοράς παλαιών ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων και εκ νέου αλλαγής της – κάκιστης – ισχύουσας διαδικασίας εκλογής του…
– Ο βαθύς μετασχηματισμός του διοικητικού μηχανισμού, ώστε να καταστεί κράτος-στρατηγείο, με ταυτόχρονη μεταφορά αρμοδιοτήτων τόσο στην καθ’ ύλην και κατά τόπον αποκέντρωση όσο και στην αυτοδιοίκηση.
– Η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθώς ο ισχύων (παρεμπίπτων και διάχυτος) έλεγχος συνταγματικότητας έχει αποδειχθεί επιδερμικός και εξαιρετικά άτολμος, όταν δεν είναι υποβολιμαίος…
– Οι σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, με κατεύθυνση την αποκρατικοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και την αποεκκλησιαστικοποίηση του Κράτους.
– Το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, η καθιέρωση του οποίου θα έδινε μεγαλύτερη δεσμευτικότητα στα κοινωνικά δικαιώματα.
– Η καταπολέμηση της διαπλοκής και της χειραγώγησης της ενημέρωσης, με αυστηρούς κανόνες πολυφωνίας στα ιδιωτικά ηλεκτρονικά και ψηφιακά ΜΜΕ αλλά και με αποκοπή του ομφάλιου λώρου μεταξύ ΕΡΤ και κυβέρνησης.
– Η ουσιαστική ενίσχυση του έργου των εξεταστικών επιτροπών, με την απαλλαγή τους από τον έλεγχο της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
-Ο συνταγματικός έλεγχος των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, τόσο από το ΣτΕ όσο και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Αντί όλων αυτών (που δεν περιλαμβάνονται βέβαια, ούτε στην άτολμη και εν πολλοίς συντηρητική –ιδίως σε σχέση με αυτήν του 2008 – πρόταση του ΠΑΣΟΚ…) επελέγη μία συνταγματική πολιτική που δεν είναι απλώς μικροκομματική και αποπροσανατολιστική αλλά και πολλαπλώς προβληματική.
Το πρώτο πρόβλημα είναι η επιτηδευμένη συνταγματική φλυαρία, που αποσκοπεί απλώς στον εντυπωσιασμό του κομματικού ακροατηρίου της κυβέρνησης με μεγαλόστομες τροποποιήσεις και προσθήκες, που δεν έχουν θέση στο Σύνταγμα (π.χ. για την τεχνητή νοημοσύνη, τη γλώσσα, τη σημαία και τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης, την κλιματική αλλαγή, την προσιτή στέγη και τη διαγενεακή δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, τον θεσμικό ρόλο του βουλευτή, την καλή νομοθέτηση και την καλή κυβερνητική λειτουργία).
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης, πλην όμως οι σχετικές προτάσεις κινούνται προδήλως σε λάθος κατεύθυνση. Αναφέρομαι ιδίως στα ιδιωτικά πανεπιστήμια (που μοιάζει με πρόταση νομιμοποίησης αυθαιρέτων…), στη δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων (την οποία η κυβέρνηση έχει υπονομεύσει με τη νομοθεσία για τους «αχυρανθρώπους», που επικυρώθηκε μάλιστα και με την ανεκδιήγητη απόφαση του ΑΕΔ για τους Σπαρτιάτες…), στην ποινική ευθύνη των υπουργών (την οποία η κυβέρνηση επιμένει να εξαρτά από τη φατριαστική, κατά κανόνα, απόφαση της Βουλής…) και στην άκρως αμφιλεγόμενη πρόταση για την επιλογή της ηγεσίας τόσο της δικαστικής εξουσίας όσο και των ανεξάρτητων Αρχών.
Το τρίτο – και σημαντικότερο – πρόβλημα αφορά προτάσεις είτε εντελώς ανάξιες λόγου (π.χ. η εξαετής θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας…) είτε εξ ορισμού απαράδεκτες ή/και εν δυνάμει επικίνδυνες. Τέτοιες είναι οι προτάσεις για την αυτοδιάλυση της Βουλής, τη γενίκευση της επιστολικής ψήφου, την κατάργηση του συνταγματικού χαρακτήρα των κωλυμάτων εκλογιμότητας και των ασυμβιβάστων, τη φορολογία, τη δημοσιονομική ισορροπία και τη μονιμότητα-αξιολόγηση των δημόσιων υπαλλήλων.
Δεν είναι, λοιπόν, απορίας άξιον το ότι καμία από τις προτάσεις της κυβέρνησης δεν υπερψηφίσθηκε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Επιτροπή Αναθεώρησης, ακόμη και αν δεν διαφωνούσαν. Το ίδιο, δε, αναμένεται να συμβεί και στην Ολομέλεια, ώστε να μην επιτευχθεί η κρίσιμη πλειοψηφία των 3/5, που θα άφηνε περιθώρια αυθαίρετων αποκλίσεων στην επόμενη Βουλή, με απόλυτη πλειοψηφία. Ούτως ή άλλως, οι κυβερνητικοί βουλευτές αρκούν για να κριθούν αναθεωρητέες κάποιες διατάξεις, για τις οποίες θα μπορούσε μετεκλογικά να υπάρξει ευρεία συναίνεση.
Συμπερασματικά, στο θέμα της αναθεώρησης η μεν κυβέρνηση επιβεβαιώνει τη θεσμική και πολιτική της ανυποληψίας, η δε χώρα χάνει μία ακόμη ευκαιρία…
Ο Γιώργος Γ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών








