Το δημοσκοπικό κύμα του Ιουλίου δεν ανέδειξε νικητή, με βάση τουλάχιστον τους διακηρυγμένους εκλογικούς στόχους των κομμάτων. Η περίοδος μέχρι τη ΔΕΘ, μετά την οποία θα δημοσιοποιηθούν οι νέες μετρήσεις, θα είναι γεμάτη με άγχος για τυχόν πρόωρες εκλογές και αγωνία για τη φθινοπωρινή εικόνα του πολιτικού σκηνικού. Ως τότε πάντως, υπάρχει αρκετός χρόνος για να μελετήσουμε τις μέχρι τώρα έρευνες πιο προσεκτικά ώστε να υποδεχτούμε τις καινούργιες αποφεύγοντας επιφανειακές αναλύσεις και επιπόλαια συμπεράσματα. Και, κυρίως, για να προβληματιστούμε γύρω από τα ζητήματα που θα βρούμε στον δρόμο μας προς τις εκλογές αλλά και έπειτα από αυτές.
Το πιο σημαντικό εύρημα των δημοσκοπήσεων δεν είναι τα ποσοστά των κομμάτων στα οποία εστιάζεται σχεδόν αποκλειστικά το ενδιαφέρον και τα οποία δεν αποτυπώνουν παρά την εικόνα της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής. Πολύ πιο χρήσιμα είναι τα πολιτικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τις απαντήσεις των πολιτών σε άλλα, διλημματικά ερωτήματα όπως «σταθερότητα ή αλλαγή;», «αυτοδυναμία ή συνεργασία;» μέσω των οποίων παρατηρεί κανείς τη διαχρονική μεταβολή των τάσεων του εκλογικού σώματος. Για παράδειγμα, η κάθετη άρνηση των κομμάτων να συζητήσουν κάθε ενδεχόμενο προγραμματικών συγκυβερνήσεων γέρνει σταδιακά την πλάστιγγα των απαντήσεων υπέρ της σταθερότητας και της αυτοδυναμίας.
Ωστόσο, το μεγάλο ζητούμενο των εκλογών δεν είναι η αυτοδυναμία ενός κόμματος αλλά η κυβερνησιμότητα της χώρας η οποία απαιτεί διευρυμένη λαϊκή συναίνεση. Μια ισχνή αυτοδυναμία διαρκώς συρρικνούμενη ως αποτέλεσμα τόσο της αδυναμίας επίτευξης κυβερνητικών συνεργασιών όσο και των επαναλαμβανόμενων εκβιαστικών εκλογικών διλημμάτων και της μειωμένης συμμετοχής, κάθε άλλο παρά την κυβερνησιμότητα εξασφαλίζει.
Στην περίπτωση αυτή η ψήφος προς ορισμένα πολιτικά κόμματα κινδυνεύει να καταχωριστεί στη συνείδηση των πολιτών ως «χαμένη», καθώς θεωρείται ότι δεν εξυπηρετεί παρά κομματικές σκοπιμότητες. Από μια τέτοια εξέλιξη κερδισμένες θα είναι μόνο οι λαϊκιστικές φωνές που καιροφυλαχτούν να αποκτήσουν ρυθμιστικό ρόλο στην πορεία της χώρας.
Η ετυμηγορία της κάλπης των εθνικών εκλογών θα διαμορφώσει ταυτόχρονα ένα νέο πολιτικό σύστημα με τη συμμετοχή και των πρωτοεμφανιζόμενων κομμάτων. Το εκλογικό αποτέλεσμα επομένως δεν θα αφορά μόνο τη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης αλλά και την ανάδειξη ενός νέου δικομματισμού, δύσκολα αναστρέψιμου στο άμεσο μέλλον, που θα καθορίσει τις τύχες της χώρας στη νέα εποχή, κρίσιμη για την Ελλάδα και τον κόσμο. Από την άποψη αυτή, ο μετεκλογικός συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων θα είναι καθοριστικός για τον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας η χώρα να επιστρέψει σε επώδυνες περιόδους που κόστισαν ακριβά.
Οι δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου, οι πρώτες της τελικής ευθείας προς την κάλπη, δεν θα πρέπει να δώσουν την αφορμή για νέα τηλεοπτικά σόου ή να αποτελέσουν ευκαιρία για μια επιχείρηση πολιτικής χειραγώγησης των πολιτών με το βλέμμα στις εκλογές. Αντίθετα, τα ευρήματά τους θα πρέπει να αξιοποιηθούν από τα κομματικά επιτελεία για τη χάραξη της στρατηγικής και της τακτικής τους με γνώμονα τι οφελεί τη χώρα και όχι τι πουλάει στην κοινωνία. Δεν πρέπει να δοθεί, έμμεσα η άμεσα, η ευκαιρία στις ακροδεξιές και τις λεγόμενες αντισυστημικές δυνάμεις, κάθε μορφής και προέλευσης, να δηλητηριάσουν την προεκλογική ατμόσφαιρα κάνοντας το κλίμα ακόμα πιο τοξικό.








