Το γεγονός ότι η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τις προοπτικές της απασχόλησης παγκοσμίως συμπεριλαμβάνει και υποδείξεις ότι θα ήταν καλό να αρθούν ορισμένες από τις ισχύουσες μορφές προστασίας απέναντι στις απολύσεις, ήρθε να υπενθυμίσει ότι παρά την από δεκαετία καταγεγραμμένη αδυναμία του να φέρει την ανάπτυξη και ευημερία που υποσχέθηκε, ο νεοφιλελευθερισμός παραμένει ο αναπόδραστος διανοητικός ορίζοντας για τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς αλλά και όλο το φάσμα των «οργανικών διανοουμένων» της αγοράς που στελεχώνουν τις κεντρικές τράπεζες, τις «δεξαμενές σκέψεις», τον οικονομικό Τύπο και τα περισσότερα κόμματα εξουσίας. Με αποτέλεσμα την επίμονη αναπαραγωγή θέσεων για την ευελιξία της εργασίας που θα μπορούσαν να είχαν γραφεί ακόμη και τριάντα χρόνια πριν.
Βεβαίως, η αναπαραγωγή μιας νεοφιλελεύθερης ρητορείας δεν αποτυπώνει απλώς ιδεολογικές εμμονές, αλλά και την επιμονή σε έναν ορισμένο οικονομικό κυνισμό. Είναι σαφές ότι σε αυτή την οπτική η εργασία αντιμετωπίζεται ως απλώς ένας ακόμη οικονομικός συντελεστής, μία ακόμη παράμετρος κόστους.
Η φαντασίωση μιας συνθήκης όπου η εργασία θα είναι απλώς πάντα διαθέσιμη, για όσο απαιτείται και στο μικρότερο δυνατό κόστος παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή, δεκαετίες μετά την έναρξη των μεγάλων ανατροπών στους όρους διαπραγμάτευσης του συμβολαίου εργασίας που έκαναν την επισφάλεια αναπόσπαστο τμήμα του εργασιακού τοπίου.
Βεβαίως, αυτό στο οποίο προσέκρουαν πάντα οι φαντασιώσεις απόλυτης ευελιξίας της εργασίας, ήταν το γεγονός ότι η εργασία δεν είναι απλώς μία ακόμη εισροή, ούτε ένας ακόμη παραγωγικός συντελεστής. Η εργασία αφορά ανθρώπους, τις ζωές τους, τις οικογένειές τους, τις συλλογικές τους αντιστάσεις και διεκδικήσεις, τις μορφές οργάνωσης που επιλέγουν για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και να αγωνιστούν για καλύτερους όρους εργασίας και αμοιβής και – για σημαντικό ιστορικό διάστημα – πολιτικά κόμματα εργατικού προσανατολισμού.
Αυτό σημαίνει ότι σε μεγάλο βαθμό η ιστορία των νεωτερικών κοινωνιών καθορίστηκε από την αντίσταση της εργασίας στο να καθορίζονται οι όροι της ύπαρξής της απλώς και μόνο με βάση τις δυναμικές της αγοράς. Σε αυτό το φόντο η «προστασία της εργασίας» και η «μόνιμη και σταθερή απασχόληση» δεν ήταν ποτέ απλώς οικονομικά δεδομένα αλλά τα διακυβεύματα μεγάλων ιστορικών συγκρούσεων που δεν έκαναν μόνο δικαιότερες τις κοινωνίες αλλά και στην πραγματικότητα αποτέλεσαν και την κινητήρια δύναμη για τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες πέραν του «εύκολου δρόμου» της μείωσης του εργατικού κόστους.
Το γεγονός ότι οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί και κυβερνήσεις θεωρούν «φυσιολογική» την τεράστια συγκέντρωση (και σε αρκετές στιγμές καταστροφή) κοινωνικού πλούτου στη χρηματοοικονομική σφαίρα και την αντιμετωπίζουν ως αναπόσπαστο τμήμα οποιασδήποτε αναπτυξιακής στρατηγικής, αλλά προβληματική τη διατήρηση ενός πολύ περιορισμένου στην πραγματικότητα πλαισίου προστασίας της εργασίας από τη βία της απόλυσης, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Πίσω από την εκλεπτυσμένη και φαινομενικά ουδέτερη «τεχνική» γλώσσα τέτοιων συστάσεων κρύβεται η ίδια τυφλή ενόρμηση που π.χ. στον 19ο αιώνα ξεσηκωνόταν κατά της απαγόρευσης της παιδικής εργασίας.








