Πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο συζήτησης για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, ο πρέσβης σκανδιναβικού κράτους με ρώτησε για ποιο λόγο οι πολιτικές συνεργασίες αποτελούν στην Ελλάδα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Υστερα από μια σύντομη περιγραφή των ιστορικών συνθηκών, κατέληξα στη νοοτροπία που έχει καλλιεργήσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Διευκρίνισα ότι οι πολιτικοί αρχηγοί, τη στιγμή που μιλούσαμε, είχαν κατά τεκμήριο αποφοιτήσει από το σχολείο τον προηγούμενο αιώνα και είχαν διαπαιδαγωγηθεί με τη λογική τού «αἰὲν ἀριστεύειν». Μια αρχή που σημαίνει τη διαρκή προσπάθεια να είσαι ο καλύτερος και να ξεπερνάς τον εαυτό σου, αλλά συχνά ερμηνεύτηκε ως την ανάγκη να υπερέχεις των άλλων.

Τα χρόνια πέρασαν, η Ελλάδα δεν βρίσκεται πια στο μάτι του κυκλώνα, δεν απειλεί τη σταθερότητα της ευρωζώνης και δεν απασχολεί καθημερινά τα διεθνή μέσα και τις αγορές. Είναι μια χώρα που προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα σε ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό διεθνές περιβάλλον.

Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έμαθε από την κρίση, άλλαξε νοοτροπία. Αναθεώρησε τη στάση του απέναντι στην κατανάλωση, στον δανεισμό και στην οικονομική ασφάλεια. Οι πολιτικοί μας, όμως, δεν ακολούθησαν τον χρόνο. Εξακολουθούν να κινούνται με τη λογική της πρώιμης Μεταπολίτευσης και του ισχυρού δικομματισμού.

Στις συνθήκες εκείνες κάθε κυβέρνηση ένιωθε την πίεση μιας αντιπολίτευσης που μπορούσε πράγματι να την αντικαταστήσει. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος είχε μεγαλύτερο πολιτικό βάρος, ενώ η πιθανότητα εναλλαγής στην εξουσία λειτουργούσε ως παράγοντας αυτοσυγκράτησης ή έστω τήρησης των προσχημάτων, σε ένα περιβάλλον που οι πολίτες είχαν ισχυρό ενδιαφέρον για την πολιτική.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, η συγκυρία εμφανίζει χαρακτηριστικά συστήματος κυρίαρχου κόμματος, όπου ένα κόμμα κυβερνά για μεγάλο χρονικό διάστημα, κερδίζοντας πολλαπλές εκλογές, και η αντιπολίτευση δεν δείχνει να έχει ουσιαστικές πιθανότητες να ανέλθει στην εξουσία. Σε αυτή την πραγματικότητα, που συνεπικουρείται από τη χαμηλή διάθεση της κοινωνίας να ασχοληθεί με τα κοινά, η κυβερνητική εξουσία εμφανίζει αντίσταση στους θεσμικούς περιορισμούς και συχνά υποβαθμίζει τη σημασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου, αντλώντας δύναμη από την κατακερματισμένη αντιπολίτευση.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης πολιτεύονται χωρίς φαντασία και διεκδικούν την ψήφο μας με μόνο στόχο την πρωτιά και την αποκλειστικότητα στη διακυβέρνηση, τη στιγμή που η πολιτική ρευστότητα υπαγορεύει διαφορετικούς ελιγμούς. Η ρητορική «ή εμείς ή το χάος» είναι πια ξεπερασμένη. Σήμερα η συνεργασία δεν πρέπει να θεωρείται ένδειξη αδυναμίας, υποχώρησης ή συμβιβασμού με τον ισχυρό. Η συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην παραίτηση από τις αρχές ενός κόμματος.Ας ανανοηματοδοτήσουμε την έννοια της συνεργασίας και ας τονίσουμε ότι η εποχή επιβάλλει τη συμμετοχή σε μια κυβέρνηση συνεργασίας ως μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας από μέσα και ως εγγύηση μεγαλύτερης λογοδοσίας.

Η συνεργασία δεν είναι πολιτική ήττα. Είναι τρόπος να περιοριστεί η αυθαιρεσία της εξουσίας, να διευρυνθεί η αντιπροσώπευση και να καθιερωθεί η λογοδοσία. Ενδέχεται σήμερα η πολιτική υπεροχή να μη μετριέται από το ποιος μπορεί να κυβερνήσει μόνος του, αλλά από το ποιος μπορεί να συνεργαστεί χωρίς να χάσει τις αρχές του.Αλλωστε ο φόβος του παρόντος φυλάει καλύτερα τα έρμα!

Η Μαρία Καρακλιούμη είναι πολιτική αναλύτρια, CEO Spin Communications & SpearMind.AI

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail