«Οπως η ιστορία για τις Σειρήνες εμπεριέχει τον συνδυασμό μύθου και ορθολογικής εργασίας, έτσι και η Οδύσσεια στο σύνολό της αποτελεί μαρτυρία της διαλεκτικής του διαφωτισμού». Με αυτό τον κατηγορηματικό τρόπο οι Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο επιλέγουν να υπογραμμίσουν γιατί συμπεριλαμβάνουν την Οδύσσεια στην αποτίμηση που κάνουν του Διαφωτισμού, παρότι έχουν επίγνωση του ιστορικού αναχρονισμού που συνεπάγεται η συμπερίληψη ενός αρχαϊκού έπους στην αναμέτρηση με το γεγονός ότι η νεωτερική ορθολογικότητα εύκολα μπορεί να μετασχηματιστεί σε βαναυσότητα.
Βεβαίως, η στιγμή στην οποία γράφουν τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού (στα ελληνικά σε μετάφραση Λευτέρη Αναγνώστου και επίμετρο Κοσμά Ψυχοπαίδη από τις εκδόσεις Νήσος) δύο κεντρικές φιγούρες της Σχολής της Φρανκφούρτης, ίσως εξηγεί την επιλογή αυτή. Αντιμέτωποι με την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού, οι δύο συγγραφείς βρέθηκαν αντιμέτωποι και με την επίκληση του μύθου από αυτά τα ολοκληρωτικά καθεστώτα· του μύθου όχι ως επιστροφής στο παρελθόν – ακόμη κι εάν το επικαλούνται –, αλλά του μύθου του εικοστού αιώνα, εκείνης της ταυτότητας (εθνικής και φυλετικής) που στηρίζεται στην παράλληλη επίκληση της ακραίας διαφοράς, δηλαδή του ρατσισμού (και της γενοκτονίας).
Η αντίφαση με τον μύθο
Ομως, οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο δεν προσπαθούν να αποδώσουν τη βαρβαρότητα του φασισμού και του ναζισμού στην παλιδρόμηση στον μύθο, αλλά στις τάσεις του ίδιου του Διαφωτισμού, στον μετασχηματισμό του ορθολογικού λόγου, σε λόγο κυριαρχίας και καθυπόταξης. Γι’ αυτό ξεκαθαρίζουν ότι το ομηρικό έπος μπορεί να φαντάζει προσκολλημένο στον μύθο, όμως στην πράξη έρχεται σε αντίφαση με τον μύθο. Και στην περίπτωση της Οδύσσειας, «στην αντίθεση ενός επιζώντος εγώ προς το πολλαπλό πεπρωμένο εκφράζεται γλαφυρά η αντίθεση του Διαφωτισμού προς τον μύθο». Αλλωστε, σε μια αναλογία με την αποικιοκρατία, «ο θαλασσοπόρος Οδυσσέας εξαπατά τις φυσικές θεότητες, όπως κάποτε ο πολιτισμένος ταξιδιώτης τους άγριους, στους οποίους προσέφερε πολύχρωμες γυάλινες χάνδρες αντί ελεφαντοστού».
Στη λογική της θυσίας του ήρωα, ως στιγμή ανάδειξης μιας ισχυρής υποκειμενικότητας, ως κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στον εαυτό του, οι δύο συγγραφείς βλέπουν τον παραλογισμό του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» και μια τεχνική ικανοποίησης αναγκών που καταλήγει στην εξόντωση. Σε αυτή την ισχυρή εκδοχή υποκειμενικότητας διακρίνουν την αναλογία με το πώς «ο αστικός διαφωτισμός συμμερίζεται το αίτημα για νηφαλιότητα, ρεαλισμό, σωστή εκτίμηση του συσχετισμού των δυνάμεων», αλλά και το πώς αυτό συνδέεται με πρακτικές κυριαρχίας. Αλλωστε, η πανουργία του Οδυσσέα καταγράφεται όχι ως ηρωική επιδεξιότητα, αλλά ως έκφραση του εργαλειακού πνεύματος που συνδέουμε με τον Διαφωτισμό: «το τυπικό σχήμα της πανουργίας του Οδυσσέα: το αποχωρισμένο, εργαλειακό πνεύμα, καθώς παραιτείται και προσκολλάται στη φύση, της δίνει όσα της ανήκουν κι έτσι ακριβώς την εξαπατά».
Ετσι, για να αντιμετωπίσει τις Σειρήνες, «τηρεί το συμβόλαιο» και αφήνεται στο τραγούδι τους, όμως έχει ανακαλύψει ένα «κενό στο συμβόλαιο» και άρα ακούει δεμένος. Ουσιαστικά, ο τρόπος που ο Οδυσσέας εντοπίζει την καταστατική για τη γλώσσα απόσταση ανάμεσα στη λέξη και το πράγμα, βλέπει την ανάδυση του νομιναλισμού, ως «αρχέτυπου της αστικής σκέψης». Η πανουργία παραπέμπει σε ένα πρότυπο συναλλαγών, εκεί όπου η αγορά συναντά μια παραδοσιοκρατική μορφή της οικονομίας. Μόνο που αυτό ήδη καθιστά τον Οδυσσέα έναν homo oeconomicus: «ο Οδυσσέας ζει σύμφωνα με την πρώτη αρχή που κάποτε συνέστησε την αστική κοινωνία. Είχε κανείς την επιλογή, να εξαπατήσει ή να καταστραφεί».
Η γυναίκα ως αντιπρόσωπος της φύσης
Στην αφήγηση για την Κίρκη, οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ διαβάζουν έναν στοχασμό για τη θέση της γυναίκας στη μετάβαση από τον μύθο στον Διαφωτισμό: «Η μάγισσα-εταίρα μοιάζει να επαναλαμβάνει, με την τελετουργική διαδικασία στην οποία υποβάλλει τους άντρες, εκείνη στην οποία η πατριαρχική κοινωνία υποβάλλει συνεχώς την ίδια […]». Ως αντιπρόσωπος της φύσης, η γυναίκα στην αστική κοινωνία έγινε η αινιγματική εικόνα της ακαταμάχητης γοητείας και της αδυναμίας. Ετσι καθρεφτίζει απέναντι στην κυριαρχία το καθαρό ψέμα, που εγκαθιδρύει την υπέρβαση της φύσης στη θέση της συμφιλίωσής της». Εντοπίζουν έτσι μια στις διαφορετικές γυναικείες φιγούρες στην Οδύσσεια: «Πόρνη και σύζυγος είναι συμπληρώματα της γυναικείας αυτοαλλοτρίωσης μέσα στον πατριαρχικό κόσμο: η σύζυγος προδίδει την ηδονή υπέρ της σταθερής οργάνωσης της ζωής και της ιδιοκτησίας, ενώ η πόρνη, η κρυφή σύμμαχός της, νέμεται ως νόμιμη κάτοχος ό,τι αφήνουν ακάλυπτο τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της συζύγου και πουλάει την ηδονή. Η Κίρκη και η Καλυψώ, οι εταίρες, παρουσιάζονται όπως και οι μυθικές δυνάμεις της μοίρας και οι αστές νοικοκυρές, ήδη ως εργατικές υφάντρες, ενώ η Πηνελόπη εξετάζει τον παλλινοστούντα με τη δυσπιστία της πόρνης».
Την ίδια στιγμή δεν παραλείπουν να σταθούν στην έννοια της πατρίδας και της νοσταλγίας για αυτή, ως αφορμή για ένα στοχασμό πάνω και στην υποκειμενικότητα και στην ταυτότητα. Καταρχάς, γιατί «η νοσταλγία είναι η αφορμή για τις περιπέτειες, μέσα από τις οποίες η υποκειμενικότητα, η προϊστορία της οποίας ενσαρκώνεται στην Οδύσσεια, διαφεύγει και γλιτώνει από τον προϊστορικό κόσμο». Ομως, παράλληλα έχουμε και το παράδοξο του έπους: «Το γεγονός ότι η έννοια της πατρίδας αντιτίθεται στον μύθο, τον οποίο οι φασίστες, ψευδόμενοι, επιθυμούν να παρουσιάσουν, ως πατρίδα, περικλείει το εσώτατο παράδοξο του έπους». Κι αυτό, γιατί «αν η πάγια τάξη της ιδιοκτησίας, που δημιουργείται με τη μόνιμη εγκατάσταση, θεμελιώνει την αλλοτρίωση των ανθρώπων, από την οποία πηγάζει όλη η νοσταλγία και η λαχτάρα για τη χαμένη πρωτογενή κατάσταση, ταυτόχρονα η μόνιμη εγκατάσταση και η πάγια ιδιοκτησία είναι εκείνες πάνω στις οποίες και μόνο σχηματίζεται η έννοια της πατρίδας, προς την οποία στρέφεται κάθε λαχτάρα και κάθε νοσταλγία».
Το χνάρι της βαρβαρότητας
Στα όσα υφίστανται ο Μελάνθιος και οι άπιστες δούλες, αποτυπώνεται, κατά τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο, η συνύπαρξη βαρβαρότητας και πολιτισμού που συνυπάρχει με τον λόγο, έστω και εάν «για τη διαπλοκή της προϊστορίας, της βαρβαρότητας και του πολιτισμού ο Ομηρος κάνει την παρηγορητική χειρονομία που δείχνει ότι έχει στον νου του εκείνο το “Μια φορά και έναν καιρό”. Το έπος έπρεπε πρώτα να γίνει μυθιστόρημα, για να περάσει ύστερα στο παραμύθι».








